σε , , ,

9 μεγάλοι έρωτες στην παγκόσμια λογοτεχνία

Μεγάλοι, θυελλώδεις έρωτες, όπως τους διαβάσαμε στις σελίδες κλασικών μυθιστορημάτων

Έρωτες καταστροφικοί και αυτοκαταστροφικοί, έρωτες που δεν τους συνειδητοποιείς άμα δεν περάσουν τετρακόσιες πενήντα οκτώ σελίδες, έρωτες των οποίων οι εμπλεκόμενοι τους αρνούνται πεισματικά μέχρι να τους παραδεχτούν. Παρακάτω συγκεντρώσαμε εννέα εμβληματικούς έρωτες στην παγκόσμια λογοτεχνία στους οποίους χρωστάμε μερικές από τις μεγαλύτερες συγκινήσεις μας

1. Άννα Καρένινα και Αλεξάντρ Βρόνσκι στο «Άννα Καρένινα»

Η ιστορία εκτυλίσσεται στους υψηλούς κύκλους της Ρώσικης κοινωνίας. Η παντρεμένη Άννα Καρένινα επισκέπτεται τον αδελφό της στην Μόσχα, για να τον βοηθήσει στο γάμο του όπου εκεί συναντά τον νεαρό Κόμη Βρόνσκι. Ο έρωτας τους είναι κεραυνοβόλος. Η Καρένινα προσπαθεί να καταπολεμήσει τα θέλω της, αλλά δεν αντέχει και εγκαταλείπει τον άντρα της Αλεξέϊ. Η ιστορία της Άννας και του Κόμη Βρόνσκι έχει τα πάντα: πάθος, ζήλια, έρωτα, εγκυμοσύνη, κι άλλη ζήλια, απόγονο και στωικό σύζυγο που θέλει να αποφύγει την κοινωνική κατακραυγή και της αρνείται το διαζύγιο, μέχρι που εκείνη καταφεύγει αρχικά στην Ευρώπη, εν συνεχεία στη μορφίνη και στο τέλος στις ράγες του τρένου.

Θέλουνε τάχα να μας μάθουνε πώς πρέπει να ζούμε. Ιδέα δεν έχουνε τι θα πει ευτυχία, δεν ξέρουν πως δίχως αυτόν τον έρωτα δεν υπάρχει για μας ευτυχία ούτε δυστυχία, δίχως αυτόν τον έρωτα δεν υπάρχει ζωή

2. Ρωμαίος και Ιουλιέτα στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»

Ο Ρωμαίος είναι ερωτευμένος με τη Ροζαλίνα, ανιψιά του Καπουλέτου. Εντωμεταξύ ο Καπουλέτος ενθουσιάζεται με την ιδέα να παντρέψει την Ιουλιέτα με τον Κόμη Πάρη και τον καλεί στην προγραμματισμένη εορταστική συνάθροιση των Καπουλέτων. Ο Ρωμαίος μαζί με τους φίλους του πηγαίνουν, λόγω του έρωτα του Ρωμαίου, απρόσκλητοι στη γιορτή προσδοκώντας να δουν τη Ροζαλίνα. Κατά τη διάρκεια της γιορτής όμως ο Ρωμαίος ερωτεύεται κεραυνοβόλα την Ιουλιέτα. Χορεύοντας μαζί μαθαίνουν ότι οι οικογένειες τους είναι αντίπαλες και πως κυριαρχεί μια αδυσώπητη έχθρα ανάμεσά τους. Αψηφώντας τον κίνδυνο, ο Ρωμαίος ψάχνει να βρει την Ιουλιέτα, την οποία δεν μπορεί να ξεχάσει. Γλιστρά στα κρυφά στον κήπο των Καπουλέτων και ακούει κάτω από το μπαλκόνι της την Ιουλιέτα να εξομολογείται πως τον αγαπά παρόλο το μίσος των οικογενειών τους. Τότε της φανερώνεται και αποφασίζουν να παντρευτούν.

-Καλή σου νύχτα, χίλιες φορές καλή σου νύχτα.

-Χίλιες φορές κακή χωρίς το φως σου.

-Καληνύχτα καληνύχτα τούτη η πίκρα του χωρισμού έχει μια γλύκα τόση που καληνύχτα θα σου λέω μέχρι να ξημερώσει.

-Ύπνος να ‘ρθει στα μάτια σου και στην καρδιά σου ειρήνη.

-Ύπνος και ειρήνη θα θελα για σένα να ‘χα γίνει.

3. Ελίζαμπεθ Μπένετ και Φιτζγουίλιαμ Ντάρσι  στο «Περηφάνια και Προκατάληψη»

Ο κύριος και η κυρία Μπένετ έχουν πέντε κόρες που είναι όλες ανύπαντρες. Όταν ένας πλούσιος και ευχάριστος νέος μετακομίζει στην γειτονιά η κυρία Μπένετ ελπίζει να τον εξασφαλίσει ως γαμπρό για την όμορφη μεγαλύτερη κόρη της, δίδα Τζέιν Μπένετ. Η εκκολαπτόμενη σχέση όμως σαμποτάρεται από τον υπερόπτη φίλο του νεαρού, κύριο Ντάρσυ, που θεωρεί το προξενιό ακατάλληλο. Όταν ο κύριος Ντάρσυ με τη σειρά του ερωτεύεται την δεύτερη κόρη των Μπένετ, δίδα Ελίζαμπεθ Μπένετ, η συγκαταβατική πρόταση του για γάμο απορρίπτεται από την Ελίζαμπεθ με ειρωνεία και η προσέγγιση φαίνεται να σταματά.

Ακολουθεί μια αλληλουχία απολαυστικών απιθανοτήτων, μέχρι οι δυο τους να φτάσουν να συνειδητοποιήσουν ότι ήταν εξαρχής τρελά ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον.

Θα μπορούσα εύκολα να συγχωρήσω την περηφάνια του, αν δεν είχε συντρίψει τη δική μου.

4. Φλορεντίνο Αρίσα και Φερμίνα Δάσα στο «Έρωτας στα χρόνια της χολέρας»

Ο κεραυνός που χτυπάει τις καρδιές του νεαρού Φλορεντίνο Αρίσα και της συνομήλικής του Φερμίνα Δάσα διακόπτεται απότομα από τη σφοδρή αντίδραση του πατέρα της και ακυρώνεται με το πέρασμα του χρόνου, όσον την αφορά.  Ο Φλορεντίνο θα παραμείνει συναισθηματικά ανάπηρος σχεδόν για όλη του τη ζωή, μη μπορώντας να την ξεχάσει. Η Φερμίνα, αντίθετα, υποκύπτει στα θέλγητρα ενός γοητευτικού και έμπειρου γιατρού, φτιάχνει οικογένεια και εκλογικεύει την απώλεια του πρώτου άντρα στη ζωή της. Με φόντο τις ακτές της Καραϊβικής και δαμόκλειο σπάθη την τρομερή αρρώστια της εποχής, τη χολέρα, οι δύο πρωταγωνιστές επιζούν σαν να είναι απρόσβλητοι από την επιδημία, λόγω της δύναμης με την οποία ερωτεύτηκαν.

Θα συναντηθούν μόνον όταν ο σύζυγος της Φερμίνα πεθάνει και το πεδίο για τον Φλορεντίνο είναι και πάλι ελεύθερο. Όχι μόνο δεν την ξέχασε -μετά από 51 χρόνια, 9 μήνες και 4 ημέρες που έχουν περάσει- αλλά δεν την ξεπέρασε ποτέ, και το ψήγμα της ελπίδας μέσα του έμεινε ζωντανό και ενεργό.

Ήταν σαν να είχαν περάσει πάνω από το δύσκολο γολγοθά της συζυγικής ζωής κι είχαν φτάσει χωρίς άλλες περιπέτειες στο κέντρο του έρωτα. Περνούσαν σιωπηλά, σαν δυο γέροι ζεματισμένοι από τη ζωή, πέρα από τις παγίδες του πάθους, πέρα από τις άγριες κοροϊδίες των ψευδαισθήσεων και τους αντικαθρεφτισμούς των παθημάτων τους: πέρα από τον έρωτα. Γιατί είχαν ζήσει αρκετά για να καταλάβουν πως ο έρωτας είναι έρωτας σ΄ οποιαδήποτε εποχή και σ΄ οποιοδήποτε τόπο, αλλά γινόταν πιο έντονος όταν βρίσκονταν κοντά στο θάνατο.

5. Φρεντερίκ Μορό και Μαντάμ Αρνού στην «Αισθηματική Αγωγή»

Ο νεαρός και ξένοιαστος Φρεντερίκ ερωτεύεται με πάθος την παντρεμένη μαντάμ Αρνού. Για να την προσεγγίσει σχετίζεται με τον κύκλο της και τελικά της εκφράζει τον έρωτά του, τον οποίο εκείνη «φυσικά” απορρίπτει, αφού είναι «κυρία”, και όχι επειδή δεν θέλει –κάπως σαν τη Μέριλ Στριπ στις «Γέφυρες του Μάντισον”.

Ο Γκιστάβ Φλωμπέρ, ερωτευμένος κι εκείνος με την κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερή του και παντρεμένη Ελίζα Σλέσινγκερ (η οποία πεθαίνει χρόνια μετά από εκείνον, σε ένα ψυχιατρείο) γράφει μια βαθύτατα συγκινητική ιστορία για την ελαφρότητα και το εφήμερο του έρωτα, ή για την αιώνια αντοχή της αξίας του –όπως θέλει ο καθένας το παίρνει.

…της ορκίστηκε πως δεν πέρασε ούτε μέρα δίχως να τον βασανίσει η ανάμνησή της.
-Δεν πιστεύω απολύτως τίποτε, κύριε.
-Κι όμως ξέρετε πως σας αγαπώ!
Εκείνη δεν απάντησε.
-Ξέρετε πως σας αγαπώ
Εκείνη δεν έβγαλε λέξη.

6. Κουασιμόδος και Εσμεράλντα στην «Παναγία των Παρισίων»

Η τσιγγάνα Εσμεράλντα χορεύει στον προαύλιο χώρο του ναού της Παναγίας των Παρισίων. Προκαλεί την προσοχή του Αρχιδιακόνου Κλαύδιου Φρολό ο οποίος θέλει να την κατακτήσει. Ο Αρχιδιάκονος, με τη βοήθεια του Κουασιμόδου (κωδωνοκρούστη του ναού, ρωμαλέου αλλά κακάσχημου ανθρώπου) προσπαθεί να την απαγάγει. Η Εσμεράλντα καταφέρνει να αποφύγει την απαγωγή μετά από επέμβαση μιας ομάδας στρατιωτών με αρχηγό τον αξιωματικό Φοίβο Σατοπέρ με τον οποίο ξανασυναντιέται λίγες μέρες αργότερα. Ο Φοίβος ερωτεύεται την όμορφη τσιγγάνα. Ο Αρχιδιάκονος, σκοτώνει το Φοίβο και κατηγορεί για τον θάνατό του την Εσμεράλντα που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη θανατική ποινή. Η Εσμεράλντα οδηγείται μπροστά στην Πύλη του Ναού όπου επεμβαίνει ο Κουασιμόδος που και αυτός την αγαπά με πάθος. Καταφέρνει να την κρύψει στο εσωτερικό του Ναού. Μετά από αρκετές περιπέτειες η όμορφη τσιγγάνα Εσμεράλντα συλλαμβάνεται και εκτελείται. Την εκτέλεση της κοπέλας την παρακολουθούν από το κωδωνοστάσιο ο Κουασιμόδος με τον Αρχιδιάκονο. Ο Κουασιμόδος πετάει από το κωδωνοστάσιο τον Αρχιδιάκονο στο κενό για να σκοτωθεί. Στο τέλος ο Κουασιμόδος πεθαίνει στο νεκροταφείο έχοντας στην αγκαλιά του το πτώμα της αγαπημένης του Εσμεράλντας.

Ύστερα από λίγα λεπτά ο Κουασιμόδος περιέφερε το γεμάτο αγωνία βλέμμα του στον κόσμο κι επανέλαβε με ακόμη πιο σπαρακτική κραυγή:
– Νερό!
Κι όλοι ξανάβαλαν  τα γέλια. Τότε ο Ρομπέν Πουσπέν του πέταξε στα μούτρα ένα σφουγγάρι που το είχε μουσκέψει στο βούρκο.
– Πιες αυτό εδώ! φώναξε. Έλα, πιάσ’ το, βρομιάρη κουφέ! Στο χρωστάω.
Ταυτόχρονα μια γυναίκα του έριξε μια πέτρα που τον βρήκε στο κεφάλι.
– Άρπα την! Για να μάθεις να μας ξυπνάς τη νύχτα με τα αναθεματισμένα τα καμπανάκια σου, ούρλιαξε. (…)
– Νερό! επανέλαβε τρίτη φορά ο Κουασιμόδος ασθμαίνοντας.
Την ίδια στιγμή είδε το πλήθος να παραμερίζει. Μια κοπέλα με αλλόκοτη φορεσιά και με ένα ντέφι στο χέρι πρόβαλε μέσα από τον κόσμο. Τη συνόδευε ένα μικρό, κάτασπρο κατσικάκι με χρυσωμένα κερατάκια.

Το μοναδικό μάτι του Κουασιμόδου άστραψε. Είδε τη γυφτοπούλα που ο ίδιος είχε προσπαθήσει να απαγάγει την περασμένη νύχτα και που γι’ αυτήν είχε την αόριστη εντύπωση ότι τον τιμωρούσαν τώρα. Βέβαια, αυτό δεν ήταν αλήθεια, αφού η καταδίκη του οφειλόταν απλώς στην κακοτυχία του ότι αφενός ήταν κουφός και αφετέρου τον είχε δικάσει ένας κουφός. Όμως ήταν σίγουρος ότι το κορίτσι είχε έρθει για να τον εκδικηθεί με τη σειρά του και να του δώσει ένα ακόμη χτύπημα όπως όλοι οι άλλοι. (…)
Η κοπέλα πλησίασε αμίλητη τον κατάδικο, που στριφογύριζε μάταια για να της ξεφύγει, και τραβώντας ένα παγούρι από τη ζώνη της το έφερε απαλά στα κατάξερα χείλη του.

Και τότε, απ’ αυτό το ως τώρα ολόστεγνο και πυρωμένο μάτι είδαν ένα χοντρό δάκρυ να κυλά αργά σε όλο το κακάσχημο και παραμορφωμένο από τις συσπάσεις πρόσωπό του. Ίσως ήταν το πρώτο δάκρυ που είχε χύσει ποτέ ο άμοιρος.
Παρ’ όλα αυτά ξεχνούσε να πιει. Η τσιγγανοπούλα έκανε πάλι τη γνωστή της γκριμάτσα και με ένα ανυπόμονο χαμόγελο ακούμπησε το στόμιο του παγουριού στα χείλη του Κουασιμόδου με τα σουβλόδοντα.

Εκείνος ήπιε άπληστα, με ασίγαστη δίψα.

7. Κάθριν και Χίθκλιφ στα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η Κάθριν και ο Χίθκλιφ μεγαλώνουν μαζί. Το μελαχρινό άστεγο αγόρι που ο πατέρας της Κάθριν, o κύριος Έρνσο, έφερε στο σπίτι θα γίνει ο σύντροφός της στα παιχνίδια και ο εκλεκτός της καρδιάς της. Μετά τον θάνατο του κυρίου Έρνσο, ο αδελφός της Κάθριν ταπεινώνει και μειώνει τον Χίθκλιφ, στερώντας του τη μόρφωση και κάθε ευκαιρία για εξέλιξη.

Η Κάθριν, πιστεύοντας ότι ο Χίθκλιφ δεν είναι αντάξιός της, αποφασίζει να παντρευτεί κάποιον άλλο και ο Χίθκλιφ πικραμένος φεύγει από το σπίτι. Όταν επιστρέφει λίγα χρόνια αργότερα, η μεταμόρφωση του Χίθκλιφ είναι εντυπωσιακή. Όμως πίσω από τους εκλεπτυσμένους τρόπους του κρύβεται το άσβεστο μίσος για εκείνους που τον ταπείνωσαν και τον έκαναν να υποφέρει. Το σατανικό του μυαλό μηχανεύεται ένα φοβερό σχέδιο εκδίκησης, που στο τέλος θα καταστρέψει και τον ίδιο.

Εσύ, με τη θέλησή σου, εσύ το έκανες. Δεν ράγισα εγώ τη καρδιά σου, εσύ τη ράγισες. Και ραγίζοντάς τη ράγισες και τη δική μου.

Είμαι ο Χίθκλιφ. Είναι πάντα μες στο μυαλό μου, όχι σαν μια ευχαρίστηση, εκτός κι αν είμαι ευχαρίστηση για τον εαυτό μου, αλλά σαν το είναι μου

8. Γκάτσμπυ και Νταίζη στο «Ο υπέροχος Γκάτσμπυ»

Βρισκόμαστε στη Ν. Υόρκη τη δεκαετία του 1920. Είναι η εποχή της τζαζ, μια εποχή θαυμάτων, τέχνης, υπερβολής, όπου κυριαρχεί ακόμα η πεποίθηση ότι τα λεφτά μπορούν να αγοράσουν την ευτυχία. Ο Γκάτσμπυ είναι πάμπλουτος, μένει σε μια έπαυλη, έχει μπάτλερ, υπηρέτες, μια Ρολς-Ρόις και διοργανώνει θρυλικά πάρτι. Κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται, ούτε πώς κατέχει μια τόσο μεγάλη περιουσία, ωστόσο όλοι γοητεύονται από το μυστηριώδες παρελθόν και τον τρόπο ζωής του.

Ωστόσο, εκείνο που πάνω απ’ όλα τον καθιστά μεγάλο -μυθικό- ήρωα και παραδειγματικό εραστή για κάθε εποχή είναι ο έμμονος, ανυποχώρητος, απόλυτος, κατακτητικός, ρομαντικός έρωτάς του για την Νταίζυ, ένας έρωτας που είναι αμήχανα και ιδεαλιστικά εφηβικός και, ταυτόχρονα, δυναμικά και ακράδαντα ανδρικός. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Γκάτσμπυ αναδεικνύεται σε ηθικά ανώτερο χαρακτήρα από την Νταίζυ που αποδεικνύεται τελικά πως δεν είναι παρά μια «όμορφη χαζούλα” με μια ψιθυριστή ναζιάρικη φωνή, μια «φωνή γεμάτη λεφτά”.

Ο Γκάτσμπυ δεν έχει αυταπάτες, γνωρίζει καλά ότι η Νταίζυ υπολείπεται των ονείρων του

Όχι από δικό της λάθος, αλλά εξαιτίας της κολοσσιαίας δυναμικότητας της φαντασίωσής του που υπερέβαινε και την Νταίζυ, υπερέβαινε τα πάντα. Είχε ριχτεί σε αυτήν την ψευδαίσθηση με δημιουργικό πάθος, πλουτίζοντάς τη συνεχώς, στολίζοντάς τη με κάθε λαμπερό φτερό που έβρισκε στο δρόμο του. Δεν υπάρχει φωτιά ή παγωνιά που μπορεί να αντιμετρηθεί με αυτό που φωλιάζει στην άγρια καρδιά ενός άντρα

9. Νόα και Άλι στο «The notebook»

Ο Νόα Καλχούν έχει μόλις επιστρέψει από τα πεδία μάχης του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Σε μια απόπειρα να αφήσει πίσω του τα φαντάσματα του πολέμου, επικεντρώνεται στην ανακαίνιση ενός παλιού σπιτιού. Τον βασανίζουν οι αναμνήσεις μιας κοπέλας που του έκλεψε την καρδιά πριν από δεκατέσσερα χρόνια – ώσπου αναπάντεχα η κοπέλα αυτή, η Άλι, εμφανίζεται στο κατώφλι του.

Δεκατέσσερα χρόνια πριν, ο Νόα και η Άλι είχαν ζήσει έναν σύντομο αλλά παθιασμένο καλοκαιρινό έρωτα σε μια επίσκεψη της οικογένειάς της στην πόλη. Οι ταξικές τους διαφορές τους χώρισαν – εκείνη ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας, εκείνος εργάτης σε ξυλαποθήκη. Η τωρινή τους συνάντηση φαίνεται να ξαναζωντανεύει την παλιά φλόγα – η Άλι όμως έχει έναν αρραβωνιαστικό που την περιμένει, και θα πρέπει να διαλέξει.

Η ιστορία αυτή είναι η αφήγηση ενός ηλικιωμένου άντρα (του ίδιου του Νόα, γέρου πια) στη γυναίκα του, που πάσχει από Αλτσχάιμερ.

Θα μπορούσα να γίνω αστείος αν θες. Θα μπορούσα να γίνω σκεπτικός, έξυπνος, προληπτικός, γενναίος; Και ναι μπορώ να χορεύω κιόλας. Μπορώ να είμαι ό,τι θες να είμαι. Απλά πες μου τι θέλεις και θα γίνω αυτό ακριβώς για σένα.

Δε θα είναι εύκολο! Θα είναι πολύ δύσκολο: θα πρέπει να το δουλεύουμε κάθε μέρα αλλά θέλω να το κάνω γιατί θέλω εσένα. Σε θέλω ολόκληρη, για πάντα, κάθε μέρα. Εσύ και εγώ… κάθε μέρα.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

6 points
Upvote Downvote

Total votes: 8

Upvotes: 7

Upvotes percentage: 87.500000%

Downvotes: 1

Downvotes percentage: 12.500000%

Αφήστε μια απάντηση