*Είναι Κυριακή μεσημέρι, παρκάρει το αυτοκίνητό της στην άδεια πυλωτή και την κοιτάζει κλεφτά από τον καθρέφτη. Την Χαρά την είχε γνωρίσει την πρώτη κιόλας μέρα που είχε πατήσει το πόδι της στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης. Στη Γραμματεία επικρατούσε πανζουρλισμός και οι αντιπρόσωποι κομμάτων σε πλησίαζαν σαν τα κοράκια για να σε προσηλυτίσουν. Έπεσε πάνω της με ένα πάκο βεβαιώσεις και εκείνη της χαμογέλασε. Ήταν τριτοετής στη Γεωπονική. Βροντερή φωνή, γάργαρο γέλιο και διάθεση να επιβάλλεται σε όλους τους συμφοιτητές της. Τώρα θηλάζει το μωρό της στο μπαλκόνι. «Θα βγεις ή ταμπουρώθηκες;» της φώναξε. «Θέλω το χρόνο να συνηθίσω ότι εσύ κρατάς στην αγκαλιά σου ένα μωρό, το δικό σου μωρό», της αποκρίνεται κατεβάζοντας το παράθυρο. «Συμβαίνουν κι αυτά καμιά φορά, ζωή λέγεται, έλα». Η ζωή έχει ανάγκη από τη Χαρά της.
*Ο Πρόεδρος μιας Υπηρεσίας ενός μεγάλου Δήμου, υποβάλλεται σε αιμοκάθαρση δύο φορές την εβδομάδα. «Είναι αυτές τις μέρες, που δεν αντέχω κανένα», της λέει. «Ξέρεις πόσες φορές απόρησα πώς βρέθηκες εσύ σε μια Υπηρεσία γεμάτη από βαρετούς υπαλλήλους που δεν χαμογελούν ποτέ, άκου πριν τελειώσει η συνεργασία μας θέλω να τελειώσεις όλες τις εκκρεμότητες, μη φύγεις και αφήσεις κενά». «Μα, Πρόεδρε, θα έρχομαι να σας βλέπω, όταν χρειάζεστε κάτι, θα έρχομαι», του λέει το κορίτσι χωρίς να το καλοσκεφτεί. «Δεν πιστεύω στο μέλλον, ούτε στις υποσχέσεις, πήγαινε στο γραφείο σου», την έκοψε αυστηρά εκείνος. Όταν ξεκίνησε να ξεσκατάρει το αρχείο με τα έγγραφα και να ανανεώνει την ιστοσελίδα, εκείνος βγήκε από το γραφείο και κάθισε στο πεζούλι του παραθύρου πίσω από το γραφείο της. «Όταν υπηρετούσα Λάρισα, με είχε ερωτευτεί ένα κορίτσι, το πήρε πρέφα ο πατέρας μου και με έστειλε Κάρπαθο. Άλλες εποχές τότε, πού καράβια συνέχεια, πού αεροπλάνα. Κι αυτή εκεί, να’ ρχεται στην Αεροπορία να με ψάχνει, παρά το ξύλο που είχε φάει από πατέρα και αδερφό. Ερχόταν και με ζητούσε και εγώ αργούσα να πάω επίτηδες κάποια λεπτά, για να την κάνω να φεύγει ή γιατί τρόμαζα που πίστευε τόσο σε μένα. Μετά έφυγα, ούτε της ξαναμίλησα. Κι όμως έκανε τόσο ταξίδια για μένα εκείνο το κορίτσι.
*Ο Μάνος είναι η περίπτωση ανθρώπου που δεν λέει πολλά, ή λέει όσα θέλει, όποτε θέλει, εκεί που θέλει. Στα μεγάλα κέφια του μπορεί να ρωτήσει «Τι κάνεις» και μετά να πάει να κάνει τσιγάρο. Ή να σου μιλήσει για το πώς του ήρθε μια ιδέα και να σου δείχνει φωτογραφίες για το πώς μεταποίησε μια ξεχασμένη τρύπα στον Πειραιά σε ένα μοντέρνο χώρο άριστης αισθητικής. Πού και πού πετάει καμία εξυπνάδα για να σπάσει τον πάγο: «Πάντως αν χρειαστείτε eye liner, κορίτσια, ξέρετε ποια θα έχει μαζί της». Αυτό, όμως που σου μένει πάντα από εκείνον είναι ο τρόπος που σφίγγει τα παιδιά του πριν τα ανεβάσει στο σχολικό.
*Η Βασούλα έχει την καλύτερη θέα στην Αγίας Σοφίας. Η Μητρόπολη από τη μια, πιο εκεί να χάνεται το βλέμμα στο Θερμαϊκό και από την άλλη η πολυσύχναστη μεταποιημένη πλατεία της Αγίας Σοφίας. Το σπίτι της έχει διακοσμηθεί από τους καλύτερους στο χώρο και έχει φιλοξενηθεί στα πιο γκλαμουράτα περιοδικά. Κολλητά στο μπαλκόνι της πριν καμιά 10ετία μπορεί να συναντούσες και ένα παράρτημα από την εφημερίδα το «Βήμα». Η Βασούλα λέγεται ακόμα «Βασούλα» παρά την ώριμη ηλικία της, φοράει κόκκινο κραγιόν, ξέρει τις παλιές οικογένειες της πόλης, πίνει καφέ κάθε μέρα στο ίδιο σημείο και έχει ένα ολόκληρο παρελθόν να συλλογιέται κάθε βράδυ.
*Ο κύριος Κώστας περνάει με το μπαστούνι του κάθε μέρα στις 6:15 το πρωί κάτω από το σπίτι μου και φτάνει μέχρι το ρέμα της Τούμπας. Από εκεί πάλι το απόγευμα στις 17:15, απαραίτητη καθυστέρηση 15λεπτου μιας και στην πορεία του παρεμβαίνει η σύζυγος που τον συμβουλεύει να προσέχει και να πηγαίνει πιο αργά. Το περπάτημά του μου θυμίζει Τσάρλι Τσάπλιν. Όταν τον πετυχαίνω με χαιρετάει. Δεν έχουμε γνωριστεί ποτέ. Η θορυβώδης σύζυγος μου εξηγεί την υγεία του και τα ευτυχισμένα χρόνια που δούλευε στο εργοστάσιο όταν ήταν ακμαίος και δυνατός. Μα, εγώ, ακμαίο και δυνατό τον βλέπω μόνο.
*Σήμερα έμοιαζε μια πλήρης μέρα για εκείνον. Τα παράτησε όλα και έκανε αυτό που αγαπούσε πιο πολύ. Πέταξε και έσχισε τους αιθέρες ή έτσι νόμιζε. Επιστρέφοντας ένιωσε δυνατός, πάλι νέος. Κοιτούσε τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο φίλος του ενώ εκείνος πιλοτάριζε. Η αίσθηση της παντοδυναμίας να τα βλέπεις όλα από ψηλά, από ένα ολότελα διαφορετικό πλαίσιο. Το κινητό του είχε γεμίσει μηνύματα και κλήσεις από τη δουλειά. Στο σπίτι έψαχνε πάλι για tonic. Ένα κορίτσι που είχε από καιρό ξεχάσει, του χάριζε κάθε βράδυ ένα τραγούδι σε ένα μικρό ραδιοφωνικό σταθμό μιας επαρχιακής πόλης.