σε ,

Ζώντας με έναν αγριόγατο

Αυτή είναι η ιστορία μας

Ο Ζιγιάς.
Ο Ζιγιάς

Μοιάζει με τίτλο ντοκιμαντέρ και όντως θα μπορούσε να είναι.

Γιατί πράγματι έζησα με ένα τέτοιο πανέμορφο πλάσμα σχεδόν καθημερινά, από την άνοιξη του ’14 έως και το καλοκαίρι του ’15 και κατόπιν με διαλείμματα, έως και την περσινή Πρωτοχρονιά.

Τότε ήταν η τελευταία φορά που έμαθα νέα του…

Τον έλεγαν Ζιγιά. Έτσι τον είχε ονομάσει η κυρία Γεωργία, απ’τον ομώνυμο ήρωα του αγαπημένου της τουρκικού σήριαλ. Μέχρι να το μάθω αυτό, για μένα ήταν ο Ψηλέας και ο λόγος παραπάνω από προφανής. Επρόκειτο για ένα γάτο στο μέγεθος σκύλου που έφτανε σε μήκος σχεδόν το μισό μέτρο. Το κεφάλι του ήταν επίσης μεγάλο, σαν μπάλα του ράγκμπι, με δύο θλιμμένα πράσινα μάτια στο κέντρο. Το χρώμα που κυριαρχούσε πάνω του ήταν το γκρι, αν τον κοιτούσες όμως προσεκτικότερα στο φως, έβλεπες μαύρες, καφέ και άσπρες αποχρώσεις, πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για αρσενικό γάτο, μιας και μόνο οι θηλυκές έχουν πάνω από δύο χρώματα, οι λεγόμενες “κάλικο”. Μάλιστα η γούνα του ήταν λευκή λες και φορούσε κασκόλ. Λευκά ήταν και τα τέσσερα πατουσάκια του.

Ο Ζιγιάς τρώει κροκέτες

Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του κάτι μου θύμιζαν αλλά δεν μπορούσα να βρω τι. Την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, άλλωστε, δεν πρόλαβα να τον παρατηρήσω πολύ μιας και ήταν νύχτα και ο ίδιος έμοιαζε διστακτικός. Του πρόσφερα μια λιχουδιά απ’αυτές που κουβαλούσα πάντα μαζί μου για την περίπτωση που συναντούσα κανένα καημένο αδέσποτο, αλλά δεν τη καταδέχτηκε. Ούτε και τη δεύτερη φορά που ανταμώσαμε στην πυλωτή της πολυκατοικίας μου, όπου με έπιασε να  χαϊδεύομαι με την Ζωζώ, την -στειρωμένη- αφέντρα των γατιών στη γειτονιά μου. Λίγο πριν μου ξαναγυρίσει την πλάτη είδα την θλίψη που κουβαλούσε στα μάτια του κι αυτό ήταν.

Τον ερωτεύτηκα.

Ήμουν κι εγώ μέσα στη στεναχώρια. Να έπαιξε το ρόλο του; Μπορεί. Δεν ήταν πάρα λίγες μέρες που είχα επιστρέψει στην Θεσσαλονίκη από την Επανομή, εξαιτίας του θανάτου του συνονόματου γάτου μου, του Οδυσσέα. Έψαχνα απελπισμένος για παρηγοριά στα ζωάκια του δρόμου και μπορώ να πω ότι την βρήκα. Στην Άνω Ηλιούπολη, όπου έμενα, έμαθα σχεδόν κάθε γάτα και σκύλο ενώ έκανα και γνωριμίες στο κέντρο και σε άλλες περιοχές. Η Ζωζώκα που ανέφερα ήδη, ο γιος της (πριν από τη στείρωση) ο Μηχανικός/Τραγουδιστής που την έστηνε έξω απ’τα γυράδικα, ο Πειρατής, η Ματούλα, ο Τζίτζης, ο Εσκομπάρ, η Σταχτοπούτα…

Όμως σαν τον Ζιγιά δεν ήταν κανείς.

Το τρίτο ραντεβού μας αποδείχτηκε το πιο καθοριστικό. Μόλις με είδε, έτρεξε πάνω μου και δεν μ’άφηνε. Μου χάιδεψε τα πόδια μπρος- πίσω με τη πεπονοκεφάλα του, με άφησε να τον χαϊδέψω κι εγώ κι όταν χόρτασε από αγάπη, μου επέτρεψε και να τον ταΐσω.

Αυτό ήταν. Κάθε βράδυ, πολλές φορές κι αργά τη νύχτα, έβγαινα να βρω τον φίλο μου, να του προσφέρω φαγάκι από νωπή γατοτροφή και να «αράξω» μαζί του. Είχα εντοπίσει σε ποια σημεία στην περιοχή σύχναζε περισσότερο και πήγαινα κατευθείαν εκεί. Συνήθως τον έβρισκα να με περιμένει, αλλά δεν ήταν και λίγες οι φορές που γυρνούσα  το τετράγωνο για να τον ξετρυπώσω. Μπορώ να πω με βεβαιότητα πως τον έβρισκα πάντα. Τι κι αν κοιμόταν σε μια πρασιά, ανάμεσα σε τελάρα ή  σ’ εκείνο το  βαρέλι στον διπλανό ακάλυπτο, όταν άρχιζα να ψιθυρίζω το «ψιτ,ψιτ,ψιτ!Γιαβρί μου!..» ήταν σίγουρο πως σε λίγο θα  έβλεπα τη μεγαλόσωμη  σιλουέτα του να ξεπροβάλλει απ’τα σκοτάδια…

Βάζοντας την αμπούλα.Κατω απ'το πόδι μου διακρίνεται ο Εσκομπάρ (θηλυκό, παρακαλώ!)
Βάζοντας την αμπούλα. Κάτω απ’το πόδι μου διακρίνεται ο Εσκομπάρ (θηλυκό, παρακαλώ!)

Είχα αποκτήσει έναν κολλητό. Ήμουν δίπλα του όταν αρρώστησε για να του βάζω τριμμένο το χάπι της αντιβίωσης στο κοτομπέικον, αφού μόνο τέτοιο έτρωγε εκείνο το διάστημα, το παλιόγατο! Ήταν δίπλα μου όταν αρρώστησα κι εγώ με τη σειρά μου σοβαρά και μου ‘δινε κουράγιο. Κάναμε παρέα Πάσχα, μαζί και με αλλά γατιά εκείνο το βράδυ, που μαζεύτηκαν γύρω μας από φόβο  για τους κρότους απ’τα πυροτεχνήματα.

Δύο φορές προσπάθησα να τον ανεβάσω πάνω στο διαμέρισμα, μπας και τον κάνω σπιτόγατο.Το στέκι μας ήταν ένα παγκάκι κοντά στο πάρκινγκ μιας οικοδομής. Τον οδήγησα από κει στην δικιά μου, μπρος εγώ και πίσω αυτός να ακολουθεί, σαν σκυλάκι. Ξαφνικά, ένας νεαρός με σταμάτησε «Φίλε, δικιά σου είναι; Πρώτη φορά βλέπω γάτα να ακολουθεί άνθρωπο!» Ήταν το ωραιότερο κομπλιμέντο που μου έκαναν ποτέ, μόνο που δεν έγινε πραγματικότητα. Τον Ζιγιά και τις δύο φορές τον κατάφερα να μπει μέχρι και τα κοινόχρηστα, αλλά δεν προχώρησε πιο μέσα.

Και δεν μπορούσα να τον βάλω με το ζόρι, δεν σήκωνε τέτοια. Παραδείγματος χάριν, λίγο να τον άγγιζα σε σημεία που δεν ήθελε (όπως εκεί κάτω που γαργαλάμε τα σκυλιά και κουνούν τα πόδια σαν τρελά), έβγαζε νύχια.

Σωστός αγριόγατος.

Κάπως έτσι μου ‘ρθε κι η φλασιά. Αυτό που μου θύμιζε εξαρχής το φιλαράκι μου και δεν μπορούσα να το βρω, ήταν η ομοιότητα του με αγριόγατο.

Έτρεξα στο ίντερνετ και το γκούγκλαρα. Όλες οι πληροφορίες ήταν μπροστά μου να το επιβεβαιώνουν. Το μεγάλο μέγεθος, τα πολλά χρώματα, το στρογγυλό κεφάλι, οι δακτύλιοι στην ουρά, ακόμα και το άσπρο «κασκόλ» βρήκα να το έχουν σε ορισμένες περιπτώσεις οι αγριόγατοι της Σκωτίας. Πιο τρανταχτή ένδειξη ήταν οι φωτογραφίες. Ειδικά αυτή του «φουρόγατου», του αγριόγατου της Κρήτης, απ’το μακρινό 1992, όταν δύο φοιτήτριες τον είχαν αιχμαλωτίσει.

Ο Φουρογατος της Κρήτης
Ο φουρόγατος της Κρήτης

Ήταν ο Ζιγιάς αγριόγατος λοιπόν; Δε μπορώ να πω με σιγουριά γιατί δεν είμαι ειδικός. Όμως οι φωτογραφίες μιλάνε, μια εικόνα χίλιες λέξεις δεν λένε;

Και ίσως να μην είναι τυχαίο που λίγο νοτιότερα απ’το σμαραγδένιο νησί, ανακάλυψα πρόσφατα μέσω facebook ακόμα έναν Ζιγιά. Είναι ο -όνομα και πράμα- Κεφάλας. Ανεξάρτητος κι αυτός, επισκέπτεται τακτικά την οικία της φίλης μου από την Κύπρο για φαγητό και χάδια. Και τα ποστ που ανεβάζει με τις μαγουλάρες του πρώτο πλάνο έχουν φανατικούς ακολούθους.

Ο Κεφάλας εκ Κύπρου.
Ο Κεφάλας εκ Κύπρου

Ήρθε ο καιρός και ξανάφυγα για την Επανομή. Αλλά ερχόμουν κάθε τρεις και λίγο να δω τον αγριόγατο μου και να του βάλω την αμπούλα του για τους ψύλλους. Σε ένα τέτοιο πηγαινέλα ήταν που ο Ζιγιάς μου σύστησε τη Λέλα, την κοπέλα που τον πρόσεχε παράλληλα με μένα όλο αυτόν τον καιρό. Χωρίς να το ξέρει αυτό παρά μόνο ο παλιόγατος που το έπαιζε δίπορτο!

Η μήπως και τρίπορτο; Θα μάθω ποτέ άραγε;

Μάλλον όχι. Όταν τον Ιανουάριο πέρσι στις 2 του μηνός επέστρεψα  μόνιμα πια, η Λέλα και η μαμά της η Γεωργία, μου είπαν πως ο φουρόγατος της Άνω Ηλιούπολης, είχε καιρό να φανεί. “Δεν φαινόταν πολύ καλά τελευταία”, μου είπε η Λέλα. «Είχε αδυνατίσει κ δεν είχε πολύ όρεξη. Προσπάθησα να τον πλησιάσω αλλά όλο μου έφευγε»

Άρχισαν να με πιάνουν τα ζουμιά…

«Μη κάνεις έτσι» με παρηγόρησε η κυρία Γεωργία. «Μη ξεχνάς πως ήταν μεγάλος, πάνω από επτά, ίσως και δέκα χρόνων».

Ο Ζιγιάς.
Ο Ζιγιάς

Πάνω από επτά, ίσως και δέκα…

Κι εγώ έζησα κοντά του, μια χρονιά γεμάτη και σπαστά δύο επόμενες.

Ένα χρόνο μετά, για μένα ο φίλος μου δεν έχει πεθάνει, είναι ακόμα κάπου εκεί έξω, κάπου που βρήκε να τον αγαπάνε περισσότερο, κάπου πιο ωραία. Για αυτό και δεν του έχω πει αντίο ακόμη, ούτε «καλή αντάμωση», όπως είχα πει στον Οδυσσέα.

Χαϊδεύω τον Πάντα που κοιμάται δίπλα  μου. Δεν είναι αγριόγατος σαν εκείνον αλλά μου τον θυμίζει.

Σε περιμένω Ζιγιά, ξέρεις που μένω. Νιαούρισε και θα κατέβω αμέσως.

Οδυσσέας Σταυράκης, περήφανος μπαμπάς του γάτου Πάντα.

*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Ποιοι δηλητηριάζουν τα αδέσποτα τις μέρες των Χριστουγέννων;

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote