Από την Α., 17 ετών
Το catcalling (λεκτική σεξουαλική παρενόχληση) στους δρόμους της Αθήνας είναι καθημερινό φαινόμενο. Εγώ είμαι απ’ τις τυχερές, γιατί τα αφτιά μου από την ένταση των ακουστικών πλέον δεν ακούνε και πολλά (ένα πρόβλημα για άλλη ώρα) και δεν συγχύζομαι κάθε λίγο και λιγάκι. Ανενόχλητη και κουφή, λοιπόν, περπατάω στο κέντρο, ακούγοντας το «Αυτή που περνάει» του Δεληβοριά και φαντάζομαι πως είμαι η κοπέλα με την τσάντα Ελευθερουδάκης. Δεν βλέπω και πολύ μπροστά μου, είμαι ίσως ζωντανό παράδειγμα ονειροπόλου που κοιτά ψηλά και πέφτει στις λακούβες – κυριολεκτικά: Ξαφνικά το ένα μου ακουστικό πέφτει σ’ έναν λάκο με γκριζωπά νερά, αναγκάζοντάς με να το σώσω από βέβαιο πνιγμό και φυσικά να μην ακούσω άλλη μουσική.
Η έλλειψη μουσικής σε μια βόλτα δεν είναι δα και τόσο τρομερό πρόβλημα, μα είναι πολύ
ενοχλητικό να ακούς ορισμένα άλλα πράγματα: Ίσως σε στενοχωρήσει το πρωινό βρισίδι μεταξύ
δυο ταξιτζήδων ή να σε ζαλίσουν τα κομπρεσέρ ή, ακόμα χειρότερα, να σε κουράσουν οι ίδιες σου
οι σκέψεις. Αν πάλι είσαι γυναίκα, στους ενοχλητικούς ήχους της πόλης προστίθενται και τα
catcalls.
Η πρώτη φορά που ένιωσα κάτι να πηγαίνει λάθος ήταν στην πέμπτη δημοτικού. Φορούσα το
κορμάκι του μπαλέτου με μια μπλε φούστα από πάνω και η μαμά μου με κρατούσε από το χέρι,
καθώς πηγαίναμε στο θέατρο με το μετρό. Ένας κύριος, «ντυμένος σαν μαφιόζος», όπως σχολίασα
τότε, έκατσε απέναντί μου. Ήταν πολύ ψηλός και μεγάλος σε ηλικία, το πρόσωπό του ήταν άγριο
και το βλέμμα του εξέταζε τον χώρο με καχυποψία. Όταν κοίταξε εμένα, κατσούφιασε. Τον
αγνόησα, μα δεν σταμάτησε να με κοιτάει και τότε ένιωσα άσχημα. Το βλέμμα του εξέταζε το σώμα
μου, όπως δεν το εξέταζε κανείς, ούτε καν η δασκάλα του μπαλέτου όταν με διόρθωνε. Σκέφτηκα
πως έχω κάνει κάτι κακό, πως το κορμάκι μου είναι πολύ κολλημένο πάνω στο σώμα μου, πως η
φούστα μου είναι πολύ κοντή και πως τα μαλλιά μου, πιασμένα αλογοουρά, άφηναν τον λαιμό μου
πολύ εκτεθειμένο. Ντράπηκα πάρα πολύ, χωρίς να ξέρω καλά-καλά γιατί, αλλά δεν είπα τίποτα. Στο
μεταξύ ο κύριος δεν πήρε τα μάτια του από πάνω μου και το πρόσωπό του παρέμεινε
κατσουφιασμένο, λες και τον ενοχλούσα. Τότε δεν το σκέφτηκα, μα τώρα θα το χαρακτήριζα
αηδιαστικό και όχι ενοχλημένο.
Το περιστατικό αυτό δεν είναι και τίποτα τρομερό (νιώθω την ανάγκη να πω, μην με περάσουν για υπερβολική). Είναι, όμως, κρίμα να ξέρεις πως ένα παιδάκι μπήκε στον κόπο να τα σκεφτεί όλα
αυτά. Και είναι κρίμα να ξέρεις πως αυτή ήταν η πρώτη απ’ τις πολλές φορές που το ίδιο παιδάκι,
το οποίο στο μεταξύ μεγάλωσε, σκέφτηκε με αυτόν τον τρόπο. Και είναι κρίμα να ξέρεις πως έτσι
σκέφτονται όλα τα κοριτσάκια, όλες οι κοπέλες, όλες οι γυναίκες και όλες οι γιαγιάδες. Και είναι
κρίμα που στην πραγματικότητα δεν το ξέρουν και πολλοί, γιατί πολύ απλά το έχουμε συνηθίσει.
Όπως, λοιπόν, δεν θα σχολιάσουμε το πόσο αλμυρή είναι η θάλασσα, πόσο γαλάζιος είναι ο
ουρανός και πόσο φωτεινός είναι ο ήλιος, έτσι ποτέ καμιά γυναίκα δεν θα πει πως έκανε αυτές τις
ενοχικές σκέψεις. Ίσως πει κάτι πιο «χοντρό», κάτι που θα θεωρήσει πως θα γίνει σεβαστό, κάτι
που θα ακουστεί αρκετά σοβαρό, ώστε να μην της πουν πως είναι υπερβολική ή πως πρέπει να
αποκτήσει λίγο χιούμορ.
Τα «χοντρά» περιστατικά δεν χρειάζεται να σας τα πω, γιατί τα ξέρετε ήδη. Εγώ θέλω να σας πω γι’ αυτά τα μικρά, τα ασήμαντα, τα συνηθισμένα, αυτά που όλες προσπερνούν στην ερώτηση του μεσημεριανού τραπεζιού «τι νέα για σήμερα»; Μπορεί να έχουν το μέγεθος μυρμηγκιού στα μάτια των πολλών, μα είναι αυτά που γεννούν τον φόβο στο παιδικά μυαλά και αυτά που τον διατηρούν μέχρι τέλους. Είναι αυτά που με έκαναν να σκεφτώ την επόμενη φορά να φορέσω φόρμα αντί για φούστα, να μην βαφτώ πολύ σε ένα πάρτυ, να μην χορέψω πολύ σε μια συναυλία, να κρατήσω τα κλειδιά μου σφιχτά μέσα στην παλάμη μου, να μην ξαναπάρω το λεωφορείο, να μην ξαναπάρω την κόκκινη, την μπλε, την πράσινη γραμμή, να καλέσω ταξί για να πάω σπίτι, να μην ξανακαλέσω ταξί για να πάω σπίτι, να μην πω την ηλικία μου, να κρύψω τα μπούτια μου απ’ τον καθηγητή μου, να μην γελάσω πολύ δυνατά, να πάρω τηλέφωνο μια φίλη μου, αποκαλώντας την «Κώστα», να μην φορέσω σορτσάκι, να μην απλωθώ πολύ, να μαζευτώ, να γίνω ένα κουβάρι, να μην μιλήσω, να μην κοιτάξω στα μάτια κανέναν, να μην περπατήσω πολύ αργά, να τρέξω στον δρόμο για το σπίτι, να μην ανασάνω πολύ δυνατά, να μην αφήσω κανέναν να καταλάβει πως υπάρχω.
Αυτήν την καθημερινότητα έχτισε ο φόβος για μας και αυτό δύσκολα θα αλλάξει. Ήθελα απλά να το πω κάπου, γιατί δεν είναι αρκετά σοβαρό, ώστε να γίνει πρώτη είδηση, αλλά ούτε αρκετά
ασήμαντο, ώστε να μείνει ασχολίαστο. Ήθελα απλά να πω πως πριν φτάσουμε στην κακοποίηση,
τον βιασμό και τη γυναικοκτονία, έχουμε αγνοήσει επιδεικτικά το στάδιο του εκφοβισμού στους
δρόμους, λες και δεν αρχίζουν όλα από ένα χούφτωμα ή ένα σχόλιο.
Γι’ αυτό, κορίτσια και αγόρια, την επόμενη φορά που σας ενοχλήσει κάποιος στον δρόμο, αν
μπορέσετε, μαζέψτε λίγη δύναμη και υπερασπιστείτε τους εαυτούς σας. Αν δείτε να το κάνουν σε
κάποια άλλη, πάρτε μια βαθιά ανάσα και αντιδράστε. Μην το κάνετε με κίνδυνο να πάθετε κακό,
σιγουρευτείτε πρώτα πως είστε ασφαλείς και μετά κάντε ηρωισμούς. Αν αρχίσουμε, όμως, να λέμε
έστω ένα «σε βλέπω» σ’ όσους θεωρούν πως περνούν απαρατήρητοι, ίσως εκείνοι τρομάξουν
περισσότερο από εμάς.

Υπεροχο κειμενο..νιωθω απολυτη ταυτιση. Παρολο που δεν ειμαι 17 πλεον, ειδα τη ζωη μου να περνα μπροστα μου σα να μην αλλαξε τιποτα μεσα σε τοσα χρονια.