Ένα κείμενο που έγραψε και μας έστειλε η ΧΧ:
Ψάχνω να συγκροτηθώ και να βρω τις λέξεις για όσα ένιωσα σήμερα.
Αν διάβασες γενικά, ίσως να τρόμαζες με το πως φερόταν η εισαγγελέας. Απείχε αιώνες φωτός από το λειτούργημα της ο τρόπος της, σαν παρεξηγημένο παιδί που ανοίγει διαμάχες με φανταστικούς εχθρούς του indymedia. Αν ήσουν όμως εκεί, μάλλον απλά θα γελούσες γιατί μόνο γελοία ανθρώπινος ήταν ο παραλογισμός της.
Δικαζόταν και ο μπαμπάς μου για σοβαρό λόγο σήμερα. Η διαδικασία του άρχισε να εκδικάζεται εξ απροόπτου ακριβώς την ώρα που έκαναν διάσκεψη οι δικαστές για την απόφαση της Ηριάννας. Δεν τολμούσα να κατέβω δυο ορόφους κάτω, γιατί δεν πίστευα ότι υπάρχει ούτε μια περίπτωση στο εκατομμύριο να πάει κάτι στραβά με τον πατέρα μου – θα ήταν παράλογο. Όμως βρισκόμουν ήδη μέσα σε μια ιστορία που αποδείκνυε ότι το παράλογο υφίσταται όντως εδώ και ένα χρόνο γι αυτούς τους ανθρώπους. Οπότε διορθώνω τις λέξεις μου και λέω ότι φοβόμουν να κατέβω δυο ορόφους κάτω, εκεί που ήταν ο πατέρας μου. Στη διάρκεια της αναμονής υπήρχε πολλή ένταση στον χώρο, ή έστω έτσι την ένιωθα εγώ. Συσσωρευμένη τόσο που άκουγα άνθρωπο να μιλάει και ήθελα να του ουρλιάξω να σταματήσει.
Έρχεται η έδρα και παίρνει το λόγο ο πρόεδρος, με bullets και χαμηλή φωνή. Χαμογελούσαμε όλοι με όσα ακούγαμε. Πήρε το αυτί μου ένα “ομοφώνως αθώοι, δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς” και μετά τέλος. Τέλος κι αρχή μαζί.
Ένιωθα τον παλμό μου παντού, τον μορφασμό του κλάματος χωρίς τρέχουν πολλά δάκρυα. Χειροκροτήματα και αγκαλιές παντού. Κατέβηκα κάτω, αποφεύγοντας βλέμματα γιατί για μένα δεν είχε τελειώσει όλο αυτό ακόμα. Μπαίνω στην αίθουσα που δικαζόταν ο πατέρας μου και τον είδα όπως δεν τον έχω ξαναδεί. Σαν να ‘χει σπάσει. Γρήγορα άκουσα κι από κει τη λέξη αθώος. Έξω ο πατέρας μου έκλαιγε κι έκλαιγα κι εγώ μαζί του, αυτή τη φορά ρυάκι. Οπότε τέλος γι αυτούς, για τώρα. Κι αρχή για να αλλάξουν λίγο οι λέξεις σε όλα αυτά τα κείμενα που μας δεσμεύουν, όπως το 187 πκ.
Αυτά είχα να πω εγώ.
Α ναι, και κάτι άλλο: μετά απ’ αυτά όλα, μόνο χαμόγελα. Κοιτάω τα σπίτια, το τσάι μου, τον βρώμικο δρόμο και δε με πειράζει τίποτα. Απέραντο!

Χωρίς να ξέρω απολύτως τίποτα για τη δίκη του πατέρα σας, σας ευχαριστώ που μοιραστήκακε όσα μοιραστήκατε για την εμπειρία σας.
Πόσο πολύ στεναχωριέμαι με τους ανθρώπους που, χωρίς να είναι ούτε γνώστες, ούτε θύματα, ούτε συγγενείς θυμάτων (οπότε θα υπήρχε μια κατανόηση), ζητούν από τα πληκτρολόγια και τα καφενεία τους ισόβια και θανατικές καταδίκες και δημεύσεις περιουσιών και δημόσιες διαπομπεύσεις για κάθε κατηγορούμενο ή απλώς ύποπτο που θα πέσει στην αντίληψή τους…
Ούτε όμως με τους καταδικασμένους, ακόμα και αμετάκλητα, πρέπει να είμαστε εκδικητικοί, αλλά αυτό είναι μια άλλη, ακόμα πιο πονεμένη ιστορία…