σε , ,

Τα Ρουμελιώτικα Χριστούγεννα της δεκαετία του ’50, στις βορεινές υπώρειες του Παρνασσού

Γράφει ο Κώστας Κασσιός, Ομότιμος Καθηγητής ΕΜΠ

Δεκέμβρης και το κρύο γίνεται όλο και πιο τσουχτερό ειδικά όταν ζεις στις βορινές υπώρειες του Παρνασσού κάπου εκεί στη εποχή του πενήντα και το σπίτι που σχεδόν έκλεισε τα εκατό του χρόνια ύπαρξης καλοδέχεται τον παγωμένο αέρα μέσα από τις αμέτρητες χαραμάδες απ’ το πάτωμα που έμπαζε από παντού και που έκανε τα στρωσίδια να χορεύουν ασταμάτητα.

Το τζάκι, το στολίδι του χειμωνιάτικου, έτσι λέγαμε το μόνο δωμάτιο καθιστικό, με στρωμένο και κολλαρισμένο το τζακόπανο και φορτωμένο με τις αναμνηστικές φωτογραφίες της οικογένειας τώρα κανείς δεν το κοίταζε στα στολίσματά του. Μόνο τη φωτιά που έκαιγε κοιτάγαμε αν είχε αρκετά ξύλα, ενώ ο συνωστισμός να βάλουμε τα πόδια μας στην παραστιά κοντά στη φωτιά να ζεσταθούν ήταν η μόνη μας αγωνία. Αλλά δεν έφτανε η φροντίδα για ζέσταμα, που ενώ μπροστά καιγόσουνα από πίσω όπως έμπαζε το κρύο πάγωνες, τρέμαμε στο φόβο μήπως απ’ τη φλόγα της φωτιάς αρπάξει το τζάκι δηλ. οι κάπνες που είχαν συσσωρευτεί μέσα στη χτισμένη καμινάδα κι από κει να καεί η στέγη. Είχαμε κάθε χειμώνα τέτοια περιστατικά στο χωριό και ήταν σπίτια ολόκληρα που κάηκαν και άφησαν μες τα κρύα του Δεκέμβρη τους ανθρώπους άστεγους.

Κάπως έτσι άλλωστε δεν είχε καεί ένα χειμωνιάτικο βράδυ και το Μοναστήρι του Δαδιού:

Βέβαια υπήρχε πάντα η ελπίδα ότι κάποιος απ’τους γείτονες θα έβλεπε τη φωτιά να ξεπηδάει από την καμινάδα, το μπουχαρέ κοινώς και θα ‘τρεχε να μας φωνάξει να τη σβήσουμε .

Το σβήσιμο του τζακιού που άρπαζε φωτιά  δεν ήταν πάντα τόσο απλή και εύκολη υπόθεση . Έπρεπε να σκαρφαλώσουμε στη σκεπή. Ο Θεός ήξερε πως μες τη νύχτα σκαρφαλώναμε και πάντοτε εμείς τα μικρά την πλήρωναν τη νύφη σαν πιο ανάλαφρα να αναρριχηθούν στη στέγη, γιατί συνήθως ήταν τις νύχτες που έπιανε φωτιά το τζάκι μια και η φωτιά δυνάμωνε. Και από τη στέγη  ρίχναμε νερό μέσα στην καμινάδα μέχρι να σβήσει η φωτιά ενώ από κάτω το τζάκι πλημμύριζε και άντε τώρα να ξανανάψεις φωτιά και να ξαναζεσταθείς. Έτσι η λύση ήταν το γρήγορο κουκούλωμα στο κρεβάτι μέχρι το άλλο πρωί που η γιαγιά θα είχε σηκωθεί από νωρίς να ανάψει τη φωτιά δηλ. να ξαναδώσει μια νέα ελπίδα στη νέα ημέρα που ξημέρωνε.

branch 437501 1280

Και όταν λέμε ξημέρωνε εννοούμε ότι ήταν μια ολοκαίνουργη μέρα που τη νύχτα σιωπηλά και αθόρυβα το χιόνι την είχε ντύσει στα ολόλευκα.

Σπίτια και σκεπές μαζί με δρόμους και δένδρα ήταν όλα ένα ολόλευκο σεντόνι και το χιόνι συνέχιζε να πέφτει με τις χοντρές νιφάδες να χορεύουν όπως έπεφταν και απαλά να ακουμπούν πάνω στο παχύ στρώμα του χιονιού. Θεέ μου τη θέαμα μαγευτικό ήταν αυτό που αντικρίζαμε όταν ξυπνάγαμε το πρωί μέσα απ’ το τζάμι του σπιτιού τραβώντας την κεντητή κουρτίνα και με το τζάκι να ξανακαίει. Η πιο σπουδαία όμως αίσθηση που ένοιωθες κείνες τις πρωινές ώρες που ενώ το κρύο διαπερνούσε όλο σου το κορμί όταν άνοιγες την πόρτα και έβγαινες έξω και το χιόνι συνέχιζε να πέφτει πυκνό ,ήταν ότι άκουγες μια εκκωφαντική ησυχία να απλώνεται παντού. Ο πειρασμός εσύ να ‘σαι ο πρώτος να περπατήσεις πάνω στο πάλλευκο αυτό σεντόνι και πριν ακόμα ξυπνήσουν οι άλλοι ήταν πάντοτε μεγάλος. Και τι χαρά να περπατάς μες το χιόνι και να νοιώθεις τις τρελές νιφάδες να σου χαϊδεύουν το πρόσωπο, τα χείλια να σου σκεπάζουν τα μαλλιά άσχετα αν σε λίγο τα παπούτσια με τις τριμμένες σόλες θα ξύλιαζαν τα πόδια σου. Τέτοιες νεανικές εμπειρίες δεν ξεχνιούνται ποτέ.

Το ξέραμε όμως  ότι σε μέρες σαν κι αυτές που το χιόνι σκέπαζε τα πάντα- ένα μπόι έφτανε η καμπάνα του χωριού της Παναγίας- για να πάμε σχολείο ρολόγια δεν είχαμε και η καμπάνα χτύπαγε να μας ειδοποιήσει για να πάμε στο σχολείο δεν θα χτύπαγε και ω τι χαρά. Σε λίγη ώρα όλη η γειτονιά θα γέμιζε βουητά και φωνές απ’το χιονοπόλεμο που άρχιζε, τις τσουλήθρες στο χιόνι και το φτιάξιμο του χιονάνθρωπου με μαύρο μουστάκι βαμμένο από  φρέσκα κάρβουνα απ’ το τζάκι και με ένα σκουπόξυλο για χέρια.

Χωρίς ιδιαίτερη προφύλαξη για το κρύο, χωρίς γάντια και προστασία με τα χέρια ξυλιασμένα οι χιονιές έπεφταν βροχή απτό ένα στρατόπεδο στο άλλο και καμιά φορά οι πιο τζαναμπέτηδες έβαζαν και καμιά πέτρα μέσα στη χιονιά-χιονόμπαλα, έτσι για να πονέσει, περισσότερο όποιος την έτρωγε που όταν όμως ανακαλύπταμε ποιος είχε κάνει τη μπαμπεσιά, γιατί ήταν συμφωνία απ’την αρχή όχι πέτρες μέσα στις χιονιές, έπεφτε και λίγο ξύλο.

Η υποχρεωτική αργία λόγω του χιονιού απ’ το σχολείο κρατούσε μια- δύο μέρες, αλλά πολλές φορές ακόμα και μια βδομάδα, που αν δεν συνεχίζονταν να πέφτει χιόνι η επάνοδος στο σχολείο είχε το λόγο της. Μια όμως που και το κρύο γινόταν τσουχτερό αφού πάγωνε το χιόνι, έπρεπε να πάει στο σχολείο υποχρεωτικά ο κάθε μαθητής και από ένα κομμάτι ξύλο για την ξυλόσομπα του σχολείου για τη ζεστασιά της τάξης. Τη σόμπα στην τάξη την άναβαν οι εκ περιτροπής μαθητές- επιμελητές που καμιά φορά αργούσαν να την ανάψουν έγκαιρα και όλη η τάξη ήταν υπό το μηδέν, όχι βέβαια βαθμολογικά.

Σε τέτοιες στιγμές άρχιζε το βασανιστικό ξύσιμο των ποδιών, αφού όλοι στην τάξη υποφέραμε από τις χειμωνιάτικες χιονίστρες που προέρχονταν απτό ότι όλοι ενώ βάζαμε τα πόδια μας κοντά στο τζάκι στο σπίτι για να ζεσταθούμε μετά βγαίναμε έξω στο κρύο να παίξουμε, ίσως να ήταν και μινι κρυοπαγήματα αλλά τότε ποιος να ήξερε. Δεν ξέρω πόσοι έχετε ζήσει το σύμπτωμα με τις χιονίστρες στα πόδια, αλλά σας λέω ότι δεν υπάρχει πιο βασανιστικό φαινόμενο να ξύνεις με το ένα παπούτσι σου το άλλο παπούτσι με την ελπίδα να ανακουφίσεις τα κατακόκκινα πέλματά σου.

Στο διάλειμμα ο χιονοπόλεμος έπαιρνε διάσταση εμφυλίου πολέμου μέχρι της τελικής πτώσεως του αντιπάλου που ήταν το τρίψιμό του  με το χιόνι.

Κ’ενώ κυλούσαν οι μέρες μέσα σε χιονιάδες και με κρύα όλο και ζυγώναμε προς τα στα Χριστούγεννα και άρχιζαν οι προσδοκίες για τις μακρές σχολικές διακοπές.

Όταν κόντευε η παραμονή και τα σχολεία έκλειναν οι προετοιμασίες και οι συμμαχίες για τα κάλαντα έπαιρναν και έδιναν. Οι γειτονιές ήταν μοιρασμένες αλλά και το τι θα απέδιδε η καλαντική προσπάθεια γίνονταν  σε προεκτιμούμενα σενάρια. Ξέραμε σε ποιο σπίτι θα έδιναν λεφτά για τα κάλαντα, σε ποιο κουραμπιέδες, σε ποιο σιαμόπητα και που δεν θα μας άνοιγαν καθόλου.

Το σχέδιο– κόλπο ήταν να πάμε όσο νωρίτερα μπορούσαμε το πρωί να πούμε τα κάλαντα εκεί που θα μας έδινα λεφτά και πριν προλάβει η άλλη ομάδα της άλλης γειτονιάς. Αν όμως τύχαινε και συναντιόμασταν στο ίδιο σπίτι τότε γινόταν κοινή εκδήλωση  ψαλμωδία και δίκαιη μετά η μοιρασιά. Αν κάπου λέγαμε τα κάλαντα και δεν μας έδιναν τίποτα τότε το ’πέτρα να μη ραΐσει ….’στα κάλαντα γινόταν ‘το σπίτι να ραΐσει! και τρέχαμε να κρυφτούμε.

snowflake 1245748 1280

Το έθιμο για το χριστουγεννιάτικο δένδρο το είχαμε και τότε.

Μόνο που νύχτα ανεβαίναμε κρυφά στον Παρνασσό διαλέγαμε ένα ελατάκι τέτοιο που να χωράει στο τσουβάλι, το κόβαμε και νύχτα γιατί απαγορευότανε και το φέρναμε στο σπίτι.

Χαρά η μάνα και η γιαγιά για το δένδρο γκρίνια ο πατέρας μη μας πιάσουν, άρχιζε το στόλισμα!

Πρώτα  πρώτα το χιόνι για το δένδρο. Φρέσκο ολόασπρο βαμβάκι βγαλμένο απ τις καντήλες του βαμβακιού που ακόμα ήταν στοιβαγμένες στο χαγιάτι-μια και τα νυχτέρια ξεβαμπακιάσματος συνεχίζονταν- θα ήταν το στόλισμα του χιονιού για το δένδρο.

Μετά, η  Φάτνη από  χαρτοκοπτική  φτιαγμένη την ώρα της χειροτεχνίας απ τις προηγούμενες μέρες στο σχολείο θα έμπαινε στη βάση του δένδρου και μετά θα κρεμάγαμε τα στολίδια. Ένα κομμάτι δηλ. από καλαμπόκι με κόκκινα σπυριά, την πλεκτή κάλτσα της γιαγιάς για τον Αη Βασίλη, τα κουκούλια απ τους μεταξοσκώληκες, τα χαρτονάκια από κουτιά κομμένα σε σχήματα άλλα αστεριών, άλλα σαν μικρά φεγγάρια και κατάκορφα  στο έλατο έμπαινε το μεγάλο αστέρι φτιαγμένο και σκαλισμένο απ’ το καλοκαίρι απ’ τη χοντρή φλούδα απ τα μαυρόπευκα του Παρνασσού. Αυτά ήταν τα στολίδια του μικρού ολόφρεσκου έλατου που μοσχομύριζε λατόπσα, το ρετσίνι του έλατου, που στριμωγμένο σε μια γωνιά του σπιτιού έλαμπε ολοφώτιστο στα παιδικά μας μάτια, κι ας μην είχε πάνω του φώτα και λαμπιόνια -που να βρεθεί τέτοια πολυτέλεια- αφού για μας αρκούσε ότι μας θύμιζε τον ερχομό της γέννησης του Χριστού.

Και μετά, έφτανε η μέρα για τα κάλαντα.

Πρωί πρωί η μαριδο-παρέα της γειτονιάς σχεδόν όλοι άυπνοι για να προλάβουμε τις πρωτιές απ’ τους άλλους από άλλες γειτονιές και ύστερα από τη συμφωνία του ποιος θα είναι ο ταμίας- εισπράκτορας παίρναμε τα σπίτια με τη σειρά και ο Θεός βοηθός πότε –δηλ. τι ώρα – και που –σε ποιο μέρος του χωριού θα καταλήγαμε.

Συχνά η παρέα-εταιρεία αποδεχόταν την αμοιβή της και σε είδος. Τίποτα δεν ήταν απορριπτέο. Τα αυγά-ήταν τα πιο προσφιλή σε είδος αφού ο μπακάλης ο Λευτέρης τα αγόραζε με αντάλλαγμα άμεσο με καραμέλες, γλειφιτζούρια και κάνα λουκούμι-το βαμβάκι γινόταν δεκτό, αλλά όχι τα όσπρια και το σιτάρι. Με τα γλυκά στην αρχή τα παίρναμε με όρεξη προς το μεσημέρι όμως είχαμε λιγωθεί και δεν πήγαινε άλλα, οπότε τα σβουρίζαμε ανάμεσά μας σε ένα πρωτότυπο κουραμπιεδοπόλεμο. Τα μάτια όλων βέβαια σε όλη  τη διάρκεια του εγχειρήματος ήταν μονίμως καρφωμένα στον ταμία μας μην τυχόν και κάνει καμιά κίνηση εξαφάνισης των εισπράξεων.

Στο τέλος της μέρας εξουθενωμένοι, μούσκεμα αλλά και βραχνιασμένοι απ’τις φωνές  και τα κάλαντα κάναμε τη μοιρασιά στις εισπράξεις. Λίγο όμως πριν χωριστούμε και πάει ο καθένας σπίτι του γινόταν και ο τελικός διαπιστωτικός έλεγχος του ταμία, λες και ήταν διπλογραφική, κάποιος θα έψαχνε όλες του τις τσέπες, μήπως, λέμε μήπως κατά λάθος είχαν ξεχαστεί τίποτα ρέστα στην τσέπη του. Βέβαια οι όρκοι του ταμία ότι δεν είχε απάνω του κρύψει τίποτα στους δύσκολους κείνους καιρούς δεν έπειθαν.

Έτσι χαρούμενοι και κατάκοποι γυρνάγαμε σπίτι, όπου εκεί αφού γινόταν ένας γρήγορος απολογισμός, αναφορά στη μάνα για τα διάφορα συμβάντα της ημέρας δηλ. ποιος μας έδωσε λεφτά, ποιος γλυκά και ποιος μας έδιωξε ή δεν άνοιξε την πόρτα του, τρέχαμε μετά στο τζάκι γρήγορα για να ζεσταθεί το κορμάκι μας και να στεγνώσουμε τα παπούτσια και τις κάλτσες μας.

pine 1911152 1280

Από κείνη όμως τη στιγμή άρχιζε και  η προετοιμασία για τη Χριστουγεννιάτικη βραδιά.

Καταρχήν έπρεπε να κάνουμε μπάνιο με νερό ζεστό κάτω στο πλυσταριό ενώ απέξω το χιόνι κάλυπτε τα πάντα και το κρύο ήταν τσουχτερό, ώστε να φύγουν όλα τα κακά από πάνω μας, έτσι έλεγε η γιαγιά, πριν πάμε για την εκκλησία. Γύρω στις δέκα, το ίδιο βράδυ της παραμονής ακουγόταν η πρώτη καμπάνα που σήμαινε ότι άρχιζε η λειτουργία. Στο άκουσμα της δεύτερης καμπάνας άρχιζε όλη η οικογένεια να ντύνεται τα γιορτινά της. Συνωστισμός μπροστά στον καθρέφτη για τον καλλωπισμό. Εμείς και ενώ οι άλλοι ντύνονταν, στα κρυφά  απέξω στο χιόνι για να μη μας δει κανένα μάτι του πατέρα, στρώναμε το μαλλί που μόλις και ξεπετάγονταν από το μαθητικό κούρεμα τρίβοντάς το με την παλάμη μας μπροστά στο μέτωπο, ώστε να αρχίσει να γέρνει μπροστά σαν κοκοράκι αλά Τόνυ Κέρτις βάζοντας  όμως και λίγη μπριγιαντίνη έτσι για να στέκεται ελπίζοντας έτσι ότι θα μας δει και κανένα κοριτσίστικο μάτι στην εκκλησία.

Μόλις χτύπαγε η τρίτη καμπάνα όλη η οικογένεια ήταν πλέον στο δρόμο για την εκκλησία.

Ήδη στο χιόνι είχε ανοιχτεί ένας ντορός –μονοπάτι στο χιόνι- από αυτούς που είχαν πάει νωρίτερα στην εκκλησία και όλοι προσεκτικά μη φάμε καμιά τούμπα με τα γιορτινά μας ρούχα προχωρούσαμε σχεδόν ο ένας κρατώντας τον άλλον.

Στην εκκλησία μέσα κάτι τα φώτα, κάτι τα κεριά  και τα αναμμένα καντήλια κάτι ο συνωστισμός δημιουργούσαν  μια ανακουφιστική ζεστασιά. Σε λίγη ώρα μετά από την Τρίτη καμπάνα ο παπάς άρχιζε να ψέλνει το ‘Χριστός γεννάται δοξάσατε’ που το επαναλάμβανε όλο το εκκλησίασμα και που αυτό σήμαινε ότι κείνη την ώρα –ήταν σχεδόν δώδεκα τα μεσάνυχτα- είχε γεννηθεί ο Χριστός.

Με την επιστροφή στο σπίτι απ την εκκλησία και ενώ το τζάκι έκαιγε με ζωηρή φλόγα, στην άλλη άκρη  του η γιαγιά, που είχε μείνει στο σπίτι να φροντίσει για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, είχε μαζέψει τα κάρβουνα για να ψηθεί το κοντοσούβλι  που ήταν ήδη έτοιμο από νωρίς φτιαγμένο από κομμάτια κρέας από ντόπιο χοιρινό.

Αλήθεια τη μυρουδιά ήταν αυτή που έβγαινε απ το τζάκι. Αν και έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε αυτή η οσφρητική μνήμη του χοιρινού να ψήνεται στο τζάκι πάντα με λιγώνει! Μοσχοβόλαγε το ψημένο κρέας και δίπλα ζυμωτό ψωμί να καψαλίζεται έτοιμο να το βουτήξουμε μαζί με τη φέτα Παρνασσού μέσα στο φετινό αγουρέλαιο παραγωγής μας.

Στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι όλα ήταν έτοιμα για το μεγάλο φαγοπότι. Κρέας, κρασί, ψωμί, σαλάτες, γιαούρτι πρόβειο και πάνω απ’ όλα όρεξη πολύ όρεξη. Το χοιρινό κοντοσούβλι ήταν κάτι σαν ορεκτικό ας πούμε, εξαφανίζονταν ως δια μαγείας αλλά ακολουθούσαν τα αρνίσια παιδάκια και τελευταίο της μάνας το μαγειρευτό φρικασέ για να μην μας  χαλάσει λέει το στομάχι το κρέας που προηγήθηκε.

Και μετά γλυκό.

Μπακλαβάς με φύλλα φτιαχτά με τον πλάστη με άφθονα καρύδια και μπόλικο σιρόπι και μετά κουραμπιέδες φτιαγμένοι με φρέσκο ντόπιο πρόβειο βούτυρο.

Αυτά τα Χριστούγεννα που σας περιέγραψα νοσταλγώ να μπορούσα να ξαναζήσω ,αλλά να τα ξαναζήσω πάλι  με τους ίδιους αγαπημένους μου ανθρώπους που όλοι έχουν χαθεί πριν από πολλά χρόνια, με τον ίδιο εκείνο αυθορμητισμό και την ίδια παιδική αφέλεια, με την ίδια άδολη αγάπη και  προ πάντων στον ίδιο φυσικό χώρο ενός σπιτιού που τώρα δεν κατοικείται και ενός χωριού που πάσχει να βρει μια θέση στη νέα τάξη πραγμάτων της παγκοσμιοποίησης.

Νοιώθω όμως πολύ τυχερός σήμερα που είχα την ευκαιρία να ζήσω  αυτού του τρόπου τη γιορτή των Χριστουγέννων έτσι που να μου επιτρέπει να σκέφτομαι και να φαντάζομαι κείνα τα Χριστούγεννα της αθωότητας με νοσταλγία.

Αθήνα, Δεκέμβριος 2008

0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια