Γράφει ο Πέτρος Δημητρακόπουλος
Πώς αποτυπώνεται διαχρονικά η δημόσια γλυπτική στη Θεσσαλονίκη; Πώς επικοινωνούν τα γλυπτά με τον δημότη στις καθημερινές, πολυσύχναστες διαδρομές και πώς με τον επιλεκτικό, διερχόμενο επισκέπτη, ο οποίος αναγνωρίζει στοιχεία ιστορικότητας ενώ παράλληλα απαθανατίζει σημερινές αστικές εικόνες; Μπορεί η πόλη να αναδείξει την ανά τους αιώνες μεγάλη σημασία της δημόσιας τέχνης με όρους του παρόντος ή ακόμη και σε έναν ορίζοντα μέλλοντος; Τα ρωμαϊκά, τα βυζαντινά αλλά και τα οθωμανικά της μνημεία δημιουργούν ένα κυριολεκτικά ανοιχτό μουσείο—το θέμα είναι δίπλα σε όλα αυτά, ποια σύγχρονα γλυπτικά αποτυπώματα αφήνουν ένα επαρκές και ευδιάκριτο καλλιτεχνικό στίγμα;
Δεν χωρά αμφιβολία πως η δημόσια γλυπτική έπαιζε ανέκαθεν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση του αστικού τοπίου. Σήμερα διατηρεί ακέραια τη σημασία της, κυρίως όσον αφορά τη σύγχρονη αντίληψη για το τι αποτελεί έργο εντός του δημόσιου χώρου. Από το 1912 που η Θεσσαλονίκη επανέρχεται στην ελληνική επικράτεια, οι γλυπτικές της προτάσεις σηματοδοτούν ιστορικά κυρίως γεγονότα, προκειμένου να αφυπνίζεται η εθνική συνείδηση και να ενισχύεται η μνήμη.
Προτομές και ανδριάντες αποτελούν τις κυρίαρχες θεματικές ενότητες, ως φόρος τιμής σε ήρωες, πολιτικούς ηγέτες, κληρικούς, ευεργέτες, φιλοσόφους, ποιητές και φυσικά στον Μέγα Αλέξανδρο και τον πατέρα του Φίλιππο τον Β’. Στην πλειονότητά τους τα έργα αυτά εστιάζουν μονοδιάστατα στην εκάστοτε θεματική και για να γίνουν αγαπητά ποντάρουν μόνο στο αυξημένο ιστορικό τους βάρος. Χωρίς να δίνεται ιδιαίτερη σημασία σε αισθητικές ποιότητες, είναι αναμενόμενο ότι τελικά δύσκολα κερδίζουν σε επίπεδο δημοφιλίας.
Αντίθετα, δύο γλυπτικές προτάσεις του ίδιου μάλιστα δημιουργού, του Γιώργου Ζογγολόπουλου, άφησαν για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία ανεξίτηλο στίγμα. Η πρώτη, τοποθετημένη στη βόρεια πύλη της ΔΕΘ από τις αρχές του ’60, είχε τότε ξεσηκώσει την κοινή γνώμη για την ανοίκεια φόρμα της. Η άλλη, στη νέα παραλία και με φόντο τον Όλυμπο, είναι οι πλέον γνωστές ‘Ομπρέλες’. Αγορά του Υπουργείου Πολιτισμού και δώρο στην πόλη το 1997 όταν ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, είναι μάλλον το πιο δημοφιλές γλυπτό της Θεσσαλονίκης, που γρήγορα έφθασε να ανταγωνίζεται τον Λευκό Πύργο ως σήμα κατατεθέν της.
Δεν χωρά αμφιβολία πως το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης έχει αναδείξει στον περιβάλλοντα χώρο του στη ΔΕΘ έργα υψηλής αισθητικής. Μερικά από αυτά είναι οι πρώτες ομπρέλες του Ζογγολόπουλου, το περιβάλλον πέτρινων ανθέων του Φιλόλαου, η σύνθεση του Κουλεντιανού και το σχόλιο με νέον του Αντωνάκου. Στον αύλειο χώρο του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης υπάρχουν επίσης σημαντικές γλυπτικές προτάσεις. Δύο μάλιστα από αυτές είναι δωρεές των δημιουργών τους, του Ιωάννη Αβραμίδη και του Χρήστου Γιανάκου, οι οποίοι το 1997, στο πλαίσιο εκθέσεων Ελλήνων καλλιτεχνών της Διασποράς, χάρισαν από ένα έργο τους στην πόλη. Μακάρι λοιπόν η συνένωση των δύο μουσείων (ΜΟΜus) να συνεισφέρει αποδοτικά στη δημιουργία επιπρόσθετης συλλογικής μνήμης στο δημόσιο χώρο. Έξω από δύο άλλα-άκρως σημαντικά—μουσεία της πόλης, το Αρχαιολογικό Μουσείο και το Μουσείο Βυζαντινού πολιτισμού, υπάρχουν γλυπτικές συνθέσεις οι οποίες παρέμειναν εκεί ύστερα από εφήμερες εκθέσεις, μεταξύ άλλων και λόγω αδυναμίας μεταφοράς. Η τοποθέτησή τους ήταν καθαρά συγκυριακή και δεν προέκυψε από κάποιον αποφασιστικό—αισθητικό ή άλλον—προγραμματισμό.
Απαραίτητα στοιχεία χάραξης πολιτικής στον πολιτισμό είναι η οργανωμένη και αποφασιστική χωροθέτηση, όπως και η διαχείριση της δημόσιας τέχνης με βάση τις αναπλάσεις. Για τα ήδη υπάρχοντα γλυπτά, η ανάγκη ανακατάταξης και ενδεχόμενης αλλαγής θέσης είναι εξίσου σημαντική, έτσι ώστε να λειτουργήσουν ως εύλογα τοπόσημα. Με αυτόν τον τρόπο η νεότερη υπαίθρια γλυπτική θα μπορέσει να δημιουργήσει μνημειακή αντίληψη συλλογικής μνήμης.
Εξίσου απαραίτητο βέβαια είναι και ένα μέτρο σχετικά με τις δωρεές συλλόγων και σωματείων, που όσο και αν θέλουν καλοπροαίρετα να χαρίσουν μνήμη στην πόλη, είναι φυσικό να μη διαθέτουν την απαιτούμενη γνώση για την αντίληψη του έργου τέχνης στο δημόσιο χώρο.
Σύντομα το Μετρό της Θεσσαλονίκης θα αποτελέσει μία νέα πρόκληση για την παρουσία της δημόσιας γλυπτικής.
Πρόκειται για ένα στοίχημα που πρέπει η πόλη οπωσδήποτε να κερδίσει.
*Ο Πέτρος Δημητρακόπουλος είναι αρχιτέκτων μηχανικός









