σε ,

Το τέλος μίας εποχής. Μια διαφορετική άποψη για το The Irishman

Το να συγκρίνει κανείς την ταινία αυτή με τα πάλαι ποτέ αριστουργήματα του Σκορσέζε, είναι ανούσιο και άδικο

Ο σκηνοθέτης εικόνισμα του Αμερικανικού σινεμά χωρίς να έχει πλέον απολύτως τίποτα να αποδείξει, έπαιξε με τους δικούς του κανόνες και έκανε το σινεμά που ήθελε. Κόντρα σε όλους και όλα, καθώς προτού το Νetflix του εμπιστευτεί ένα budget γύρω στα 160 εκατομμύρια, ο Σκορσέζε έφαγε «άκυρα» από όλο το Χόλιγουντ. Ναι, συνέβη και αυτό στην γενικότερη κατιούσα που παίρνει το αμερικανικό σινεμά. Καθώς όπως δήλωνε, κανένα στούντιο δεν έδειχνε διάθεση για άλλη μια γκανγκστερική ταινία με εκείνον και τον Robert De Niro. Θεωρούσαν μάλλον το είδος και την ιδέα πλέον «ξεπερασμένη»…

Το κυριότερο ερώτημα είναι εάν εν έτει 2019 έχει ο κόσμος και ο κινηματογράφος ανάγκη από ακόμη ένα γκανγκστερικό έπος. Η απάντηση και εδώ είναι ένα μεγαλοπρεπές μάλιστα ΝΑΙ. Το οποίο ήρθε εμφατικά και «in your face» στα Χολιγουντιανά στούντιο από τους μεγαλύτερους κριτικών κινηματογράφου που έσπευσαν να αποθεώσουν την ταινία.

Για να παίξει όμως με τους δικούς του κανόνες και να κάνει αυτό που θέλει ο coach Marty χρειαζόταν και τους κατάλληλους «παίκτες». Οι οποίοι θα γνώριζαν την φιλοσοφία του και θα μπορούσε να τους αφήσει ελεύθερους να μαγέψουν τα πλήθη όπως μόνο εκείνοι ξέρουν.

Δε θα μπορούσε να απευθυνθεί αλλού. Με την βοήθεια της τεχνολογίας και των ειδικών εφέ που χρειάστηκαν για να φαίνονται σε μεγάλο μέρος της ταινίας 30 και 40 χρόνια νεότεροι, μάζεψε την παλιοπαρέα από τα παλιά που έχει το know how και είναι οι απόλυτοι θρύλοι των μαφιόζικων ταινιών.

Βάζεις στο ήδη αυτό χορταστικό μείγμα και τον Harvey Keitel, το μισό καστ του Boardwalk Empire, ένα πέρασμα του Steve Van Zandt από τους Sopranos και διάφορες φάτσες που γεννήθηκαν για να παίζουν σε τέτοιες ταινίες και το έχεις έτοιμο. Ένα, αναλογικά πάντα και με χαοτική διαφορά ποιότητας, Avengers των μαφιόζων. Ένα Εxpendables των gangster epics.

Διότι ότι ήταν αυτές οι δύο ταινίες για τους λάτρεις των comic και των ταινιών δράσης αντίστοιχα, είναι ο «Ιρλανδός» για όλους εμάς που μεγαλώσαμε και λατρέψαμε τα Goofellas & Casino. Που ωριμάσαμε σε κάθε επίπεδο βλέποντας όλα τα Godfather, που γαλουχηθήκαμε στην φιλοσοφία της «Ομερτά» μέσων των Donnie Brasco & Road To Perdition. Που υποκλιθήκαμε με δέος στο storytelling του «Κάποτε Στην Αμερική» και πήραμε μαθήματα σκηνοθεσίας από το «Οργισμένο Είδωλο». Που δακρύσαμε στο «A Bronx Tale» και το «Carlito’s Way», που έχουμε αφίσα το «Αmerican Gangster» και τον Tony Montana και που ήρθαμε σε οργασμό στον «Πληροφοριοδότη».

Η ζωή του Frank Sheeran (Robert De Niro) μπορούμε να πούμε πως… άλλαξε την ιστορία. Στο φόντο των γεγονότων της ζωής του ο Σκορσέζε παραδίδει μαθήματα αμερικανικής ιστορίας και του πώς ελεγχόταν το παρασκήνιο από την μαφία. Η άνοδος στην προεδρία του John F. Kennedy, η δολοφονία του, η απειλή του Φιντέλ Κάστρο, ο ψυχρός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης, τα παιχνίδια της CIA, η εμπλοκή του FBI· όλα αυτά παίζουν λίγο ή πολύ.  Γενικότερα το φιλμ στέκεται ως ένα δοκίμιο πάνω στην πολιτική, το οργανωμένο έγκλημα και το παρασκήνιο εκείνων των εποχών στις ΗΠΑ.Ο Σκορσεζέ παίρνει θέση σε ιστορικά ζητήματα που επισήμως θεωρούνται ακόμη ως αμφιλεγόμενα όπως η δολοφονία του Κένεντι, η εξαφάνιση του Jimmy Hoffa (Al Pacino) και ο ρόλος της μαφίας στην ανέγερση της Αμερικής ως πολιτική δύναμη παγκοσμίως. Μέσα από, φαινομενικά, ακόμη ένα κλασικό mob story για τον κόσμο της μαφίας η ταινία συσχετίζεται έντονα με την πραγματική σύγχρονη ιστορία της Αμερικής και διαπραγματεύεται από ενδοσκοπική μάτια τα παιχνίδια εξουσίας που καθορίζουν τις ζωές όλων μας.

Το χιούμορ είχε πάντοτε την τιμητική του σε όλες σχεδόν τις ταινίες του Σκορσέζε. Μπορεί να θεωρηθεί ως ένας από τους κορυφαίος κωμικούς σκηνοθέτες χωρίς φυσικά καν να εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία, διότι ποτέ δεν ήταν το ευθύ χιούμορ που θα αλλοίωνε το ύφος των ταινιών του. Άλλοτε το έβρισκες σε υποβόσκουσα μορφή, άλλες φορές τις περισσότερες, σε μορφή ειρωνείας και κάποιες όπως εδώ, με deadpan humor μπολιασμένο με αυτοσαρκασμό που χώνεται σαν ένεση ανακούφισης σε κατά τα άλλα τραγικά ή πλέον σοβαρά σκηνικά.

Στον «Ιρλανδό», ο Σκορσέζε είναι χαλαρός, κάνει το παιχνίδι του απελευθερωμένος και δημιουργεί με μια εμπειρία ζωής στην πλάτη του. Η οποία τον βοηθάει να βρίσκει τα sweet spots για να μας χαρίσει στιγμές που μοιάζουν κωμικά σκετσάκια και κάνουν τον θεατή αφού λυθεί στα γέλια, να συνειδητοποιήσει πως ούτε ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν παίρνει στον απόλυτο βαθμό με pretentious σοβαροφάνεια το έργο του και δε ξεχνάει πως ο πρώτος στόχος είναι η ψυχαγωγία.

Οι κωμικές στιγμές στον «Ιρλανδό» αποζημιώνουν και τον πιο απαιτητικό ή αδιάφορο θεατή και βάζουν κάτω, ό,τι έχει βγει σε αμερικανική κωμωδία εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια. Ο Σκορσέζε αυτοσαρκάζεται δέοντος, με τον ίδιο του τον εαυτό και με αυτό το είδος ταινιών που υπηρέτησε τόσες φορές.

Το να συγκρίνει κανείς την ταινία αυτή με τα πάλαι ποτέ αριστουργήματα του Σκορσέζε, είναι ανούσιο και άδικο. Δεν πιάνει ταχύτητες και το νεύρο των Καλών Παιδιών, ούτε τις ερμηνείες από το Οργισμένο Είδωλο. Αυτά όμως δεν σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο και οι συγκρίσεις ή η προσμονή για κάτι ανάλογο είναι εκτός λογικής.

Όταν πας να δεις το κλασικό ποδοσφαιρικό φιλικό «Φίλοι Ζιντάν εναντίον Φίλοι Ρονάλντο», ξέρεις πως δε θα δεις το φαινόμενο με το 9 στην πλάτη να κάνει τις κούρσες που έκανε επί Μπαρτσελόνα, ούτε τον Ζιντάν να οργώνει το γήπεδο όπως στο Μουντιάλ του ’98.

Έτσι και εδώ με τους βετεράνους του μαφιόζικου κινηματογράφου, ξέρεις ότι δεν θα δεις το βλέμμα του Ντε Νίρο να γυαλίζει, όπως στην σκηνή με την υπόκρουση του «Sunshine Of Your Love» στο Goodfellas, ούτε θα δεις τον Πατσίνο αφηνιασμένο λέοντα όπως στο Scarface.Είναι κάτι διαφορετικό, είναι μια σύνοψη, μια ολοκλήρωση και ναι, το τέλος μιας εποχής. Χωρίς να παύει να είναι ένα αυτόνομα σπουδαίο κινηματογραφικό επίτευγμα, η σημασία του Ιρλανδού ως η αυλαία μιας εποχής και μιας ολόκληρης σχολής, είναι πιο σημαντική.

Οι τρεισήμισι ώρες για έναν μέσο θεατή ακούγονται Οδύσσεια, για μαφιοζολάτρεις ακούγονται μελωδικά και σαν μια αγκαλιά που μας έλειπε. Σε όποια κατηγορία και αν ανήκεις, πίστεψε με, περνάνε νεράκι. Είναι έτσι η γραμμική της αφήγησης του σεναρίου, που μοιάζει ανθολόγιο και δεν κάνει τις τρεισήμισι αυτές ώρες μια ευθεία γραμμή, που πιθανόν θα κούραζε. Στο τελευταίο τρίτο ο ρυθμός πέφτει, τα πράγματα σκόπιμα γίνονται πένθιμα και ο Σκόρσεζε παραδίδεται στο τελευταίο farewell, όπως έτσι έπρεπε να γίνει.Ένας γλυκόπικρος κινηματογραφικός επίλογος που μοιάζει με ανασκόπηση μιας ζωής, και σεναριακά αλλά και για τον ίδιο τον Σκορσέζε.

Κάτι που μας χρωστούσαν όλοι αυτοί, για μια τελευταία φορά, ένα τελευταίο «χτύπημα». Ο Ιρλανδός έρχεται επάξια και αντάξια να σταθεί ως ένα μοντέρνο αριστούργημα βγαλμένο από τα παλιά. Είναι το κερασάκι στην τούρτα των ταινιών αυτών, από τη οποία τούρτα κάθε κομμάτι της θα μείνει ως διαχρονικό και θα συνεχίζει να συγκλονίζει και τις γενεές που έρχονται.

Ο Σκορσέζε (μαζί με τον Κόπολα και μόνο) ήταν ο καταλληλότερος μαέστρος για να κρατήσει την μπαγκέτα και αυτοί οι ηθοποιοί οι απαραίτητοι για να δώσουν ζωή στην τελευταία μεγαλειώδης πράξη στο έργο που λέγεται γκανγκστερικό σινεμά.

Κύριες και κύριοι, η αυλαία έπεσε, οι μαφιόζοι που αγαπήσαμε αποσύρονται και ο Σκορσέζε σας παραδίδει ευλαβικά το κύκνειο (;) άσμα που του αξίζει να έχει.

*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

5 λόγοι που ανυπομονώ να δω τον περίφημο Ιρλανδό του Σκορσέζε

Ακολουθήστε τα Μικροπραγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote