του Βήτα Ταφ
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την άμεση, οργανική και αναγκαία συνέχεια του άρθρου που προηγήθηκε σχετικά με την κινηματογραφική παραγωγή της δεκαετίας του 2010. Στην προηγούμενη εκείνη περιήγηση, είχε γίνει μια εκτενής προσπάθεια να ιχνηλατηθεί ο τρόπος με τον οποίο η έβδομη τέχνη κατέγραψε τη σταδιακή αποδόμηση των κοινωνικών βεβαιοτήτων, την οικονομική ανασφάλεια και την τεχνολογική αποξένωση. Καθώς όμως η ανθρωπότητα πέρασε το κατώφλι της δεκαετίας του 2020, το παγκόσμιο τοπίο μεταβλήθηκε με τρόπους ραγδαίους και συχνά βίαιους. Η νέα αυτή δεκαετία ξεκίνησε με μια συνθήκη παγκόσμιου εγκλεισμού, μια κρίση που ανάγκασε τον σύγχρονο άνθρωπο να έρθει αντιμέτωπος με τους προσωπικούς του δαίμονες, αλλά και με τις βαθιές, συστημικές ανισότητες που δομούν τους θεσμούς γύρω του.
Το άρθρο προσπαθεί να διατηρεί ατόφια την ίδια οπτική γωνία, το ίδιο αναλυτικό πρίσμα και την ίδια ιδεολογική αφετηρία που χαρακτήρισε το προηγούμενο αφιέρωμα στα 10s. Πρέπει ωστόσο να καταστεί απολύτως σαφές από την πρώτη κιόλας παράγραφο πως η λίστα που ακολουθεί δεν διεκδικεί και δεν επιθυμεί καμία δάφνη αντικειμενικότητας. Ο κινηματογράφος δεν είναι μαθηματικά, ούτε αποτελεί ένα στείρο πεδίο καταγραφής γεγονότων. Βιώνεται, αναπνέει και νοηματοδοτείται μέσα από το φίλτρο των προσωπικών βιωμάτων, των κοινωνικών ευαισθησιών και των συναισθηματικών αναγκών του εκάστοτε θεατή. Οι δώδεκα δημιουργίες που επιλέχθηκαν για να συνθέσουν αυτό το ψηφιδωτό αποτελούν μια καθαρά υποκειμενική και βαθιά προσωπική επιλογή. Επιλέχθηκαν διότι μου προκάλεσαν εσωτερικούς κραδασμούς, διότι άγγιξαν ευαίσθητες χορδές γύρω από ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, ατομικής ελευθερίας, ριζοσπαστικής ενσυναίσθησης και κριτικής απέναντι σε κάθε μορφή δογματισμού και αυταρχισμού. Εξηγείται λοιπόν η παρουσία τους με γνώμονα το γιατί μίλησαν στην ψυχή μου, χωρίς σε καμία περίπτωση να θεωρείται δεδομένο πως η καλλιτεχνική τους αξία αποτιμάται ή οφείλει να αποτιμάται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο από το σύνολο του κοινού. Έτσι ακριβώς διατηρείται ζωντανός και ενδιαφέρων ο διάλογος γύρω από την τέχνη.
Η κινηματογραφική δεκαετία του 2020, μέχρι στιγμής, χαρακτηρίζεται από μια διαρκή, αγωνιώδη πάλη ανάμεσα στο φως της συλλογικής προόδου και το σκοτάδι της οπισθοδρόμησης. Παρατηρείται η άνοδος συντηρητικών αντανακλαστικών στις κοινωνίες, η εργαλειοποίηση της θρησκείας, η αναβίωση ρατσιστικών ρητορικών και η προσπάθεια των εκάστοτε ισχυρών να ξαναγράψουν την ιστορία στα μέτρα τους. Απέναντι σε αυτό το ρεύμα, οι κινηματογραφιστές απαντούν με ιστορίες που αποδομούν την τοξική φιλοδοξία, τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό και την πατριαρχική βία. Γράφοντας αυτή την ανασκόπηση βρίσκω τον εαυτό μου να ταυτίζεται απόλυτα με τα έργα που αμφισβητούν την εξουσία και ρίχνουν άπλετο φως στις σκοτεινές γωνιές των κατεστημένων θεσμών. Η σειρά παρουσίασης των ταινιών ακολουθεί αυστηρά χρονολογική σειρά, ξεκινώντας από την παλαιότερη και φτάνοντας μέχρι τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες, αναδεικνύοντας έτσι τη φυσική κλιμάκωση των θεματικών που απασχολούν την εποχή μας.
Promising Young Woman 2020
Η αρχή της δεκαετίας σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο της Emerald Fennell. Το φιλμ Promising Young Woman λειτούργησε ως μια ηχηρή, εκκωφαντική κραυγή απέναντι στις εδραιωμένες δομές της πατριαρχικής συγκάλυψης. Δεν πρόκειται απλώς για μια τυπική ιστορία εκδίκησης, αλλά για μια χειρουργική ανατομία της κοινωνικής υποκρισίας που επιτρέπει στη σεξουαλική βία να ευδοκιμεί συστηματικά, κρυμμένη πίσω από τον μανδύα της αποδεκτής κανονικότητας και της υποτιθέμενης αθωότητας.
Η αφήγηση ακολουθεί την πρωταγωνίστρια Cassie, την οποία ενσαρκώνει με συγκλονιστική προσήλωση η Carey Mulligan. Η ηρωίδα περιφέρεται τη νύχτα προσποιούμενη τη μεθυσμένη και ανήμπορη γυναίκα στα μπαρ, με μοναδικό σκοπό να αποκαλύψει τα αρπακτικά ένστικτα ανδρών οι οποίοι υπό κανονικές συνθήκες αυτοπροσδιορίζονται και αναγνωρίζονται από τον περίγυρό τους ως καλά και αξιοπρεπή παιδιά.Βίωσα μια βαθιά, σχεδόν σωματική αναταραχή παρακολουθώντας την πορεία της, καθώς το σενάριο αρνείται κατηγορηματικά να προσφέρει εύκολες λύσεις ή την παραδοσιακή παρηγορητική κάθαρση που συνηθίζεται στο Χόλιγουντ.
Αυτό που καθιστά το συγκεκριμένο έργο έναν θεμέλιο λίθο για τη σύγχρονη κοινωνική κριτική είναι η τολμηρή αισθητική του προσέγγιση. Η Fennell χρησιμοποιεί μια έντονα ποπ εικονογραφία, γεμάτη παστέλ χρώματα, φωτεινά νέον και ανάλαφρες μελωδίες, δημιουργώντας μια συνειδητή και ανατριχιαστική αντίθεση με την εξαιρετικά σκοτεινή θεματική της. Η σκηνοθετική αυτή επιλογή υπογραμμίζει με τρόπο αριστοτεχνικό το πώς η σύγχρονη κοινωνία συχνά περιτυλίγει τη βία με πολυτελή περιτυλίγματα ευπρέπειας και καθωσπρεπισμού. Η ταινία ασκεί δριμεία και αδυσώπητη κριτική όχι αποκλειστικά στους φυσικούς αυτουργούς, αλλά στους ακαδημαϊκούς και νομικούς θεσμούς, καθώς και στους απλούς παριστάμενους που επιλέγουν τη σιωπή. Επικρίνει ευθέως τους ανθρώπους που προτιμούν να προστατεύσουν το μέλλον και την υπόληψη ενός πολλά υποσχόμενου νεαρού άνδρα παρά να αποδώσουν δικαιοσύνη στο θύμα, αποδομώντας πλήρως την κουλτούρα του βιασμού.
Spider-Man No Way Home 2021
Η συμπερίληψη μιας κινηματογραφικής παραγωγής υπερηρώων σε μια λίστα που εστιάζει στην ιδεολογική αναζήτηση και την κοινωνική κριτική ενδεχομένως να ξενίσει τον αναγνώστη με την πρώτη ματιά. Ωστόσο, η δημιουργία Spider-Man No Way Home του σκηνοθέτη Jon Watts κερδίζει επάξια και οργανικά τη θέση της σε αυτή την επιλογή, καθώς αποτέλεσε μια σπάνια και αναγκαία στιγμή απόλυτης συναισθηματικής ταύτισης και συλλογικής ανακούφισης. Σε μια περίοδο όπου η ανθρωπότητα προσπαθούσε δειλά να ανακάμψει από τον παρατεταμένο εγκλεισμό, την αβεβαιότητα και την κοινωνική αποξένωση της πανδημίας, το έργο αυτό κατάφερε να μετατρέψει την έννοια της νοσταλγίας από ένα φτηνό, εργαλειοποιημένο εμπορικό τέχνασμα σε έναν βαθύ στοχασμό πάνω στην αναπόφευκτη απώλεια, τη σημασία των δεύτερων ευκαιριών και το τεράστιο προσωπικό βάρος της ατομικής ευθύνης.
Για τον θεατή που παρακολουθεί τα δρώμενα με αυξημένη αναλυτική διάθεση, η πραγματική αξία του έργου δεν κρύβεται πίσω από τα εντυπωσιακά ψηφιακά εφέ, αλλά εντοπίζεται στην υπαρξιακή μοναξιά που βιώνει ο νεαρός πρωταγωνιστής στο συγκλονιστικό φινάλε. Η συνειδητή απόφαση του Peter Parker να θυσιάσει την προσωπική του ευτυχία και να διαγραφεί ολοκληρωτικά από τη μνήμη των αγαπημένων του προσώπων προκειμένου να προστατεύσει τον κοινωνικό ιστό, αποτελεί μια σπαρακτική αποτύπωση του αγνού αλτρουισμού. Η απρόσμενη συνάντηση των τριών διαφορετικών γενεών του ίδιου χαρακτήρα δεν λειτούργησε απλώς ως κλείσιμο ματιού στο κοινό, αλλά ως μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία διαχείρισης και αποδοχής των παλαιότερων τραυμάτων.
Η προσωπική ταύτιση μου με την ταινία πηγάζει από τον εξαιρετικό τρόπο με τον οποίο το σενάριο υπογραμμίζει πως η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στην εξόντωση και την τιμωρία των εχθρών, αλλά στην επίπονη προσπάθεια θεραπείας και κοινωνικής τους επανένταξης. Αυτή η ηθική στροφή από τη στείρα, εκδικητική λογική προς την ενσυναίσθηση, την κατανόηση και την αποκατάσταση εκπέμπει ένα μήνυμα εξαιρετικά προοδευτικό, καθιστώντας το φιλμ έναν απρόσμενο φορέα ουσιαστικών ουμανιστικών αξιών σε έναν συχνά κυνικό κινηματογραφικό χώρο.
The Whale 2022
Συνεχίζοντας τη θεματική πορεία προς την αναζήτηση της χαμένης ανθρωπιάς, το συνταρακτικό έργο The Whale του Darren Aronofsky αποτελεί δίχως αμφιβολία την πιο εξαντλητική και συνάμα λυτρωτική συναισθηματική εμπειρία της τρέχουσας δεκαετίας. Η ερμηνεία του Brendan Fraser στον κεντρικό ρόλο του Charlie, ενός σοβαρά παχύσαρκου καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας που παλεύει καθημερινά με τη βαριά κατάθλιψη, τις αδυσώπητες τύψεις και το διαρκώς επικείμενο τέλος της ζωής του, ξεπερνά κατά πολύ τα συμβατικά όρια της υποκριτικής τέχνης και μετατρέπεται σε μια σπαρακτική κατάθεση ψυχής.
Ο σκηνοθέτης επιλέγει συνειδητά να εγκλωβίσει τον θεατή στο ασφυκτικό, γεμάτο σκιές περιβάλλον του διαμερίσματος, χρησιμοποιώντας ένα τετράγωνο κάδρο που εντείνει την αίσθηση του εγκλεισμού. Αυτός ο περιορισμός δεν αφορά μόνο τον φυσικό χώρο, αλλά αντανακλά άμεσα τον ψυχολογικό και κοινωνικό αποκλεισμό του πρωταγωνιστή. Ο Charlie έχει τεθεί στο περιθώριο, έχει δεχθεί τη σκληρή απόρριψη από τον κοινωνικό του περίγυρο και από το άτεγκτο θρησκευτικό δόγμα που οδήγησε τον σύντροφό του στην αυτοκαταστροφή.
Η τοποθέτηση αυτής της ταινίας στη λίστα πηγάζει ακριβώς από την απαράμιλλη ικανότητά της να προκαλεί τον θεατή να ασκήσει την πιο ριζοσπαστική μορφή ενσυναίσθησης. Το φιλμ λειτουργεί ως ένας σφοδρός και ανυποχώρητος καταπέλτη ενάντια στον θρησκευτικό φανατισμό και τον βαθύ συντηρητισμό που στιγματίζει τη διαφορετικότητα, καταδικάζοντας τους ανθρώπους σε ισόβια απομόνωση λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού. Παράλληλα, αναδεικνύεται ως ένας συγκινητικός ύμνος στην ικανότητα του ανθρώπινου πνεύματος να αναζητά και να αναγνωρίζει το καλό στους άλλους, παρά την ατέλειωτη σκληρότητα του περιβάλλοντος κόσμου. Για όποιον αναζητά καλλιτεχνικά έργα τα οποία καταρρίπτουν τις κοινωνικές προκαταλήψεις και υπερασπίζονται το αναφαίρετο δικαίωμα στην αξιοπρέπεια, το έργο αυτό υπενθυμίζει την επιτακτική αναγκαιότητα της αγάπης μακριά από αυστηρούς δογματισμούς και αχρείαστες επικριτικές διαθέσεις.
The Holdovers 2023
Μεταβαίνοντας σε μια εντελώς διαφορετική συναισθηματική και αισθητική τονικότητα, η δημιουργία του The Holdovers του Alexander Payne προσφέρει μια υπέροχα μελαγχολική αλλά απίστευτα ζεστή κινηματογραφική εμπειρία. Η πλοκή, τοποθετημένη αριστοτεχνικά στις αρχές της δεκαετίας του 1970, παρακολουθεί την πορεία τριών φαινομενικά αταίριαστων χαρακτήρων οι οποίοι καταλήγουν να ξεμείνουν κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών σε ένα ελίτ και απομονωμένο αμερικανικό οικοτροφείο αρρένων. Ένας στρυφνός, απαιτητικός καθηγητής αρχαίας ιστορίας, τον οποίο ενσαρκώνει με απόλυτη φυσικότητα ο Paul Giamatti, ένας εξαιρετικά ευφυής αλλά συναισθηματικά ταραχώδης μαθητής, και η αρχιμαγείρισσα του σχολείου, μια Αφροαμερικανίδα εργαζόμενη μητέρα που πενθεί βαθιά την πρόσφατη απώλεια του μοναχογιού της στον πόλεμο του Βιετνάμ, συνθέτουν σταδιακά μια απρόσμενη και βαθιά λειτουργική εναλλακτική οικογένεια.
Η προτίμηση μου σε αυτό το συγκεκριμένο έργο εδράζεται κυρίως στον εξαιρετικά ευφυή και διακριτικό τρόπο με τον οποίο ο Payne προσεγγίζει τις αγεφύρωτες ταξικές ανισότητες της αμερικανικής κοινωνίας. Μέσα από τη χαμηλόφωνη και ανθρώπινη αφήγηση, ξεδιπλώνεται μια εξαιρετικά αιχμηρή κριτική στα αδιαμφισβήτητα προνόμια της άρχουσας τάξης. Το σενάριο καταδεικνύει χωρίς περιστροφές πώς τα παιδιά των πλουσίων και ισχυρών οικογενειών αγοράζουν με άνεση την πορεία τους προς την ακαδημαϊκή επιτυχία και αποφεύγουν συστηματικά την επικίνδυνη στρατιωτική θητεία, την ίδια στιγμή που ο γιος της μαγείρισσας, στερούμενος ευκαιριών και οικονομικών πόρων, θυσιάζεται άδικα σε έναν παράλογο και ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Η ταινία καταφέρνει να αποδομήσει πλήρως τον ελιτισμό των παραδοσιακών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, στρέφοντας το ενδιαφέρον της στην πηγαία αλληλεγγύη που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ανθρώπους οι οποίοι, παρά τις διαφορές τους, μοιράζονται το κοινό βίωμα της απόρριψης, της μοναξιάς και της απώλειας. Αυτή η διαρκής αναζήτηση της ανθρώπινης σύνδεσης πέρα από τα στενά ταξικά και φυλετικά στεγανά, σε απόλυτο συνδυασμό με την αψεγάδιαστη, νοσταλγική ρετρό αισθητική, μου προσέφερε μια σπάνια αίσθηση πνευματικής ανάτασης, λειτουργώντας ως μια αισιόδοξη υπενθύμιση πως η γνήσια ανθρωπιά ευδοκιμεί πολύ πιο συχνά στο περιθώριο παρά στα σαλόνια των ισχυρών θεσμών.
Oppenheimer 2023
Το επικό και πολυεπίπεδο ιστορικό αριστούργημα του Christopher Nolan με τίτλο Oppenheimer καταλαμβάνει δικαιωματικά μια απολύτως κεντρική θέση στη διαμόρφωση της κινηματογραφικής ταυτότητας της τρέχουσας δεκαετίας. Πρόκειται για ένα τεχνικό και αφηγηματικό επίτευγμα μνημειωδών διαστάσεων, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τα στενά και συχνά ακαδημαϊκά όρια της παραδοσιακής βιογραφίας. Μετατρέπεται σταδιακά σε ένα αγωνιώδες, πυκνό φιλοσοφικό δοκίμιο γύρω από την καταστροφική φύση της ανθρώπινης φιλοδοξίας, τις ανεξέλεγκτες συνέπειες της επιστημονικής προόδου και την αναπόδραστη, συχνά μοιραία σύγκρουση ανάμεσα στην αντικειμενική αλήθεια και τις σκοτεινές πολιτικές σκοπιμότητες.
Ο ηθοποιός Cillian Murphy, επιστρατεύοντας ένα βλέμμα γεμάτο στοιχειωμένη ενοχή και υπαρξιακό τρόμο, αποτυπώνει το ασήκωτο βάρος ενός ανθρώπου που συνειδητοποιεί σταδιακά πως στην προσπάθειά του να σώσει τον κόσμο, άνοιξε το οριστικό κουτί της Πανδώρας. Ο λόγος που η συγκεκριμένη παραγωγή μου ασκεί τόσο ακαταμάχητη γοητεία έγκειται πρωτίστως στην τολμηρή πολιτική της διάσταση. Το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο, μισό του έργου επικεντρώνεται διεξοδικά στις κεκλεισμένων των θυρών ακροάσεις της ζοφερής εποχής του Μακαρθισμού. Εκεί παρακολουθούμε πώς ο αμερικανικός κρατικός μηχανισμός προσπαθεί συστηματικά και εκδικητικά να αποδομήσει και να καταστρέψει ηθικά τον δημιουργό της ατομικής βόμβας. Η αφορμή δεν είναι άλλη από τις προγενέστερες αριστερές του πεποιθήσεις, τις συνδικαλιστικές του επαφές και, κυρίως, τις μεταπολεμικές εκκλήσεις του για διεθνή έλεγχο των εξοπλισμών, στάση που συγκρούεται με τη μιλιταριστική ατζέντα της εποχής.
Η ταινία λειτουργεί συνεπώς ως ένας ανατριχιαστικός και εξαιρετικά επίκαιρος καθρέφτης της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας. Μιας εποχής όπου ο φτηνός λαϊκισμός, ο άκρατος εθνικιστικός παροξυσμός, η σκόπιμη εργαλειοποίηση του φόβου απέναντι στο διαφορετικό και η λυσσαλέα καταδίωξη της ελεύθερης διανόησης από βαθιά συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις παραμένουν απειλητικά και ορατά. Ο Nolan κατασκευάζει με χειρουργική ακρίβεια μια ατμόσφαιρα θεσμικής παράνοιας που πνίγει τον θεατή, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο ο απρόσωπος κρατικός μηχανισμός συνθλίβει χωρίς ενδοιασμούς όποιον τολμά να αμφισβητήσει την κυριαρχία του ή να προτάξει το συλλογικό καλό απέναντι στα στενά κατασκευασμένα εθνικιστικά αφηγήματα. Αποτελεί μια εμπειρία που αφυπνίζει άμεσα την πολιτική συνείδηση και υπενθυμίζει τους μόνιμους κινδύνους που ελλοχεύουν από την αλαζονεία της ανεξέλεγκτης εξουσίας.
Dune: Part Two 2024
Η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος της επιστημονικής φαντασίας, όταν προσεγγίζονται με την απαραίτητη οξυδέρκεια και τόλμη, αποτελούν ιστορικά το καταλληλότερο και πιο διεισδυτικό όχημα για την ανάλυση των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτικών παθογενειών. Το σαρωτικό Dune: Part Two του Denis Villeneuve εξυπηρετεί ακριβώς αυτόν τον ύψιστο σκοπό. Ο θεατής δεν έρχεται απλώς αντιμέτωπος με ένα αψεγάδιαστο, καθηλωτικό οπτικό υπερθέαμα που εκτυλίσσεται στους αφιλόξενους και απέραντους αμμόλοφους του πλανήτη Arrakis. Έρχεται αντιμέτωπος με μια ανελέητη και συστηματική αποδόμηση της ίδιας της έννοιας του χαρισματικού μεσσία, καθώς και με μια σφοδρή, μετωπική κριτική απέναντι στον τυφλό θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την απληστία του δυτικού ιμπεριαλισμού.
Για τον θεατή ο οποίος συνηθίζει να εξετάζει και να αξιολογεί τα καλλιτεχνικά έργα μέσα από το σταθερό πρίσμα της υπεράσπισης της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας, η πορεία του κεντρικού ήρωα Paul Atreides φαντάζει απίστευτα τραγική, σκοτεινή και τρομακτική. Ο καταξιωμένος σκηνοθέτης επιλέγει να ανατρέψει πλήρως και έξυπνα το χιλιοειπωμένο στερεότυπο του λευκού, πεφωτισμένου σωτήρα που έρχεται να ελευθερώσει τους ιθαγενείς. Αντιθέτως, αποκαλύπτει με κυνισμό πώς οι αρχαίες προφητείες σχεδιάστηκαν, διαδόθηκαν και εμφυτεύτηκαν τεχνητά σε έναν υποδουλωμένο, αυτόχθονα πληθυσμό με μοναδικό σκοπό τον μελλοντικό έλεγχό του. Παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή, ο οποίος στην απέλπιδα προσπάθειά του να επιβιώσει και να εκδικηθεί τον αφανισμό του οίκου του, αποφασίζει να εργαλειοποιήσει συνειδητά την αγνή πίστη των καταπιεσμένων, οδηγώντας τους τελικά με μαθηματική ακρίβεια σε έναν αιματηρό, φανατικό ιερό πόλεμο που σαρώνει το σύμπαν.
Η δημιουργία αυτή διερευνά σε βάθος το πώς οι άκαμπτες θρησκευτικές δοξασίες και η ανελέητη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων συμπλέκονται άρρηκτα, δημιουργώντας τις ιδανικές συνθήκες για την εδραίωση καθεστώτων απόλυτου ολοκληρωτισμού. Η εμπειρία της θέασης σε τεράστια οθόνη προκαλεί μια μόνιμη, υπόκωφη ανατριχίλα, καθώς υπενθυμίζει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις σύγχρονες, αιματηρές γεωπολιτικές συγκρούσεις της δικής μας πραγματικότητας. Αναδεικνύει τους τεράστιους κινδύνους που κρύβει η τυφλή, άκριτη υπακοή σε χαρισματικούς, αυταρχικούς ηγέτες οι οποίοι υπόσχονται μεγαλόστομα τη σωτηρία των λαών, ενώ στην πραγματικότητα προετοιμάζουν το έδαφος για την ολοκληρωτική τους καταστροφή. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα από τα πιο σκοτεινά, πολιτικά περίπλοκα και απολύτως αναγκαία φιλμ της γενιάς μας.
A Real Pain 2024
Επιστρέφοντας σε μια κλίμακα πολύ πιο ανθρώπινη, οικεία και εσωτερική, το A Real Pain σε σκηνοθεσία και σενάριο του Jesse Eisenberg αποτελεί ίσως την πιο εξαιρετικά ευαίσθητη, στοχαστική και διακριτική κινηματογραφική προσέγγιση της συλλογικής ιστορικής μνήμης και του ανείπωτου διαγενεακού τραύματος που έχει προβληθεί τα τελευταία χρόνια. Το σενάριο ακολουθεί τα χνάρια δύο εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους ξαδελφών, οι οποίοι αποφασίζουν να ταξιδέψουν μαζί στην Πολωνία προκειμένου να τιμήσουν τη μνήμη της αγαπημένης τους γιαγιάς, η οποία υπήρξε επιζήσασα του Ολοκαυτώματος. Η περιήγησή τους πραγματοποιείται στο πλαίσιο ενός οργανωμένου, κάπως τουριστικού γκρουπ ιστορικής μνήμης, μια επιλογή που από μόνη της γεννά ερωτήματα γύρω από την εμπορευματοποίηση του πόνου. Αυτό που ξεκινά στην οθόνη ως μια φαινομενικά ελαφριά, διαλογική καταγραφή της τεταμένης σχέσης δύο αταίριαστων χαρακτήρων, μετατρέπεται γρήγορα και δεξιοτεχνικά σε μια βαθιά, σπαρακτική ενδοσκόπηση για τους μηχανισμούς με τους οποίους ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να διαχειριστεί τον ψυχικό του πόνο.
Ο βασικός λόγος για τον οποίο η συγκεκριμένη ανεξάρτητη δημιουργία έχει καταλάβει μια τόσο ξεχωριστή και περίοπτη θέση στην καρδιά και τη σκέψη μου, έγκειται στον τεράστιο, αδιαπραγμάτευτο σεβασμό με τον οποίο προσεγγίζει την εγγενή ανθρώπινη ευθραυστότητα. Ο σκηνοθέτης επιχειρεί μια ριψοκίνδυνη αλλά απολύτως επιτυχημένη αντιπαραβολή ανάμεσα στον σύγχρονο, συχνά εγωκεντρικό πόνο και τις καθημερινές μικρονευρώσεις του δυτικού, προνομιούχου ανθρώπου από τη μία πλευρά, και τη φρικτή, ασύλληπτη βιομηχανική τραγωδία του ιστορικού παρελθόντος από την άλλη. Το σπουδαιότερο επίτευγμα της ταινίας είναι πως τολμά αυτή τη σύγκριση χωρίς όμως ποτέ να υποτιμά, να χλευάζει ή να ακυρώνει την αξία της ατομικής κατάθλιψης και της σύγχρονης, αστικής απελπισίας.
Το έργο διερευνά διεξοδικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια το τεράστιο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην ασφαλή ζωή που απολαμβάνουμε σήμερα και το αόρατο, ασήκωτο βάρος της συλλογικής ιστορίας που κουβαλάμε άθελά μας. Ο Eisenberg, επιδεικνύοντας μια σπάνια σκηνοθετική ωριμότητα, αποφεύγει έξυπνα όλους τους διδακτισμούς, τους εύκολους μελοδραματισμούς και τις απλουστεύσεις, προτιμώντας να εστιάσει την κάμερά του στην αξία της διαπροσωπικής αλληλεγγύης και στην αδήριτη ανάγκη για ουσιαστική κατανόηση του ανθρώπου που στέκεται δίπλα μας. Η λεπτή, σχεδόν αόρατη ισορροπία που επιτυγχάνεται ανάμεσα στο πικρό χιούμορ και τη βαθιά, υπαρξιακή θλίψη καθιστά την παρακολούθηση του φιλμ μια αθόρυβη, μη επιτηδευμένη, αλλά ταυτόχρονα βαθιά συνταρακτική πνευματική εμπειρία που αρνείται να εγκαταλείψει τον θεατή μετά τους τίτλους τέλους.
The Apprentice 2024
Η συνειδητή και στοχευμένη ενασχόληση της κινηματογραφικής τέχνης με τις βαθιές, συστημικές ρίζες της σύγχρονης πολιτικής τοξικότητας αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα από τα πιο κρίσιμα και επιτακτικά στοιχήματα της εποχής που διανύουμε. Το βιογραφικό δράμα The Apprentice του διακεκριμένου σκηνοθέτη Ali Abbasi συνιστά μια ανατριχιαστική, σχεδόν αποπνικτική κατάδυση στα σκοτεινά άδυτα της αμερικανικής εξουσίας. Η πλοκή παρακολουθεί βήμα προς βήμα την άνοδο και την ηθική μετάλλαξη ενός νεαρού, υπέρμετρα φιλόδοξου επιχειρηματία ακινήτων της Νέας Υόρκης, ο οποίος λειτουργεί υπό τη στενή, σχεδόν πατρική αλλά εξόχως δηλητηριώδη καθοδήγηση του διαβόητου, αδίστακτου δικηγόρου Roy Cohn. Η ταινία σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στα όρια μιας απλής, συμβατικής βιογραφικής εξιστόρησης, αλλά λειτουργεί ως μια χειρουργική ανατομία της κατασκευής ενός πολιτικού και κοινωνικού τέρατος που έμελλε δεκαετίες αργότερα να αλλάξει βίαια τον ρου της σύγχρονης ιστορίας.
Για τον θεατή και κριτικό που ανησυχεί βαθύτατα για τη ραγδαία υποβάθμιση του δημοκρατικού διαλόγου και τη συρρίκνωση των φιλελεύθερων αξιών, η θέαση αυτής της ταινίας λειτουργεί ως ένα εκκωφαντικό προειδοποιητικό σήμα κινδύνου. Το σενάριο αποκαλύπτει με κάθε λεπτομέρεια πώς ακριβώς γεννήθηκε η καταστροφική φιλοσοφία της απόλυτης, ξεδιάντροπης άρνησης της αντικειμενικής αλήθειας, πώς θεσμοθετήθηκε η προσωπική, χυδαία επίθεση εναντίον οποιουδήποτε αντιπάλου και πώς καλλιεργήθηκε η τακτική της διαρκούς ανακήρυξης της νίκης, εντελώς ανεξάρτητα από τα πραγματικά γεγονότα.
Η κουλτούρα της ακόρεστης απληστίας, η παντελής απουσία στοιχειωδών ηθικών φραγμών και η εργαλειακή αντιμετώπιση όλων των ανθρώπινων σχέσεων αποκλειστικά και μόνο ως κερδοφόρων συναλλαγών βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο της αφήγησης. Ο θεατής, καθλωμένος στη θέση του, παρακολουθεί με πραγματικό τρόμο πώς το σαθρό σύστημα του αμερικανικού υπερκαπιταλισμού, σε συνδυασμό με την εκτεταμένη διαφθορά των θεσμικών οργάνων, επέτρεψαν, ανέχτηκαν και τελικά εξέθρεψαν αυτού του είδους την επικίνδυνη, ναρκισσιστική αλαζονεία. Η ένταξη της συγκεκριμένης ταινίας στη λίστα βασίζεται ακριβώς σε αυτή τη γενναία, ασυμβίβαστη αποτύπωση της γένεσης του σύγχρονου πολιτικού κυνισμού. Αποτελεί μια θαρραλέα κινηματογραφική πράξη αντίστασης ενάντια στη βολική λήθη και την επικίνδυνη κανονικοποίηση του αυταρχισμού που απειλεί τις σύγχρονες κοινωνίες.
Marty Supreme 2025
Εισχωρώντας στην παραγωγή του 2025,στέκομαι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον απέναντι στο Marty Supreme. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ιδιόρρυθμη αθλητική κωμωδία και δράμα, γυρισμένη από τον σκηνοθέτη Josh Safdie, ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο με τον συνεργάτη του Ronald Bronstein. Η ιστορία μεταφέρει το κοινό στη Νέα Υόρκη του 1952, συστήνοντας τον νεαρό Marty Mauser, έναν ρόλο τον οποίο αναλαμβάνει ο Timothee Chalamet. Ο κεντρικός αυτός ήρωας, μια φιγούρα που βασίζεται χαλαρά στον θρυλικό παίκτη Marty Reisman, κερδίζει τα προς το ζην εργαζόμενος ως πωλητής στο κατάστημα παπουτσιών του θείου του Murray, τον οποίο ενσαρκώνει ο Larry Ratso Sloman. Ταυτόχρονα, διατηρεί παράνομο δεσμό με την παντρεμένη παιδική του φίλη Rachel Mizler, την οποία ερμηνεύει η Odessa A zion, και συμβιώνει με τη μητέρα του Rebecca, ρόλο που κρατά η Fran Drescher.
Ο πραγματικός και μοναδικός αυτοσκοπός του πρωταγωνιστή, ωστόσο, είναι η απόλυτη παγκόσμια κυριαρχία στον χώρο της επιτραπέζιας αντισφαίρισης. Ο Safdie επιστρατεύει τη γνωστή σκηνοθετική του μανιέρα, επιβάλλοντας έναν φρενήρη, αδιάκοπο ρυθμό που σταδιακά πνίγει τον θεατή, μια εξαντλητική εμπειρία όπου η ένταση χτίζεται αδιάκοπα χωρίς καμία στιγμή αποσυμπίεσης. Στο πλαίσιο αυτής της αγωνιώδους πορείας, ο Marty ταξιδεύει στο Λονδίνο για να συμμετάσχει στο British Open, καταφεύγοντας στο να κλέψει 700 δολάρια από το χρηματοκιβώτιο του θείου του για να καλύψει τα έξοδα. Εκεί, καταφέρνει να εξοντώσει τον πρωταθλητή Bela Kletzki, για να ηττηθεί όμως τελικά από τον κωφό Ιάπωνα παίκτη Koto Endo.
Η ιδεολογική βαρύτητα που καθιστά το έργο αυτό τόσο ελκυστικό εντοπίζεται στην ανελέητη και εξαιρετικά σκληρή κριτική που ασκείται ενάντια στην κουλτούρα της αθέμιτης ανταγωνιστικότητας και στον ακραίο, καταστροφικό ναρκισσισμό. Ο χαρακτήρας του Chalamet λειτουργεί αυστηρά με γνώμονα το ατομικό συμφέρον. Δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί τον παιδικό του φίλο Dion προκειμένου να χρηματοδοτήσει τη δημιουργία μπαλακίων του πινγκ πονγκ που φέρουν το όνομά του, ούτε να εμπλακεί σε μια καιροσκοπική σχέση με την πρώην ηθοποιό Kay Stone, την οποία υποδύεται η Gwyneth Paltrow, θεωρώντας τη απλώς ως ένα χρήσιμο σκαλοπάτι για να προσεγγίσει τον βαθύπλουτο σύζυγό της, τον μεγιστάνα των στυλό Milton Rockwell, ενσαρκωμένο από τον Kevin O Leary.
Η ηθική κατάπτωση κορυφώνεται όταν ο Rockwell του προσφέρει τη δυνατότητα να ταξιδέψει στο Τόκιο για έναν αγώνα επίδειξης με τον Endo, απαιτώντας από τον νεαρό αθλητή να χάσει επίτηδες για να εξυπηρετηθούν τα εμπορικά συμφέροντα της εταιρείας στην ιαπωνική αγορά. Στην πορεία για την εξασφάλιση του απαραίτητου ποσού των 1500 δολαρίων ώστε να αρθεί η απαγόρευση συμμετοχής του στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, ο Marty μπλέκεται με τον υπόκοσμο της Νέας Υόρκης, τον μαφιόζο Ezra Mishkin που υποδύεται ο Abel Ferrara, και έρχεται αντιμέτωπος με την απώλεια ενός σκύλου ονόματι Moses, πυροδοτώντας μια αλυσίδα βίαιων και παράλογων γεγονότων που περιλαμβάνουν μέχρι και έναν θάνατο σε φάρμα. Οι ταπεινωτικές δοκιμασίες που του επιβάλλει ο Rockwell προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του, ανάμεσά τους ένα δημόσιο χτύπημα και η απαίτηση να φιλήσει ένα γουρούνι στη σκηνή, αποκαλύπτουν με τρόπο γκροτέσκο την απόλυτη σήψη ενός συστήματος όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια συνθλίβεται στον βωμό του χρήματος. Η αφήγηση, μέσα από την αδιαμφισβήτητη μαγνητική παρουσία του Chalamet, αποτελεί μια αναγκαία, πικρή ανατομία του αμερικανικού ονείρου, παρουσιάζοντάς το ως έναν ατέρμονο, χαοτικό εφιάλτη απληστίας και υπεροψίας.
Wake Up Dead Man 2025
Παραμένοντας στην ίδια παραγωγική χρονιά, το τρίτο και αναμφισβήτητα πιο σκοτεινό κεφάλαιο της σειράς μυστηρίου του Rian Johnson, με τίτλο Wake Up Dead Man, φέρνει το κινηματογραφικό κοινό σε μια απροσδόκητα θεολογική και πολιτικά φορτισμένη περιοχή. Ο βετεράνος ηθοποιός Daniel Craig επιστρέφει στον ρόλο του διακεκριμένου, ορθολογιστή ντετέκτιβ Benoit Blanc, έχοντας αυτή τη φορά να διαλευκάνει ένα φαινομενικά αδύνατο έγκλημα μέσα σε μια απομονωμένη, συντηρητική καθολική κοινότητα στα βόρεια της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, στην ενορία Our Lady of Perpetual Fortitude του Chimney Rock. Η ταινία, με προϋπολογισμό που άγγιξε τα 151,7 εκατομμύρια δολάρια και μια σύντομη παρουσία στις αίθουσες πριν την παγκόσμια κυκλοφορία της στο Netflix, εντυπωσιάζει με την πλούσια αισθητική της διεύθυνση.
Το μυαλό πίσω από το έγκλημα έχει θέσει στο στόχαστρο τον Monsignor Jefferson Wicks, ρόλο τον οποίο αναλαμβάνει με επιβλητική παρουσία ο Josh Brolin. Ο Wicks παρουσιάζεται ως ένας ιδιαίτερα χαρισματικός αλλά αυταρχικός ιερέας, ο οποίος κυβερνούσε το ποίμνιό του αξιοποιώντας έντεχνα τον φόβο και τον θυμό. Χρησιμοποιούσε τη θρησκευτική ρητορική ως όπλο μίσους, ριζοσπαστικοποιώντας τους οπαδούς του και εκμεταλλευόμενος την ιστορία του παππού του, Reverend Prentice Wicks, καθώς και το στίγμα της μητέρας του Grace, η οποία είχε χαρακτηριστεί από την κοινότητα ως πόρνη και είχε καταστρέψει τον σταυρό της εκκλησίας πριν πεθάνει τραγικά.
Αυτό που με ελκύει βαθιά σε αυτό το σενάριο δεν περιορίζεται απλώς στην εξαιρετική, αριστοτεχνικά δομημένη πλοκή μυστηρίου, αλλά επεκτείνεται στην οξυδερκή και απολύτως σύγχρονη κοινωνικοπολιτική παρατήρηση γύρω από τους μηχανισμούς της πίστης. Μέσα από τη φιγούρα του Father Jud Duplenticy, ενός πρώην πυγμάχου ο οποίος αναζήτησε τη λύτρωση στην ιεροσύνη έπειτα από τον θάνατο ενός αντιπάλου του στο ρινγκ, και τον οποίο ενσαρκώνει εξαιρετικά ο Josh O Connor, η ταινία τοποθετεί τον αγνό, καλοπροαίρετο ανθρωπισμό απέναντι στην απόλυτη διαφθορά των ιεραρχικών θρησκευτικών θεσμών. Το θύμα, ο Wicks, ανακαλύπτεται αρχικά αναίσθητος μπροστά στο εκκλησίασμα έχοντας στο ρούχο του ψεύτικο αίμα, ένα κόλπο που οργανώθηκε μέσω τηλεχειριστηρίου, προτού τελικά ο ιατρός Nat Sharp, ερμηνευμένος από τον Jeremy Renner, δολοφονήσει πραγματικά τον ιερέα, καρφώνοντας στην πλάτη του ένα διακοσμητικό κόκκινο λύκο που είχε κλαπεί νωρίτερα από το τοπικό μπαρ Il Diavolo.
Η ιστορία αποκαλύπτει χωρίς περιστροφές τον τρόπο με τον οποίο επιτήδειοι χειραγωγούν ευάλωτους ανθρώπους. Χαρακτήρες όπως η Simone Vivane, μια ανάπηρη πρώην τσελίστρια που αναζητά απεγνωσμένα ένα ιατρικό θαύμα, υποδυόμενη από την Cailee Spaeny, ή ο Lee Ross, ένας ξεπεσμένος συγγραφέας που έχει στραφεί στη θρησκεία, ερμηνευμένος από τον Andrew Scott, γίνονται πιόνια μιας μεγαλύτερης συνωμοσίας. Η αφήγηση εμπλέκει την αφοσιωμένη αλλά φανατική οικονόμο Martha Delacroix που παίζει η Glenn Close, τη δικηγόρο Vera Draven της Kerry Washington, και τον φιλόδοξο θετό της γιο Cy, τον οποίο υποδύεται ο Daryl McCormack, καταδεικνύοντας τις σκοτεινές διαδρομές ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική επιρροή. Η κορύφωση του δράματος έρχεται όταν η Martha δηλητηριάζει τον καφέ με βαρβιτουρικό, οδηγώντας στον θάνατο του Nat και τελικά στην αυτοκτονία της. Η απρόσμενη συμμαχία του αθεϊστή ορθολογιστή ντετέκτιβ με τον ειλικρινά πιστό και βασανισμένο ιερέα λειτουργεί ως μια υπέροχη δήλωση για την αναγκαιότητα της συμπόρευσης των ανθρώπων που μάχονται για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, προκειμένου να καταπολεμήσουν οργανωμένα τον φανατισμό και την υποκρισία. Η σφοδρή κριτική στην εργαλειοποίηση της πίστης συνάδει απόλυτα με το πνεύμα ανεκτικότητας και ελευθερίας που διαπνέει τις βασικές επιλογές αυτού του άρθρου.
One Battle After Another 2025
Προχωρώντας στην εξέταση μιας εκ των σπουδαιότερων κινηματογραφικών δημιουργιών της δεκαετίας, συναντάμε το μνημειώδες πόνημα του Paul Thomas Anderson με τίτλο One Battle After Another. Βασισμένο μερικώς στο εμβληματικό μυθιστόρημα Vineland του συγγραφέα Thomas Pynchon και με παραγωγή από τις Warner Bros Pictures και Ghoulardi Film Company, το έργο αποτελεί ένα εκρηκτικό, πολυδιάστατο μείγμα πολιτικού θρίλερ, μαύρης κωμωδίας και τρυφερού οικογενειακού δράματος. Κυκλοφόρησε στις αίθουσες των Ηνωμένων Πολιτειών τον Σεπτέμβριο του 2025, προσελκύοντας τα βλέμματα τόσο για την τεχνική του αρτιότητα όσο και για το ιδεολογικό του βάρος, καταφέρνοντας να συγκεντρώσει πάνω από 213 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως με έναν αρχικό προϋπολογισμό που κυμάνθηκε μεταξύ 130 και 175 εκατομμυρίων. Είναι ενδεικτικό πως στα Όσκαρ της επόμενης χρονιάς, η ταινία απέσπασε 13 υποψηφιότητες, κερδίζοντας μεταξύ άλλων το βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου.
Σε μια τολμηρή αισθητική κίνηση, ο σκηνοθέτης μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Michael Bauman επέλεξαν να πραγματοποιήσουν μεγάλο μέρος των γυρισμάτων χρησιμοποιώντας φιλμ VistaVision, μια τεχνολογία της δεκαετίας του 1950 που εξασφαλίζει απαράμιλλη οξύτητα, υψηλή ανάλυση και μοναδική υφή στην εικόνα. Ο Leonardo DiCaprio παραδίδει μια αδιαμφισβήτητα αριστουργηματική, εξαιρετικά ισορροπημένη ερμηνεία διάρκειας 162 λεπτών, υποδυόμενος τον Bob Ferguson, παλαιότερα γνωστό ως Ghetto Pat Calhoun. Ο χαρακτήρας του είναι ένας ξεπεσμένος, παρανοϊκός, εθισμένος στην κάνναβη πρώην ριζοσπάστης της αριστερής επαναστατικής οργάνωσης French 75, ο οποίος ζει εντελώς αποκομμένος από το σύστημα στη φανταστική πόλη καταφύγιο Baktan Cross της Καλιφόρνια, προσπαθώντας να μεγαλώσει και να προστατεύσει την ανεξάρτητη, έφηβη κόρη του Willa, την οποία ερμηνεύει εκπληκτικά στο ντεμπούτο της η Chase Infiniti.
Η τεράστια εκτίμηση προς αυτή την παραγωγή πηγάζει από την ατρόμητη και απόλυτα επίκαιρη πολιτική της αιχμή. Ο δημιουργός συνθέτει έναν καμβά που απεικονίζει αδυσώπητα τη σύγκρουση αυτού του κουρασμένου πρώην επαναστάτη με τον Col. Steven J. Lockjaw, έναν αδίστακτο και διεφθαρμένο αξιωματικό του στρατού και των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, τον οποίο υποδύεται με σαρωτική, σχεδόν καρτουνίστικη υπερβολή ο βραβευμένος με Όσκαρ Sean Penn. Ο χαρακτήρας του Penn είναι βαθιά ρατσιστής και επιδιώκει να αναρριχηθεί στους κόλπους μιας μυστικής, ελιτίστικης λέσχης λευκής υπεροχής, του Christmas Adventurers Club. Το κίνητρό του για την καταδίωξη του Bob και της Willa σχετίζεται με την ανάγκη του να δολοφονήσει το κορίτσι προκειμένου να αποκρύψει από τους ομοϊδεάτες του την παλαιότερη σεξουαλική του εμμονή και επαφή με την Αφροαμερικανίδα μητέρα της Willa και άλλοτε μέλος της French 75, την Perfidia Beverly Hills, που ερμηνεύεται από την Teyana Taylor.
Η ταινία λειτουργεί ως ένα αριστοτεχνικό, πολυεπίπεδο δοκίμιο γύρω από τη λειτουργία της μνήμης, τη συστηματική παραχάραξη της ιστορίας από τις ισχυρές οικονομικές και στρατιωτικές ελίτ, και την υπαρκτή απειλή του φασισμού που παραμονεύει πάντα, έτοιμος να αναδυθεί, κάτω από την επιφάνεια του δυτικού πολιτισμού. Η αφήγηση ισορροπεί με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία ανάμεσα στην ξέφρενη δράση και τη βαθιά, υπαρξιακή μελαγχολία για τα χαμένα ιδανικά των προηγούμενων δεκαετιών, τονίζοντας τη σημασία της συνεχούς αντίστασης και της έμπρακτης προστασίας των δικαιωμάτων των μεταναστών. Αυτό αναδεικνύεται περίτρανα από τη δράση του χαρακτήρα Sensei Sergio St. Carlos, τον οποίο ενσαρκώνει ο Benicio del Toro, ενός δασκάλου καράτε ο οποίος μετατρέπεται σε προστάτη της κοινότητας των χωρίς χαρτιά μεταναστών στο Baktan Cross, στήνοντας ένα παράνομο δίκτυο διάσωσης την ώρα που η πόλη φλέγεται από συγκρούσεις. Η συνδρομή της Regina Hall στον ρόλο του μέλους της French 75, Deandra, προσθέτει μια ακόμη ψηφίδα στον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του έργου. Για όποιον ερμηνεύει την τέχνη υπό το πρίσμα της διεκδίκησης και της πολιτικής εγρήγορσης, το συγκεκριμένο φιλμ αποτελεί μια δήλωση βαθιά προοδευτική, τρομακτικά επίκαιρη και, εν τέλει, απίστευτα συγκινητική στην αποτύπωση της γονεϊκής αγάπης εν μέσω του απόλυτου κοινωνικού χάους.
The Odyssey 2026
Η παρούσα κινηματογραφική ανασκόπηση κορυφώνεται με τον πλέον ιδανικό τρόπο μέσω της εξέτασης του μεγαλειώδους, επικού έργου The Odyssey, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2026 από τη Universal Pictures. Ο δημιουργός Christopher Nolan ανέλαβε τη συγγραφή, τη σκηνοθεσία και, μαζί με τη σύζυγό του Emma Thomas, την παραγωγή αυτής της πρωτοφανούς διασκευής του Ομηρικού έπους. Η ταινία αποτελεί ένα ανεπανάληπτο τεχνικό και αισθητικό επίτευγμα, καθώς πρόκειται για την πρώτη παραγωγή μεγάλου μήκους στην ιστορία του κινηματογράφου που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά με κάμερες IMAX 70mm, αξιοποιώντας την ολοκαίνουργια τεχνολογία IMAX Keighley Film Camera που επιτρέπει την καταγραφή συγχρονισμένου ήχου. Υπό την επίβλεψη του διευθυντή φωτογραφίας Hoyte van Hoytema, καταναλώθηκαν 2,1 εκατομμύρια πόδια φιλμ σε γυρίσματα που απλώθηκαν από το Μαρόκο και τη Μάλτα μέχρι την Ισλανδία και την Ελλάδα. Με συνολικό προϋπολογισμό που άγγιξε τα 250 εκατομμύρια δολάρια, το φιλμ κατέρριψε τα ταμεία ξεπερνώντας το 1,040 δισεκατομμύριο δολάρια σε παγκόσμιες εισπράξεις, επιβεβαιώνοντας τη δίψα του κοινού για ένα θέαμα που διαθέτει αληθινή πνευματική ουσία.
Στο επίκεντρο αυτού του συγκλονιστικού, τρίωρου οράματος βρίσκεται ο Matt Damon, ο οποίος ενσαρκώνει τον Οδυσσέα σε μια ερμηνεία απαράμιλλου εσωτερικού πόνου. Το πρόσωπό του αποτελεί κυριολεκτικά τον χάρτη μιας απέραντης, ανεξίτηλης θλίψης καθώς προσπαθεί εναγωνίως να επιστρέψει στο βασίλειό του στην Ιθάκη και στη γυναίκα του Πηνελόπη, την οποία υποδύεται με σιωπηλή δύναμη η Anne Hathaway, έπειτα από μια εφιαλτική δεκαετία ανελέητου και αιματηρού πολέμου στην Τροία. Το καστ συμπληρώνεται από πλήθος αστέρων, όπως τον Tom Holland στον ρόλο του βασανισμένου γιου του, Τηλέμαχου, τον Robert Pattinson ως τον αδίστακτο μνηστήρα Αντίνοο, τη Lupita Nyong o σε διπλό ρόλο ως Ωραία Ελένη και Κλυταιμνήστρα, και τη Zendaya ως τη θεά Αθηνά.
Αυτό που διαχωρίζει ριζικά το συγκεκριμένο έργο από τις συνηθισμένες ιστορικές περιπέτειες και το απογειώνει στα μάτια μου, είναι η απολύτως ριζοσπαστική, σύγχρονη επανερμηνεία του αρχετυπικού ηρωικού μύθου. Ο Nolan αρνείται πεισματικά να δοξάσει τον πόλεμο, τον μιλιταρισμό ή τον τυφλό ηρωισμό. Αντιθέτως, απεικονίζει τη ρήξη και την πτώση της Τροίας με έναν ρεαλισμό που προκαλεί ανατριχίλα, δίνοντας έμφαση στη σφαγή των αμάχων γυναικόπαιδων, και καταδικάζοντας απόλυτα την άσκοπη βία. Το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου δεν παρουσιάζεται ως ένας θρίαμβος της ευφυΐας, αλλά ως μια σκοτεινή, προδοτική πράξη που αναγκάζει τον Οδυσσέα να θυσιάσει τον ίδιο του τον εξάδελφο Σίνωνα, ρόλο που κρατά ο Elliot Page, φορτώνοντάς τον με ανυπέρβλητες τύψεις.
Η ταινία αποτελεί, στον πυρήνα της, μια σπαρακτική, διεξοδική μελέτη πάνω στο μετατραυματικό στρες και στο τεράστιο, συχνά μη αναστρέψιμο ψυχικό κόστος που καταβάλλουν οι απλοί στρατιώτες όταν επιστρέφουν από τα πεδία των μαχών. Ο Οδυσσέας βασανίζεται διαρκώς από ενοχές, καθώς συνειδητοποιεί πως οι δικαιολογίες του πολέμου και οι γεωπολιτικές αφορμές υπήρξαν εξ αρχής κίβδηλα προσχήματα προκειμένου να ικανοποιηθεί η δίψα για εξουσία ηγετών όπως ο Αγαμέμνονας, τον οποίο ερμηνεύει ο Benny Safdie. Ο αγώνας του κεντρικού ήρωα κατά την επιστροφή του δεν διεξάγεται απλώς απέναντι σε τέρατα ή εκδικητικές θεότητες, αλλά κυρίως απέναντι στην εγγενή εχθρότητα του κόσμου και στους ιδιοτελείς, άπληστους μνηστήρες που κατασπαράζουν τον πλούτο της πατρίδας του όσο εκείνος λείπει, ελπίζοντας να σφετεριστούν την εξουσία. Οι μνηστήρες αυτοί αντιπροσωπεύουν συμβολικά την αδηφάγα, διεφθαρμένη ολιγαρχία που εκμεταλλεύεται συστηματικά την απουσία της νομιμότητας και της δικαιοσύνης. Σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου οι ένοπλες συγκρούσεις, η ιμπεριαλιστική ρητορική και ο εθνικιστικός παροξυσμός τείνουν να κυριαρχήσουν ξανά στο δημόσιο λόγο, η συγκεκριμένη οπτική του σκηνοθέτη αποτελεί ένα συνταρακτικό, αναγκαίο αντιπολεμικό μανιφέστο. Μια θαρραλέα έκκληση για ουσιαστική ειρήνη, συμφιλίωση και αναστοχασμό, προσφέροντας παράλληλα μια κινηματογραφική εμπειρία που αφήνει το κοινό πνευματικά και αισθητικά γεμάτο.
Καταλήγοντας
Ολοκληρώνοντας με προσοχή αυτή την εις βάθος περιήγηση στον κινηματογράφο της δεκαετίας του 2020, καθίσταται απολύτως σαφές και αδιαπραγμάτευτο πως η τέχνη της κινούμενης εικόνας παραμένει σταθερά το πιο ισχυρό, άμεσο και παρεμβατικό μέσο που διαθέτει η κοινωνία για να αναστοχαστεί τις συλλογικές της πράξεις και τις ολέθριες παραλείψεις της. Όπως ακριβώς συνέβη και στην ανάλυση για την προηγούμενη δεκαετία, τα έργα που επιλέχθηκαν για να ενταχθούν σε αυτή τη λίστα δεν βρίσκονται εδώ εντελώς τυχαία. Εκπροσωπούν μια πολύ συγκεκριμένη, συγκροτημένη κοσμοθεωρία η οποία αρνείται να δεχτεί την αδικία ως φυσικό φαινόμενο, απορρίπτει κατηγορηματικά την κανονικοποίηση της ρητορικής του μίσους, του φασισμού και του τοξικού καπιταλιστικού ανταγωνισμού, και αναζητά διαρκώς τον ανθρωπισμό μέσα στο σκοτάδι.
Ο θεατής που επιλέγει να αναζητήσει το ουσιαστικό βάθος κάτω από την επιφανειακή λάμψη του εύκολου θεάματος, αντιλαμβάνεται πλήρως πως κάθε μία από αυτές τις δώδεκα ξεχωριστές ταινίες αποτελεί μια πολύτιμη ψηφίδα σε ένα τεράστιο, εν εξελίξει μωσαϊκό κοινωνικής αφύπνισης. Η πορεία που καταγράφεται, ξεκινώντας από την αποδόμηση της έμφυλης υποκρισίας στις αρχές της δεκαετίας, μέχρι να φτάσει στην κραυγή ενάντια στον παραλογισμό του πολέμου και την υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης που προσφέρουν απλόχερα οι πιο πρόσφατες παραγωγές, μαρτυρά την τεράστια ανάγκη για έναν κινηματογράφο εξόχως παρεμβατικό, ιδεολογικά ανήσυχο και βαθιά δημοκρατικό. Η τρέχουσα δεκαετία διανύει ακόμη την πορεία της και οι προκλήσεις στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό στερέωμα δείχνουν να γιγαντώνονται με ρυθμούς ανησυχητικούς. Ωστόσο, παραμένει η ελπίδα πως όσο οι μεγάλοι δημιουργοί τολμούν να γυρίζουν τον φακό της κάμερας προς τις παθογένειες των ισχυρών θεσμών, φωτίζοντας ταυτόχρονα το μεγαλείο της ανθρώπινης αλληλεγγύης και της ριζοσπαστικής ενσυναίσθησης, ο κινηματογράφος θα συνεχίσει να αποτελεί έναν ανεκτίμητο, φάρο ελπίδας στον διαρκή αγώνα για έναν κόσμο πιο δίκαιο, πιο ελεύθερο και απείρως πιο ανθρώπινο.
