Του Βήτα Ταφ
Η δεκαετία του 2010 αποτέλεσε μια περίοδο βαθιών τεχνολογικών και ιδεολογικών ανακατατάξεων για την έβδομη τέχνη. Μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η κινηματογραφική βιομηχανία προσανατολίστηκε όλο και περισσότερο στην παραγωγή τεράστιων εμπορικών θεαμάτων, ο ρόλος του δημιουργού και η θεωρία του δημιουργισμού δοκιμάστηκαν έντονα. Η παρούσα κριτική μελέτη επιχειρεί μια εξαντλητική ανάλυση δώδεκα κορυφαίων κινηματογραφικών έργων της περιόδου αυτής, ακολουθώντας αυστηρή χρονολογική σειρά. Η επιλογή των συγκεκριμένων ταινιών δεν συνιστά μια αντικειμενική καταγραφή αδιαμφισβήτητων αριστουργημάτων, αλλά μάλλον μια βαθιά υποκειμενική ανθολόγηση, η οποία στοχεύει να εξετάσει την καλλιτεχνική, αφηγηματική και κυρίως τη φιλοσοφική τους υπόσταση.
Μέσα από το πρίσμα μιας αυστηρής και αναλυτικής κριτικής ματιάς, η αξιολόγηση εστιάζει στην έννοια της ατομικής ευθύνης, της ελεύθερης βούλησης και της ανθρώπινης αυτενέργειας, έννοιες που συχνά δοκιμάζονται απέναντι σε ντετερμινιστικές προσεγγίσεις και συλλογικές ιδεολογίες. Πολλές από τις ταινίες που εξετάζονται αποθεώθηκαν από το ευρύ κοινό και την κριτική κοινότητα, ωστόσο η παρούσα προσέγγιση δεν διστάζει να εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για ορισμένες από αυτές. Η διαφωνία δεν έγκειται απαραίτητα στην τεχνική τους αρτιότητα, η οποία συχνά είναι αναμφισβήτητη, αλλά στον ηθικό και φιλοσοφικό πυρήνα που προβάλλουν. Επεξηγώντας τους λόγους για τους οποίους ορισμένα από αυτά τα έργα κρίνονται ως προβληματικά, η ανάλυση δεν τα θεωρεί δεδομένα ως καλλιτεχνικές αποτυχίες, αλλά μάλλον ως φορείς μιας κοσμοθεωρίας που αξίζει να αμφισβητηθεί ριζικά. Το άτομο, η ηθική του υπόσταση και η ελευθερία των επιλογών του αποτελούν τον κεντρικό άξονα βάσει του οποίου κρίνονται τα παρακάτω έργα.
Inception 2010
Η κινηματογραφική δεκαετία ανοίγει με το εντυπωσιακό εγχείρημα του Christopher Nolan, ένα έργο που συνδυάζει την αισθητική των ταινιών ληστείας με την εξερεύνηση του ανθρώπινου υποσυνείδητου. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από την ομάδα του Dom Cobb, ο οποίος ειδικεύεται στην κλοπή ή εμφύτευση ιδεών μέσα από τον κόσμο των ονείρων. Η φιλοδοξία του σκηνοθέτη να δημιουργήσει ένα νοητικό παζλ είναι προφανής και η οπτική απεικόνιση των πολυεπίπεδων ονειρικών καταστάσεων παραμένει τεχνικά εξαιρετική, αμφισβητώντας διαρκώς τα όρια της αντιληπτής πραγματικότητας.
Παρά τον εντυπωσιασμό που προκαλεί, η ενδελεχής κριτική προσέγγιση εντοπίζει σημαντικές αδυναμίες στον συναισθηματικό πυρήνα του έργου. Ο κινηματογράφος, όταν λειτουργεί στο ύψιστο επίπεδό του, συνδέει την αφήγηση με την ανθρώπινη κατάσταση. Εδώ, ωστόσο, παρατηρείται μια άκρως μηχανιστική προσέγγιση της ψυχολογίας. Οι χαρακτήρες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Ariadne, λειτουργούν κυρίως ως οχήματα ατελείωτης επεξήγησης των περίπλοκων κανόνων του ονειρικού κόσμου, στερούμενοι ουσιαστικής ανθρώπινης ανάπτυξης. Ο εκτενής καταιγισμός πληροφοριών υποκαθιστά τη γνήσια δραματουργική εξέλιξη, μετατρέποντας το έργο σε ένα περίπλοκο τεχνολογικό εγχειρίδιο παρά σε μια βαθιά εξερεύνηση της ανθρώπινης συνείδησης. Ακόμη και οι κανόνες που διέπουν τη βαρύτητα και τη φυσική στα διάφορα επίπεδα των ονείρων συχνά παρουσιάζουν λογικά κενά, καθώς η μεταβολή της βαρύτητας στο ένα επίπεδο επηρεάζει επιλεκτικά το επόμενο, δημιουργώντας ερωτήματα για τη συνέπεια του σεναρίου.
Ακόμη και το κίνητρο του πρωταγωνιστή, η επιστροφή στα παιδιά του και η αντιμετώπιση των ενοχών για τη σύζυγό του, μοιάζει περισσότερο με αφηγηματικό τέχνασμα παρά με γνήσια υπαρξιακή αγωνία. Το υποσυνείδητό του προβάλλει τη νεκρή σύζυγό του ως ένα διαρκές εμπόδιο, μια ενοχή που πρέπει να ξεπεραστεί μέσω μιας άκρως ορθολογικής διαδικασίας επίλυσης προβλημάτων. Το διάσημο ανοιχτό τέλος με τη σβούρα, το οποίο προκάλεσε ατελείωτες συζητήσεις, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο σύμπτωμα αυτής της προσέγγισης. Αντί να προσφέρει μια βαθιά φιλοσοφική κάθαρση σχετικά με την επιλογή του ήρωα να αποδεχθεί την πραγματικότητα του, το έργο καταλήγει σε μια επιφανειακή διανοητική άσκηση, αποφεύγοντας να δώσει μια οριστική απάντηση στην ηθική πορεία του ήρωα και προτιμώντας τον τεχνικό εντυπωσιασμό.
The Dark Knight Rises 2012
Το κλείσιμο της επικής τριλογίας του Batman από τον Nolan προσφέρει ένα εξαιρετικό πεδίο πολιτικής και κοινωνικής ανάλυσης, αγγίζοντας ευαίσθητες χορδές της σύγχρονης δυτικής οργάνωσης. Η ταινία τοποθετεί την πόλη του Gotham σε καθεστώς απόλυτης αναρχίας και τυραννίας υπό την ηγεσία του Bane, ενός αδίστακτου δημαγωγού που υπόσχεται την επιστροφή της εξουσίας στον απλό λαό. Ο παραλληλισμός με τη Γαλλική Επανάσταση και την περίοδο της Τρομοκρατίας, καθώς και οι σαφείς λογοτεχνικές αναφορές στο έργο του Καρόλου Ντίκενς, είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Τα λαϊκά δικαστήρια, υπό την προεδρία αλλοπρόσαλλων χαρακτήρων, και η ανεξέλεγκτη οχλοκρατία καταλύουν κάθε έννοια ατομικού δικαιώματος, ιδιοκτησίας και θεσμικής τάξης.
Από τη σκοπιά της κριτικής που εκτιμά βαθύτατα την ατομική ελευθερία, τον σεβασμό των θεσμών και την υπευθυνότητα, η ταινία διαθέτει μια ξεκάθαρη φιλοσοφική αρετή. Προβάλλει τους τεράστιους κινδύνους που ελλοχεύουν όταν ο ριζοσπαστικός εξισωτισμός και η συλλογική οργή αντικαθιστούν το κράτος δικαίου. Ο Bane δεν λειτουργεί σε καμία περίπτωση ως απελευθερωτής, αλλά ως ένας ακόμη τύραννος που εργαλειοποιεί τον ταξικό φθόνο και την κοινωνική δυσαρέσκεια για να επιβάλει την απόλυτη καταστροφή. Σε αυτό το καθεστώς απόλυτου χάους, η ατομική αριστεία, η εσωτερική πειθαρχία και η εθελοντική θυσία του Bruce Wayne αναδεικνύονται ως το μοναδικό ανάχωμα απέναντι στον συλλογικό παραλογισμό. Αν και η αφήγηση ενίοτε λυγίζει υπό το βάρος της δικής της τεράστιας φιλοδοξίας και των πολλών παραπληρωματικών χαρακτήρων, η ιδεολογική της καθαρότητα απέναντι στον κίνδυνο του ακραίου λαϊκισμού και της αποδόμησης της ατομικής υπόστασης την καθιστά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και θαρραλέα έργα της δεκαετίας.
Django Unchained 2012
Η θορυβώδης εισβολή του Quentin Tarantino στο είδος του αμερικανικού γουέστερν με φόντο τη σκλαβιά του Νότου αποτελεί ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο εγχείρημα. Η ιστορία του απελευθερωμένου σκλάβου Django, ο οποίος συμμαχεί με έναν εκκεντρικό Γερμανό κυνηγό επικηρυγμένων για να εκδικηθεί τους καταπιεστές του και να σώσει τη σύζυγό του, διαθέτει όλες τις αισθητικές αρετές που χαρακτηρίζουν τον σκηνοθέτη. Η κινηματογράφηση είναι υποδειγματική, τα κοστούμια πλούσια, οι διάλογοι κοφτεροί και η αναβίωση του είδους της δεκαετίας του εβδομήντα αποδίδεται με εξαιρετικά στυλιζαρισμένο τρόπο.
Εντούτοις, η παρούσα οπτική γωνία εντοπίζει ένα βαθύτατο ηθικό κενό στον πυρήνα του έργου. Η δουλεία, ίσως η πιο σκοτεινή, συστημική και τραγική σελίδα της αμερικανικής ιστορίας, υποβιβάζεται σε ένα απλό κινηματογραφικό ντεκόρ για την εκτύλιξη μιας αιματηρής φαντασίωσης εκδίκησης. Σε αντίθεση με ιστορικά δράματα που προσεγγίζουν το τραύμα με τον απαραίτητο ιστορικό σεβασμό, το έργο εργαλειοποιεί τον ανθρώπινο πόνο αποκλειστικά για να προσφέρει ποπ διασκέδαση. Ο πρωταγωνιστής, λειτουργώντας αυστηρά ως ένα εκδικητικό άτομο που ενδιαφέρεται μόνο για την προσωπική του βεντέτα, αδιαφορεί πλήρως για την ευρύτερη συλλογική τραγωδία που εκτυλίσσεται γύρω του, μετατρέποντας τον ευγενή αγώνα για ελευθερία σε ένα κλειστοφοβικό, βίαιο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Η εξιδανίκευση της βίας σε ένα τόσο ευαίσθητο ιστορικό πλαίσιο και η απουσία επαρκούς κριτικής απόστασης αφαιρούν την υπαρξιακή βαρύτητα του θέματος, αφήνοντας πίσω της ένα έργο λαμπερό οπτικά αλλά ιδεολογικά και ηθικά ανερμάτιστο.
Skyfall 2012
Η σκηνοθετική ανάληψη του θρυλικού πράκτορα από τον Sam Mendes έδωσε πνοή σε μια σειρά που κινδύνευε από τη στασιμότητα και την επανάληψη. Το έργο ξεφεύγει από την απλή μανιχαϊστική δράση και επιχειρεί μια βαθιά ενδοσκοπική ματιά στον πρωταγωνιστή του, θέτοντας το κρίσιμο ερώτημα της χρησιμότητας των παλαιών θεσμών και του παραδοσιακού ατομικού ηρωισμού στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποίησης, της κυβερνοτρομοκρατίας και της ψηφιακής αβεβαιότητας. Ο κεντρικός αντίπαλος αντιπροσωπεύει την απειλή της μετατόπισης, τον κίνδυνο ενός κόσμου χωρίς σκιές, όπου η ασφάλεια καθορίζεται από κώδικες και υπολογιστές.
Η ανάλυση εκτιμά ιδιαίτερα τη θεματική της προσαρμογής και της γενναίας αντιμετώπισης της πραγματικότητας. Η ταινία δεν φοβάται να δείξει τον κεντρικό χαρακτήρα σημαδεμένο από τον χρόνο, κουρασμένο, να αποτυγχάνει στις φυσικές δοκιμασίες και να βρίσκεται στα πρόθυρα της παρωχημένης ύπαρξης. Η αντιπαράθεση μεταξύ του σκοτεινού, αναλογικού παρελθόντος και ενός αόρατου, ψηφιακού παρόντος, κορυφώνεται σε μια βαθιά προσωπική αναμέτρηση, μακριά από τα εξωτικά σκηνικά, στην απόλυτη απομόνωση των βρετανικών υψιπέδων. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην εξερεύνηση της ατομικής ευθύνης και της αφοσίωσης απέναντι σε αξίες. Η πίστη του ήρωα δεν επιβάλλεται από τυφλή υπακοή σε ένα απρόσωπο κράτος, αλλά πηγάζει από μια βαθύτερη συνειδησιακή, ηθική επιλογή να προστατεύσει αυτούς που κινδυνεύουν, επιδεικνύοντας ακλόνητη δύναμη θέλησης. Η απώλεια στο τέλος της ταινίας πιστοποιεί το βαρύ τίμημα της πραγματικής αφοσίωσης και του καθήκοντος, καθιστώντας το έργο ίσως το πιο ώριμο και φιλοσοφικά πλήρες κεφάλαιο στην ιστορία του χαρακτήρα.
The Wolf of Wall Street 2013
Ο Martin Scorsese επιστρέφει στη γνώριμη θεματική της απληστίας, της διαφθοράς και της αμερικανικής φιλοδοξίας, ιχνηλατώντας με φρενήρη ρυθμό την άνοδο και την αναπόφευκτη πτώση του Jordan Belfort, ενός χρηματιστή που έχτισε μια οικονομική αυτοκρατορία αποκλειστικά πάνω στην απάτη, τη χειραγώγηση και την περιφρόνηση των νόμων. Η αφήγηση διακρίνεται για τον κινηματογραφικό δυναμισμό της, τη σκοτεινή, συχνά εξωφρενική κωμική της φλέβα και την αδιαπραγμάτευτη απεικόνιση της απόλυτης υπερβολής.
Ωστόσο, εξετάζοντας το έργο από μια αυστηρή ηθική σκοπιά που υπερασπίζεται την υγιή επιχειρηματικότητα και τον σεβασμό στην ιδιοκτησία, η ταινία ακροβατεί επικίνδυνα στα όρια της ωραιοποίησης αυτού ακριβώς που υποτίθεται ότι κατακρίνει. Ο πρωταγωνιστής παρουσιάζεται όχι απλώς ως ένας κοινός απατεώνας που παραβιάζει θεμελιώδεις κανόνες της ελεύθερης αγοράς και της προσωπικής ακεραιότητας, αλλά σχεδόν ως ένας σαγηνευτικός, χαρισματικός αντιήρωας τον οποίο το κοινό καλείται κρυφά να θαυμάσει για το θράσος και την ευγλωττία του. Η πλήρης απουσία κάθε έννοιας ηθικής ευθύνης και στοιχειώδους σεβασμού προς τον κόπο των εξαπατημένων επενδυτών, θάβεται κάτω από έναν οπτικό καταρράκτη ακραίου ηδονισμού και ναρκωτικών καταχρήσεων. Αν και αριστοτεχνικά σκηνοθετημένη, η ταινία αποτυγχάνει σκόπιμα να αναδείξει τις πραγματικές, καταστροφικές συνέπειες των επιλογών του κεντρικού ήρωα στα θύματά του. Με αυτόν τον τρόπο, αφήνει την πικρή εντύπωση μιας κυνικής παραδοχής πως η πλήρης έλλειψη ατομικού ήθους στο τέλος δεν τιμωρείται ποτέ με την αυστηρότητα που πραγματικά της αναλογεί.
Interstellar 2014
Η επανεμφάνιση του Christopher Nolan στη λίστα σηματοδοτείται από μια εξαιρετικά φιλόδοξη ταινία επιστημονικής φαντασίας, η οποία επιχειρεί να παντρέψει τη θεωρητική αστροφυσική με το βαθύ οικογενειακό μελόδραμα. Σε ένα δυστοπικό μέλλον όπου η Γη πεθαίνει σταδιακά από περιβαλλοντική καταστροφή, ένας ικανότατος πιλότος αναλαμβάνει να οδηγήσει μια ριψοκίνδυνη αποστολή πέρα από το ηλιακό μας σύστημα, μέσα από μια σκουληκότρυπα, για να βρει ένα νέο κατοικήσιμο πλανήτη για την ανθρωπότητα, αναγκασμένος να αφήσει πίσω την αγαπημένη του κόρη.
Από φιλοσοφικής άποψης, η επική σύγκρουση μεταξύ της συλλογικής σωτηρίας του ανθρώπινου είδους και της έντονης, ατομικής αγάπης για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο προσφέρει ικανό έδαφος για κριτική και συναισθηματική σκέψη. Παρόλα αυτά, το έργο υποκύπτει ξανά στις γνωστές σκηνοθετικές και σεναριακές αδυναμίες του δημιουργού του. Ο διαρκής διδακτισμός και η καταναγκαστική ανάγκη οι χαρακτήρες να επεξηγούν συνεχώς φωναχτά τις περίπλοκες έννοιες της θεωρίας της σχετικότητας και της διαστολής του χρόνου αφαιρούν τον όποιο μυστηριακό, υπαρξιακό χαρακτήρα θα έπρεπε να έχει η εξερεύνηση του αχανούς διαστήματος. Ακόμη πιο προβληματική είναι η απόφαση της αφήγησης να αναγάγει την αγάπη σε μια κυριολεκτική, σχεδόν μετρήσιμη φυσική δύναμη ικανή να υπερβεί τις διαστάσεις του χωροχρόνου. Αυτή η μηχανιστική προσέγγιση στερεί από το ανθρώπινο συναίσθημα την άυλη, υποκειμενική και ανεκτίμητη μαγεία του, προσπαθώντας αδόκιμα να το μετατρέψει σε μαθηματική εξίσωση. Το αδιαμφισβήτητο οπτικό μεγαλείο της ταινίας συγκρούεται διαρκώς με μια συναισθηματική κατασκευή που στο τέλος μοιάζει υπολογισμένη, ψυχρή και υπερβολικά τεχνητή.
The Hateful Eight 2015
Το συγκεκριμένο γουέστερν δωματίου φέρνει ξανά τον Quentin Tarantino στο προσκήνιο, αυτή τη φορά εγκλωβίζοντας οκτώ εξαιρετικά αμφιλεγόμενους και σκοτεινούς χαρακτήρες σε ένα απομονωμένο καταφύγιο κατά τη διάρκεια μιας σφοδρής χιονοθύελλας. Εκμεταλλευόμενος δεξιοτεχνικά την ευρυγώνια λήψη των εβδομήντα χιλιοστών σε έναν ασφυκτικά κλειστό χώρο, ο σκηνοθέτης χτίζει μια έντονη, θεατρική και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα.
Εδώ, ωστόσο, η αυστηρή κριτική ματιά βρίσκει το έργο βαθιά απωθητικό σε φιλοσοφικό και αξιακό επίπεδο. Πρόκειται για μια απροκάλυπτη ωδή στον απόλυτο μηδενισμό και την άκρατη μισανθρωπία. Κανένας απολύτως χαρακτήρας δεν διαθέτει έστω και ένα ίχνος ηθικής ακεραιότητας, ατομικής αξιοπρέπειας ή λυτρωτικής προοπτικής. Το έργο αρέσκεται αποκλειστικά στο να παρακολουθεί την εξόντωση και τον ψυχολογικό ή σωματικό βασανισμό των ανθρώπων με μια σχεδόν σαδιστική, παρακμιακή κωμική διάθεση. Ενώ η βία στην τέχνη μπορεί πράγματι να λειτουργήσει καθαρτικά, να προκαλέσει προβληματισμό ή να αναδείξει κρίσιμα νοήματα, εδώ λειτουργεί εντελώς αυτοσκοπικά. Η απόλυτη αισθητικοποίηση της βαρβαρότητας χωρίς καμία απολύτως ηθική πυξίδα καταλήγει να προσβάλλει την ίδια την έννοια της ανθρώπινης υπόστασης. Το αναμφισβήτητο ταλέντο του δημιουργού στο να στήνει περίτεχνους διαλόγους δεν αρκεί σε καμία περίπτωση για να κρύψει την απόλυτη κενότητα ενός σύμπαντος όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται αποκλειστικά ως αναλώσιμα κομμάτια κρέατος προς αιματηρή σφαγή.
Manchester By The Sea 2016
Η προσέγγιση του Kenneth Lonergan στο βαθύ πένθος, την ανεπανόρθωτη απώλεια και την προσωπική συντριβή αποτελεί αναμφίβολα μια από τις κορυφαίες, πιο ώριμες κινηματογραφικές στιγμές της δεκαετίας. Ο ήρωας της ιστορίας, κουβαλώντας ένα ασήκωτο βάρος ενοχής από μια ανείπωτη τραγωδία του παρελθόντος, την οποία προκάλεσε ο ίδιος από αμέλεια, καλείται εντελώς ξαφνικά να αναλάβει την κηδεμονία του έφηβου ανιψιού του μετά τον πρόωρο θάνατο του αδελφού του.
Αυτό που διαχωρίζει κατηγορηματικά το συγκεκριμένο έργο από αντίστοιχα, κοινότυπα μελοδράματα είναι ο απόλυτος, ευλαβικός σεβασμός στην ατομική αλήθεια του χαρακτήρα και η σθεναρή άρνηση προσφοράς μιας φτηνής, χολιγουντιανής λύτρωσης. Η παρούσα ανάλυση αναγνωρίζει εδώ τη σπουδαιότητα της αποδοχής πως ορισμένα τραύματα είναι πρακτικά αδύνατον να επουλωθούν πλήρως. Το άτομο δεν αναγκάζεται από τις ανάγκες της αφήγησης να ξεπεράσει ως δια μαγείας τον πόνο του απλώς και μόνο για να ικανοποιηθεί η καταναλωτική ανάγκη του κοινού για ένα αισιόδοξο, καθησυχαστικό τέλος. Η προσωπική ευθύνη απέναντι στο ολέθριο λάθος που διέπραξε ο κεντρικός ήρωας δεν διαγράφεται από την κοινωνία, ούτε παραγράφεται βολικά από τη συνείδησή του. Αντίθετα, παρακολουθούμε ρεαλιστικά πώς ένας άνθρωπος επιχειρεί να σταθεί όρθιος, έστω και ακρωτηριασμένος συναισθηματικά, αναλαμβάνοντας τις ελάχιστες πρακτικές ευθύνες που μπορεί ρεαλιστικά να αντέξει απέναντι στον ανιψιό του. Η παντελής έλλειψη μελοδραματικής υπερβολής, η νατουραλιστική χρήση του διαλόγου και η σπαρακτική ειλικρίνεια των ερμηνειών καθιστούν την ταινία έναν αληθινό ύμνο στην τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης και στο βάρος των ατομικών επιλογών.
It 2017
Η μεταφορά του διάσημου, ογκώδους μυθιστορήματος του Stephen King στη μεγάλη οθόνη προσπάθησε να συλλάβει την ουσία του αρχέγονου φόβου και της επίπονης διαδικασίας της ενηλικίωσης, εστιάζοντας σε μια ομάδα περιθωριοποιημένων, αδύναμων παιδιών που καλούνται να αντιμετωπίσουν μια αρχαία, υπερφυσική οντότητα. Παρότι η ταινία ακολουθεί αρκετά πιστά τους εμπορικούς κανόνες του σύγχρονου κινηματογράφου τρόμου με τα συχνά, προβλέψιμα ηχητικά ξεσπάσματα και τα άφθονα ψηφιακά εφέ, διαθέτει έναν ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα ψυχολογικό και κοινωνικό πυρήνα.
Η κριτική οπτική στέκεται στην εξαιρετική απόδοση της έννοιας της συλλογικής άρνησης σε αντιδιαστολή με την ατομική γενναιότητα. Οι ενήλικες της μικρής πόλης έχουν αφεθεί οικειοθελώς σε μια αδρανή, νοσηρή συνωμοσία σιωπής, επιτρέποντας στο απόλυτο κακό να ευδοκιμεί συστημικά και να καταβροχθίζει τα παιδιά τους. Απέναντι σε αυτό το εντελώς διεφθαρμένο, συμβιβασμένο συλλογικό ασυνείδητο, τα νεαρά μέλη της μικρής ομάδας αναγκάζονται να στραφούν αποκλειστικά στην ατομική τους θέληση και να αναγνωρίσουν, ο καθένας ξεχωριστά, τον βαθύτερο, προσωπικό του φόβο. Ο δαίμονας δεν νικιέται μέσω κάποιας έξωθεν βοήθειας, παρά μόνο όταν το κάθε άτομο αρνηθεί συνειδητά να του εκχωρήσει πλέον εξουσία πάνω στο μυαλό του. Παρόλο που το έργο σαφώς δεν διεκδικεί δάφνες κινηματογραφικής ή αφηγηματικής πρωτοπορίας, ο σεβασμός του απέναντι στην αξία της ελεύθερης επιλογής και της ανάληψης δράσης μπροστά στον τρόμο προσφέρει μια στιβαρή ραχοκοκαλιά, αποδεικνύοντας πως το θάρρος παραμένει πάντα μια εξόχως ατομική πράξη απέναντι στο κοινωνικό σκοτάδι.
The Irishman 2019
Το μαφιόζικο έπος του Martin Scorsese, το οποίο εκτείνεται σε μια απαιτητική διάρκεια τρεισήμισι ωρών, δεν είναι απλώς άλλη μια τυπική ματιά στον βίαιο κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά μια βαθιά, σπαρακτικά μελαγχολική ανασκόπηση μιας ζωής γεμάτης λάθος ηθικές επιλογές. Ο Frank Sheeran διηγείται την πορεία του μέσα στις δεκαετίες, μια πορεία που σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από προδοσία φίλων, στυγνή βία και τυφλή, στρατιωτική υπακοή σε σκοτεινές ιεραρχίες και συνδικάτα.
Παρά τις απολύτως δικαιολογημένες ενστάσεις για την εκτενή χρήση ψηφιακής τεχνολογίας ανανέωσης των προσώπων των ηθοποιών, η οποία ενίοτε φαντάζει αφύσικη, στερεί την εκφραστικότητα και εμποδίζει την πλήρη συναισθηματική ταύτιση, ο πυρήνας της ταινίας είναι καταστροφικά ειλικρινής. Το έργο ανατέμνει αριστουργηματικά την έννοια της προσωπικής ευθύνης καθώς ο άνθρωπος πλησιάζει στο τέλος της ζωής του. Ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί σταδιακά ότι η απόλυτη πίστη του στην εγκληματική δομή και η άρνησή του να σκεφτεί αυτόνομα δεν του προσέφερε καμία ουσιαστική σωτηρία, αφήνοντάς τον στο τέλος της διαδρομής απολύτως μόνο, σε ένα γηροκομείο, αποξενωμένο από την ίδια του την οικογένεια, να αντιμετωπίζει την απόλυτη σιωπή του θανάτου. Η συστηματική άρνησή του να αναλάβει τις ηθικές του ευθύνες νωρίτερα στη ζωή του μετατρέπεται στην πιο σκληρή, ισόβια φυλακή του μυαλού του. Ο μεγάλος σκηνοθέτης, δείχνοντας χωρίς περιστροφές την αναπόφευκτη φυσική φθορά του χρόνου και το αβάσταχτο βάρος των ατομικών επιλογών, αποδομεί πλήρως την αίγλη της εγκληματικής ζωής, παραδίδοντας ένα σπουδαίο μάθημα γύρω από τις ολέθριες συνέπειες της απεμπόλησης της ατομικής συνείδησης υπέρ μιας στείρας, καταστροφικής συλλογικής πίστης.
Joker 2019
Η ιστορία καταγωγής του διάσημου αντιπάλου του Batman αποτέλεσε ίσως την πιο πολυσυζητημένη και αμφιλεγόμενη ταινία της χρονιάς της, κερδίζοντας διθυραμβικές κριτικές για τη ζοφερή, ρεαλιστική της ατμόσφαιρα και την αναμφισβήτητα καθηλωτική κεντρική ερμηνεία. Οποιοσδήποτε αναλυτής δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει την τεχνική επιδεξιότητα της σκηνοθεσίας, την αισθητική αρτιότητα και την ικανότητα να αποδοθεί σχεδόν απτικά το αίσθημα της κοινωνικής σήψης μιας πόλης που καταρρέει κάτω από το βάρος της.
Εντούτοις, η αξιολογική κρίση της ταινίας από μια σκοπιά που υπερασπίζεται αταλάντευτα την ανθρώπινη ελευθερία, τη λογική και την ηθική ευθύνη κρίνεται άκρως αρνητική. Η αφήγηση πάσχει από έναν στείρο, απόλυτο κοινωνικό ντετερμινισμό, σύμφωνα με τον οποίο η κοινωνία, η αδιαφορία των πλουσίων, η κατάρρευση των θεσμών και η περικοπή κρατικών επιδομάτων δημιουργούν αναπόδραστα, νομοτελειακά τέρατα. Ο κεντρικός χαρακτήρας παρουσιάζεται μονίμως και εμμονικά ως ένα απόλυτα άβουλο θύμα δομικών ανισοτήτων, πλήρως στερημένος από κάθε ίχνος προσωπικής επιλογής ή ηθικής αντίστασης. Η αποτρόπαια πράξη του εγκλήματος δεν εξετάζεται ποτέ ως μια ελεύθερη, συνειδητή και καταδικαστέα ενέργεια, αλλά δικαιολογείται επικίνδυνα ως το απολύτως φυσικό, σχεδόν δίκαιο αποτέλεσμα μιας άκαρδης και καταπιεστικής κοινωνίας. Επιπλέον, το έργο ρομαντικοποιεί τη συλλογική οργή, μετατρέποντας στο τέλος έναν ψυχοπαθή δολοφόνο σε ίνδαλμα και σύμβολο μιας τυφλής, καταστροφικής ταξικής εξέγερσης. Αφαιρώντας επιδεικτικά το βάρος της ευθύνης από το αυτόνομο άτομο και μεταθέτοντάς το εξ ολοκλήρου στο αόριστο σύστημα, η ταινία προσφέρει μια απλουστευτική, λαϊκιστική και ηθικά παρακμιακή οπτική, όπου ο φθόνος και το αιματηρό έγκλημα ουσιαστικά αθωώνονται στον βωμό της φερόμενης κοινωνικής αδικίας.
Parasite 2019
Η κινηματογραφική αναδρομή της δεκαετίας κλείνει με το πολυβραβευμένο, σαρωτικό έργο του Bong Joon-ho. Η ταινία, η οποία αποθεώθηκε παγκοσμίως από την κριτική κοινότητα ως το απόλυτο σύγχρονο μανιφέστο κατά των ταξικών ανισοτήτων, παρακολουθεί μια εξαιρετικά φτωχή οικογένεια που διεισδύει σταδιακά, με απανωτές απάτες, στη ζωή μιας εξαιρετικά εύπορης οικογένειας, αναλαμβάνοντας διάφορους ρόλους υπηρετικού προσωπικού.
Όπως ακριβώς και στην προηγούμενη περίπτωση, αν και κανείς σώφρων κριτικός δεν αμφισβητεί την αρτιότητα του μοντάζ, την εξαιρετική φωτογραφία και την αξιοθαύμαστη ευφυΐα της χωροταξικής σκηνοθεσίας, ο ερμηνευτικός και ιδεολογικός πυρήνας του έργου κρίνεται ως βαθιά εσφαλμένος. Η ταινία συνειδητά απορρίπτει κάθε έννοια ατομικής αρετής προς χάριν ενός απόλυτου ταξικού μοιρολατρισμού. Εάν παρατηρήσει κανείς τα γεγονότα χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες και προκαταλήψεις, θα διαπιστώσει εύκολα ότι η εύπορη οικογένεια φέρεται με αξιοσημείωτη ευγένεια, πληρώνει εξαιρετικά ικανοποιητικά, προσφέρει μπόνους, δεν κακοποιεί και δεν εκμεταλλεύεται συνειδητά κανέναν, πέραν από ίσως κάποιες στιγμές αφελούς αδιαφορίας ή ευαισθησίας σε συγκεκριμένες μυρωδιές. Αντιθέτως, η φτωχή οικογένεια καταφεύγει εξαρχής, χωρίς κανέναν ηθικό ενδοιασμό, στο ψέμα, την παραποίηση εγγράφων, την απάτη και την ακραία βία προκειμένου να καταστρέψει τη ζωή άλλων, επίσης φτωχών εργαζομένων και να καταλάβει τη θέση τους. Στην αρχή της ταινίας, αποτυγχάνουν ακόμη και να διπλώσουν σωστά κουτιά πίτσας, όχι λόγω δυσκολίας, αλλά λόγω απόλυτης τεμπελιάς και έλλειψης στοιχειώδους επαγγελματικής ηθικής.
Η οπτική που θέλει τους πρωταγωνιστές να δικαιολογούνται πλήρως για την εγκληματική, αδίστακτη και παρασιτική τους συμπεριφορά απλώς και μόνο λόγω της δραματικής οικονομικής τους ανέχειας υποβαθμίζει τραγικά την ίδια την ανθρώπινη φύση. Υποθέτει, σχεδόν ρατσιστικά, ότι ο φτωχός άνθρωπος δεν έχει απολύτως καμία ηθική πυξίδα, καμία αξιοπρέπεια και καμία ικανότητα για έντιμη εργασία πέραν της ζωώδους επιβίωσης. Αυτή η αυστηρά ντετερμινιστική προσέγγιση εξαλείφει παντελώς την προσωπική ευθύνη και παρουσιάζει την τελική, άσκοπη αιματοχυσία ως αναπόφευκτη, περίπου φυσική απόρροια του σύγχρονου καπιταλισμού, και όχι ως το τραγικό αποτέλεσμα συγκεκριμένων, απολύτως ελεύθερων και αδίστακτων επιλογών των ίδιων των χαρακτήρων.
Συμπεράσματα
Η πορεία του κινηματογράφου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010 καταδεικνύει μια απολύτως σαφή μετατόπιση προς ιδεολογικά φορτισμένες αφηγήσεις, αντανακλώντας τις βαθύτερες αγωνίες των σύγχρονων κοινωνιών. Μέσα από την ενδελεχή, πολυεπίπεδη ανάλυση αυτών των δώδεκα εμβληματικών και καθοριστικών παραγωγών, αναδεικνύεται ξεκάθαρα μια θεμελιώδης, διαρκής φιλοσοφική μάχη, η οποία διεξάγεται ακατάπαυστα στη μεγάλη οθόνη, η αιώνια σύγκρουση μεταξύ της ατομικής ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της ευθύνης από τη μία πλευρά, και του συλλογικού ντετερμινισμού από την άλλη.
Κινηματογραφικά έργα τεράστιου ψυχικού βάρους, όπως το Manchester By The Sea και το Skyfall, επιτυγχάνουν στο ακέραιο να διατηρήσουν την πίστη τους στην ανθρώπινη ικανότητα για ελεύθερη επιλογή, αναδεικνύοντας με γενναιότητα τις τραγικές, αλλά ίσως και τις πραγματικά ηρωικές συνέπειες των προσωπικών αποφάσεων. Διατηρούν τον άνθρωπο στο επίκεντρο ως ένα ον ικανό να ορίσει τη μοίρα του, έστω και μέσα από τον πόνο.
Αντίθετα, μερικά από τα πλέον επευφημημένα και πολυβραβευμένα φιλμ της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, όπως κυρίως το Joker και το Parasite, επιλέγουν συνειδητά να υποκύψουν στον εύκολο πειρασμό μιας απλουστευτικής κοσμοθεωρίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το ανθρώπινο υποκείμενο φέρεται να μην έχει πλέον κανέναν απολύτως έλεγχο επί των πράξεών του, λειτουργώντας αποκλειστικά ως παθητικό έρμαιο αόρατων, ισοπεδωτικών κοινωνικών, ταξικών και οικονομικών δομών. Αυτή η συστηματική, κινηματογραφική απογύμνωση του ανεξάρτητου ατόμου από τη θεμελιώδη ηθική του αυτονομία ίσως αποτελεί τελικά την πιο ανησυχητική, σκοτεινή κληρονομιά της σύγχρονης κινηματογραφικής σκέψης. Υπονομεύει τις βασικές, διαχρονικές αρχές της προσωπικής λογοδοσίας υπέρ μιας παθητικής, επικίνδυνης ταύτισης με την κουλτούρα της θυματοποίησης. Η αληθινή, μεγάλη τέχνη, ανεξάρτητα από την όποια τεχνική της ποιότητα ή την εμπορική της απήχηση, οφείλει πρωτίστως να φωτίζει το ανθρώπινο πνεύμα, να το εξυψώνει αναδεικνύοντας τις δυνατότητές του και όχι να δικαιολογεί την εύκολη, μοιρολατρική παράδοσή του στο σκοτάδι.
