Του Βήτα Ταφ
Όταν γράφω «χειρότερες», το βάζω επίτηδες σε εισαγωγικά, δεν μιλάω για αντικειμενικά κακές ταινίες, ούτε για ξεσκέπασμα έργων που δεν άξιζαν. Μιλάω για το πιο ταπεινό και, για μένα, το πιο ειλικρινές πράγμα, για τις ταινίες που σε εμένα προσωπικά δεν λειτούργησαν, παρότι έχουν μια από τις πιο βαριές σφραγίδες αναγνώρισης που μπορεί να πάρει ένα φιλμ, το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.
Το τονίζω από την αρχή, γιατί θεωρώ ότι έτσι γίνεται το κείμενο πιο έντιμο και, τελικά, πιο χρήσιμο. Μια προσωπική λίστα δεν προσπαθεί να βάλει τελεία στη συζήτηση, αλλά να την ανοίξει. Κάποιος μπορεί να βρει σε αυτές τις ταινίες παρηγοριά, έμπνευση, ή μια αισθητική απόλαυση που εμένα μου διέφυγε. Το σέβομαι πλήρως.
Η δική μου θέση είναι ότι η τέχνη δεν είναι δημοψήφισμα ούτε δικαστήριο, είναι εμπειρία, συγκυρία, γούστο, μνήμη, αξίες. Και οι αξίες, ειδικά όταν έχουν πολιτικό φορτίο, επηρεάζουν το πώς διαβάζουμε ιστορίες.
Εγώ προσωπικά δίνω μεγάλο βάρος στην ατομική αξιοπρέπεια, στην προσωπική αυτονομία, στους ίσους κανόνες και στην καθαρή αποστροφή προς κάθε είδους εξιδανίκευση εξουσίας, είτε αυτή εμφανίζεται ως κράτος, ως παράδοση, ως κοινωνική τάξη, είτε ως κρυμμένη ιεραρχία μέσα σε μια φαινομενικά ρομαντική αφήγηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι ζητάω από κάθε ταινία να είναι πολιτικό μανιφέστο. Σημαίνει, όμως, ότι έχω αλλεργία σε οτιδήποτε μου μοιάζει να ωραιοποιεί ανισότητες, να βολεύεται σε εύκολους εξιλεωτικούς συμβολισμούς, ή να ζητάει από τον θεατή να συγκινηθεί με το ζόρι αντί να τον κερδίσει με εσωτερική αλήθεια.
Η λίστα των δώδεκα ταινιών
1. Anora (2024)
Το Anora είναι μια ρομαντική κωμικοδραματική ιστορία γύρω από μια νεαρή sex worker που παντρεύεται παρορμητικά τον γιο ενός Ρώσου ολιγάρχη και όλο αυτό μπλέκει σε μια μοντέρνα σταχτοπούτα με πολύ πιο τραχύ έδαφος απ’ όσο υπονοεί η ιδέα. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 97η τελετή (2025). Εδώ η δική μου ένσταση είναι κυρίως τονική, ένιωσα ότι η ταινία τρέχει συνεχώς σε ένα σκαμπανέβασμα ανάμεσα σε φάρσα, κοινωνικό ρεαλισμό και ρομάντζο, χωρίς να βρίσκει πάντα μια εσωτερική ισορροπία που να με κρατά. Σε στιγμές γελούσα, σε άλλες ένιωθα ότι μου ζητείται να αγχωθώ ή να συγκινηθώ σε άλλη γλώσσα από αυτή που μόλις πριν μιλούσε η ταινία.
Επίσης, επειδή έχω εμμονή με το ζήτημα της αυτονομίας και ειδικά με το πώς μιλάμε για έμφυλη εξουσία, συναίνεση και οικονομική ανισότητα, εγώ προσωπικά ήθελα να νιώσω πιο καθαρά ότι η πρωταγωνίστρια δεν γίνεται απλώς όχημα ενός παιχνιδιού τάξης ή ενός κοινωνικού punchline. Δεν λέω ότι αυτό είναι αντικειμενικά το νόημα του έργου, λέω ότι εγώ αυτό φοβήθηκα καθώς το έβλεπα, κι αυτό με κράτησε πίσω.
2. Nomadland (2020)
Το Nomadland αντλεί έμπνευση από το nonfiction βιβλίο της Jessica Bruder για μεγαλύτερους σε ηλικία Αμερικανούς που ζουν σε βαν ή τροχόσπιτα και μετακινούνται για εποχική εργασία, και κινηματογραφικά ακουμπά σε μια σχεδόν παρατηρητική λιτότητα. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 93η τελετή (2021). Το πρόβλημά μου δεν είναι η θεματική, αντίθετα, ως ιδέα με αγγίζει. Αυτό που δεν μου άρεσε είναι η ψυχρή απόσταση που ένιωσα ανάμεσα σε μένα και σε αυτό που βλέπω. Η ταινία προτιμά μια ποιητική παρατήρηση της περιπλάνησης, αλλά σε μένα αυτό μεταφράστηκε σε ρυθμό που απλώνεται τόσο, ώστε χάνω το νήμα της εσωτερικής έντασης.
Με άλλα λόγια, αντί να με βάλει βαθύτερα στη ζωή της πρωταγωνίστριας, με άφησε να κοιτάζω τη ζωή της απ’ έξω, σαν να στέκομαι πίσω από ένα τζάμι. Έχω επίσης μια προσωπική δυσπιστία απέναντι σε αφηγήσεις που, έστω και άθελά τους, μπορεί να μοιάζουν σαν να ρομαντικοποιούν την επισφάλεια ως ελευθερία. Ξέρω ότι πολλοί το διαβάζουν αλλιώς και μπορώ να το καταλάβω. Απλώς σε μένα δεν έδεσε.
3. The Shape of Water (2017)
Το The Shape of Water είναι μια φανταστική ρομαντική ιστορία ανάμεσα σε μια μη ομιλούσα γυναίκα και ένα μυστηριώδες ανθρωπόμορφο αμφίβιο πλάσμα, μια παραβολή που πατά ταυτόχρονα στο παραμύθι και στο πολιτικό σχόλιο. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 90ή τελετή (2018). Εμένα, όμως, δεν με κέρδισε ο πυρήνας της βασικής σχέσης. Όχι επειδή δεν το δέχομαι ως ιδέα, ίσα ίσα, είμαι από τους ανθρώπους που συνήθως υπερασπίζονται το δικαίωμα της τέχνης να παίρνει ρίσκα.
Αλλά εδώ ένιωσα ότι το φιλμ ζητά να πιστέψω στα συναισθήματα πριν προλάβω να τα νιώσω, σαν να βάζει την ποίηση πρώτα και την ψυχολογία μετά. Το αποτέλεσμα, σε μένα, ήταν ένα παράξενο κενό. Αναγνώριζα την αισθητική δεξιοτεχνία και την ευαισθησία της αλληγορίας, αλλά δεν ένιωθα πως η καρδιά μου ακολουθεί. Κι όταν δεν ακολουθεί, η ίδια η ταινία αρχίζει να μου φαίνεται υπερβολικά φτιαγμένη για να συγκινεί.
4. Moonlight (2016)
Το Moonlight είναι ένα αμερικανικό δράμα ενηλικίωσης για έναν νεαρό μαύρο άνδρα που παλεύει με την ταυτότητα και τη σεξουαλικότητά του, βασισμένο στο έργο του Tarell Alvin McCraney. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 89η τελετή (2017). Εδώ νιώθω σχεδόν ενοχές που το βάζω στη λίστα, γιατί καταλαβαίνω πλήρως γιατί αγαπήθηκε, είναι τρυφερό, προσεκτικό, αντιστερεοτυπικό στο βλέμμα του. Απλώς, η δική μου εμπειρία ήταν ότι η ταινία δουλεύει με έναν ελλειπτικό, διακριτικό τρόπο, με παύσεις, με αποσιωπήσεις που σε πολλούς φέρνει πιο κοντά. Σε μένα, όμως, είχε το αντίστροφο αποτέλεσμα, έμεινα με την αίσθηση ότι η ταινία παραμένει συνεχώς ένα βήμα πριν από το να αφεθεί, σαν να φοβάται τη ρητή, δύσκολη σύγκρουση και να προτιμά τη σιωπή ως καταφύγιο. Και επειδή εγώ σαν θεατής θέλω κάποια στιγμή η ιστορία να με κοιτάξει κατάματα, έστω με λεπτότητα, αυτή η διαρκής συστολή με έκανε να νιώσω ότι βλέπω κάτι πολύ όμορφο, αλλά όχι κάτι που με διαπερνά.
5. Shakespeare in Love (1998)
Το Shakespeare in Love είναι μια ανάλαφρη, ευρηματική φαντασίωση για το πώς γεννιέται το Romeo and Juliet, γεμάτη σάτιρα για τη θεατρική ζωή και παιχνίδι ανάμεσα στο ιστορικό και στο επινοημένο. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 71η τελετή (1999). Σε μένα, το πρόβλημα είναι ότι ένιωσα πως η ταινία βασίζεται πολύ στην εξυπνάδα της κατασκευής της, στο κοίτα πόσο έξυπνα κουμπώνει αυτό με το άλλο, και λιγότερο σε μια βαθιά συγκινησιακή αλήθεια. Τη θαυμάζω σαν μηχανισμό, αλλά δεν τη νιώθω σαν ανάγκη. Επιπλέον, και εδώ μιλάω καθαρά ως άνθρωπος με απέχθεια προς την κατάχρηση ισχύος, η ιστορία της οσκαρικής του περιόδου έχει σημαδευτεί από τον ρόλο του Harvey Weinstein και από τη συζήτηση γύρω από τις επιθετικές τακτικές καμπάνιας που προσωποποιήθηκαν σε αυτό το παράδειγμα. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό ακυρώνει το έργο. Αλλά σε μένα έβαλε έναν θόρυβο που δυσκολεύομαι να αγνοήσω, σαν να μην μπορώ να απομονώσω την ταινία από τη μυρωδιά μιας βιομηχανικής παρασκηνιακής ισχύος που δεν με εκφράζει.
6. The English Patient (1996)
Το The English Patient είναι ένα πολυτελές, ρομαντικό έπος βασισμένο στο μυθιστόρημα του Michael Ondaatje, γνωστό για τη φωτογραφία του και για τον τρόπο που πλέκει μνήμη, πόλεμο και επιθυμία. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 69η τελετή (1997). Σε μένα, όμως, βγήκε εκείνο το αίσθημα ομορφιάς που με βαραίνει. Η ταινία μοιάζει να είναι σχεδιασμένη ως μεγάλη λογοτεχνική συμφωνία και αυτό από μόνο του δεν είναι κακό. Απλώς εγώ κουράζομαι όταν η δραματουργία επιμένει να είναι διαρκώς μεγάλη, μεγάλα βλέμματα, μεγάλοι συμβολισμοί, μεγάλα τραύματα. Κάποια στιγμή, αντί να συγκινούμαι, ένιωσα ότι πνίγομαι μέσα στην ίδια την επισημότητα του δράματος. Και επειδή είμαι θεατής που αγαπά την καθαρή, ανθρώπινη απλότητα και όχι την απλοϊκότητα, εδώ ένιωσα πως η ταινία με κρατά σε μια απόσταση μουσειακής συγκίνησης.
7. Driving Miss Daisy (1989)
Το Driving Miss Daisy είναι κινηματογραφική μεταφορά έργου του Alfred Uhry, χτισμένη πάνω στη σχέση μιας ηλικιωμένης Εβραίας γυναίκας και του μαύρου σοφέρ της, μέσα σε δεκαετίες κοινωνικών αλλαγών στις ΗΠΑ. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 62η τελετή (1990). Εδώ η δική μου αντίρρηση είναι ίσως η πιο πολιτικά χρωματισμένη, αλλά προσπαθώ να την πω προσεκτικά, ένιωσα ότι η ταινία επιλέγει έναν ασφαλή, καθησυχαστικό δρόμο για να μιλήσει για μια κατά βάση δυσάρεστη πραγματικότητα. Σαν να μετατρέπει τη φυλετική σχέση εξουσίας σε ένα αφήγημα ατομικής καλοσύνης και προσωπικής φιλίας, εκτονώνοντας τη δομή μέσα σε ένα ζεστό συναίσθημα. Μπορεί αυτό για άλλους να είναι ακριβώς το ζητούμενο, μια ανθρώπινη γέφυρα. Για μένα, ως προσωπικότητα που δίνει βάση στους κανόνες και στις δομές που παράγουν ανισότητα, το αποτέλεσμα έμοιαζε υπερβολικά μαλακό. Δεν λέω ότι δεν έχει αξία. Λέω ότι εμένα δεν με ικανοποιεί ως τρόπος θέασης του θέματος.
8. Out of Africa (1985)
Το Out of Africa βασίζεται στα βιώματα της Karen Blixen-Finecke και είναι διάσημο για την κινηματογραφική του ομορφιά και την κλασική, ρομαντική του κλίμακα. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 58η τελετή (1986). Κι όμως, όσο περνούσε, τόσο ένιωθα ότι βλέπω μια μεγάλη ταινία με έναν τρόπο που δεν είναι πια δικός μου. Το κύριο αγκάθι για μένα είναι το βλέμμα, το πώς η αποικιακή πραγματικότητα μπορεί, μέσα από έναν αισθητικό ρομαντισμό, να μοιάζει σχεδόν σαν σκηνικό αυτοπραγμάτωσης των Ευρωπαίων χαρακτήρων. Δεν το κατηγορώ ως πρόθεση. Αλλά ως θεατής του 2026, με ευαισθησία σε ζητήματα ισχύος και ανισότητας, έπιασα τον εαυτό μου να αντιστέκεται, να θαυμάζει την εικόνα, αλλά να δυσπιστεί απέναντι σε αυτό που αφήνει έξω από το κάδρο ή το βάζει σε δεύτερο πλάνο. Σε μένα αυτό ακύρωσε μεγάλο μέρος της συγκινησιακής επίδρασης.
9. Terms of Endearment (1983)
Το Terms of Endearment είναι κωμικοδραματική μεταφορά του μυθιστορήματος του Larry McMurtry, με κεντρικό άξονα μια σχέση μητέρας-κόρης που ξεδιπλώνεται σε βάθος χρόνου. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 56η τελετή (1984). Εδώ η ένστασή μου είναι καθαρά συναισθηματική τεχνική, ένιωσα ότι η ταινία πατά συχνά σε ένα πολύ συγκεκριμένο, παλιότερο είδος δραμεντί που θέλει να σε κάνει να γελάσεις και να κλάψεις μέσα στην ίδια ανάσα. Στην πράξη, όμως, σε μένα αυτό έβγαλε κάτι σχεδόν χειριστικό, σαν να πατιούνται κουμπιά συγκίνησης με τρόπο που με κάνει να σκληραίνω αντί να ανοίγω. Επιπλέον, κάποια κομμάτια της δυναμικής των σχέσεων, οι ρόλοι, οι προσδοκίες, ο τρόπος που γράφονται οι γυναίκες μέσα σε ένα πλαίσιο εποχής, μου φάνηκαν πιο περιοριστικά από όσο αντέχω συνήθως. Άλλοι το βρίσκουν κλασικό, δικαίως. Εγώ ένιωσα ότι με σπρώχνει προς τη συγκίνηση, αντί να με τραβά.
10. Chariots of Fire (1981)
Το Chariots of Fire είναι ιστορικό αθλητικό δράμα για δύο Βρετανούς δρομείς που κατεβαίνουν στους Ολυμπιακούς του 1924, και είναι ίσως από τις πιο αναγνωρίσιμες εμπνευστικές ταινίες της εποχής του. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 54η τελετή (1982). Εδώ ο λόγος που δεν μου άρεσε τόσο είναι ότι ένιωσα πως η ταινία λειτουργεί με μια σχεδόν τελετουργική σοβαρότητα, μια ευγενή μεγαλοπρέπεια που σε πολλούς δίνει κύρος, σε μένα όμως βγάζει μια απόσταση. Με κουράζει το ύφος που μοιάζει να λέει, αυτό είναι σημαντικό. Πρέπει να το νιώσεις ως σημαντικό. Έχω μια έμφυτη δυσπιστία προς οτιδήποτε απαιτεί δέος αντί να το κερδίζει. Ναι, έχει ιστορικό βάρος και στιγμές δύναμης. Απλώς, εγώ δεν συνδέθηκα με την ιερότητα του τόνου του.
11. Oliver! (1968)
Το Oliver! είναι κινηματογραφική μεταφορά του μιούζικαλ του Lionel Bart, ένας μεγάλος, θεατρικός κόσμος που γράφει εξωστρεφώς στην οθόνη. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 41η τελετή (1969). Το δικό μου πρόβλημα εδώ δεν είναι ότι είναι μιούζικαλ. Είναι ότι, τουλάχιστον όπως το βίωσα εγώ, έχει έναν τρόπο αφήγησης πολύ σκηνικό, πολύ επιδεικτικό, που με κρατά σε θέση θεατή παρά συμμετέχοντα. Υπάρχουν στιγμές που αισθάνομαι πως η ταινία απολαμβάνει τόσο πολύ την ίδια την παράστασή της, ώστε ξεχνά να με κάνει να νοιαστώ βαθιά, κι εγώ όταν δεν νοιάζομαι, αρχίζω να βλέπω το μήκος και τον ρυθμό ως βάρος. Μπορεί να είναι κλασικό, μπορεί να είναι άψογο δείγμα ενός είδους, απλώς το είδος αυτό, στην εκδοχή του εδώ, δεν είναι δικό μου.
12. Tom Jones (1963)
Το Tom Jones είναι διασκευή του μυθιστορήματος του Henry Fielding και είναι μια ζωηρή, αθυρόστομη κωμωδία εποχής που αγαπήθηκε για την ενέργεια και τη σάτιρά της. Κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας στην 36η τελετή (1964). Εδώ, η απόστασή μου είναι κυρίως το πώς παλιώνουν κάποια κωμικά ή σεξουαλικά μοτίβα. Εγώ, με σημερινή ευαισθησία, δυσκολεύομαι να χαρώ όταν το χιούμορ ακουμπά σε δυναμικές που μου μοιάζουν άνισες ή κομπάζουν με τρόπο που σήμερα τον διαβάζω ως χοντροκομμένο. Δεν λέω ότι αυτό ήταν ο στόχος της ταινίας ή ότι δεν έχει ιστορική αξία. Λέω ότι εμένα, ως θεατή, μου σηκώνει άμυνες, με κρατά σε μια διανοητική παρατήρηση χωρίς να με αφήνει να παρασυρθώ.
Εν κατακλείδι
Αν προσπαθήσω να βρω το κοινό νήμα, δεν είναι ότι αυτές οι ταινίες δεν αξίζουν. Το κοινό νήμα είναι ότι εγώ, ως συγκεκριμένος θεατής, με συγκεκριμένες αξίες και συγκεκριμένη αντοχή σε ρυθμούς και ύφη, έχω τρία σημεία που με κόβουν. Πρώτον, όταν το έργο ζητά να υποταχθώ σε έναν τόνο δέους ή επίσημης μεγαλοπρέπειας χωρίς να με κερδίσει βήμα βήμα. Δεύτερον, όταν η συγκίνηση μοιάζει προγραμματισμένη αντί κερδισμένη, και τρίτον, όταν η ιστορία ακουμπά σε ανισότητες όπως φυλή, φύλο, αποικιοκρατία, τάξη, με τρόπο που έστω και καλοπροαίρετα μου φαίνεται υπερβολικά βολικός. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι αυτό, το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας ή οποιαδήποτε μεγάλη διάκριση δεν είναι υποχρέωση θαυμασμού για τον θεατή. Είναι μια ιστορική καταγραφή του τι ξεχώρισε σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Εγώ εδώ δεν επιχειρώ να ακυρώσω αυτές τις στιγμές. Επιχειρώ να περιγράψω, με ειλικρίνεια και χωρίς εύκολους αφορισμούς, γιατί για μένα αυτές οι συγκεκριμένες νίκες δεν μεταφράστηκαν σε αντίστοιχες προσωπικές εμπειρίες.

