Μια λίστα του Βήτα Ταφ
Το πλαίσιο της υποκειμενικότητας
Από την αρχή θέλω να το πω καθαρά, αυτή δεν είναι μια αντικειμενική αλήθεια και δεν προσπαθώ να την πουλήσω σαν κριτική από καθέδρας. Είναι μια προσωπική λίστα, φτιαγμένη από το πώς λειτουργεί το δικό μου γούστο, τα δικά μου όρια, οι δικές μου ευαισθησίες, ακόμη και οι δικές μου εμμονές. Εκεί που άλλος βλέπει κορυφαία ερμηνεία, εγώ μπορεί να βλέπω κάτι που απλώς δεν κουμπώνει πάνω μου και το ανάποδο. Αυτό για μένα δεν είναι πρόβλημα. Είναι το νόημα του σινεμά, ότι ο καθένας κουβαλάει μέσα του διαφορετικά είδη φόβου, τρυφερότητας, θυμού, ανοχής, και αυτά ενεργοποιούνται αλλιώς ανάλογα με το έργο.
Το ίδιο ισχύει και για τα βραβεία. Τα Όσκαρ είναι ένας θεσμός με τη δική του ιστορία, τη δική του πολιτική, τη δική του μηχανική. Δεν είναι δικαστήριο, ούτε μαθηματικός αλγόριθμος που μετράει αξία. Οι υποψηφιότητες βγαίνουν μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες ψηφοφορίας, όπου σε αρκετές κατηγορίες ψηφίζουν τα αντίστοιχα επαγγελματικά κλαδιά, ενώ η Καλύτερη Ταινία είναι διαφορετική περίπτωση. Και όλα αυτά γίνονται με μυστική ηλεκτρονική ψηφοφορία, με καταμέτρηση από ανεξάρτητο ελεγκτικό φορέα.
Οπότε, όταν λέω ότι μια ερμηνεία δεν προτάθηκε, δεν το χρησιμοποιώ ως απόδειξη ότι αδικήθηκε από κάποια μεταφυσική αδικία. Το χρησιμοποιώ ως αφορμή για να μιλήσω για εκείνες τις στιγμές που εγώ προσωπικά ένιωσα ότι κάποιος ηθοποιός πέτυχε κάτι σπάνιο και δύσκολο, ακόμη κι αν ο θεσμός δεν το κατέγραψε στην πεντάδα. Και το πιο σημαντικό, δεν χρειάζεται να συμφωνήσει κανείς μαζί μου για να σταθεί το κείμενο. Η διαφωνία είναι μέσα στο παιχνίδι, και για μένα είναι υγιές να υπάρχει.
Η προσωπική μου λίστα
Amy Adams στο Arrival
Το Arrival είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας του 2016, με την Adams ως γλωσσολόγο που καλείται να κάνει κάτι αδύνατο,να μεταφράσει το άγνωστο, ενώ ταυτόχρονα κρατάει όρθια την προσωπική της ζωή και το εσωτερικό της βάρος. Για μένα, εδώ βρίσκεται η ουσία. Παίζει την ευφυΐα χωρίς πόζα, το συναίσθημα χωρίς χειρισμό, και την αγωνία χωρίς να πουλάει νεύρο. Αγκυρώνει μια ιδέα τεράστια και αφηρημένη σε κάτι ανθρώπινο και χειροπιαστό. Κι ενώ δεν μου αρέσει να κάνω τον λογιστή της αδικίας, εδώ προσωπικά μένω με την αίσθηση ότι χάθηκε μια ευκαιρία να τιμηθεί μια ερμηνεία που κάνει το δύσκολο να μοιάζει απλό.
Jake Gyllenhaal στο Nightcrawler
Το Nightcrawler είναι neo noir θρίλερ του 2014 για έναν άνθρωπο που βρίσκει επάγγελμα μέσα στη νυχτερινή βία της πόλης και το μετατρέπει σε καριέρα. Η ερμηνεία του Gyllenhaal για μένα είναι σχεδόν χειρουργική. Δεν παίζει τον τρελό με τον εύκολο τρόπο. Τον παίζει σαν κάποιος που έμαθε να μιλάει με γλώσσα εταιρικής αυτοβελτίωσης και τη χρησιμοποιεί σαν όπλο. Και αυτό με τρομάζει περισσότερο από μια κραυγαλέα απειλή, γιατί το αναγνωρίζω γύρω μου, την ηθική που πουλάει επαγγελματισμό ενώ στην πραγματικότητα τρέφεται από ζημιά.Και αν το βάλω πολύ απλά, για μένα είναι μια από τις περιπτώσεις όπου ένας ηθοποιός χτίζει χαρακτήρα που μένει στη μνήμη περισσότερο από την ίδια την πλοκή.
Scarlett Johansson στο Under the skin
Το Under the skin είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας του Jonathan Glazer, όπου η Johansson παίζει μια εξωγήινη παρουσία μεταμφιεσμένη σε άνθρωπο και δουλεύει με ελάχιστα λόγια. Για μένα, αυτό είναι ένα από τα πιο καθαρά παραδείγματα υποκριτικής που στηρίζεται στην παρατήρηση και όχι στην εξήγηση. Στο βλέμμα, στη στάση, στο περπάτημα, στο πόσο δανεική είναι μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Είναι ερμηνεία που δεν ζητάει θαυμασμό, ζητάει προσοχή. Και προσωπικά συγκινούμαι όταν ένας ηθοποιός δεν μου δίνει έτοιμο συναίσθημα, αλλά με κάνει να το ανακαλύψω μόνος μου.Κι ας υπάρχει κριτική αναγνώριση για το πόσο ιδιαίτερη είναι αυτή η σχεδόν άφωνη δουλειά.
Leonardo Di Caprio στο Django Unchained
Το 2012, σε ένα έργο που παίζει με είδη και με την ιστορική βία, ο Di Caprio χτίζει έναν ανταγωνιστή που είναι ταυτόχρονα γελοίος και τρομακτικός, ευγενικός στην επιφάνεια και κτηνώδης στη ρίζα. Για μένα, αυτή είναι η πιο δύσκολη ισορροπία. Το κακό που δεν φωνάζει συνέχεια, αλλά χαμογελάει, ακουμπάει στον ώμο σου και σε μετράει σαν αντικείμενο. Δεν χρειάζεται να πω τι γίνεται στην ιστορία. Μου αρκεί ότι η ερμηνεία με κάνει να νιώσω πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η εξουσία όταν φοράει τρόπους. Και προσωπικά, αυτό το θυμάμαι πάντα σαν το κλασικό παράδειγμα ρόλου που άφησε πολιτισμικό σημάδι χωρίς να κερδίσει την επίσημη σφραγίδα.
Tom Hardy στο Warrior
Η ταινία είναι ένα αθλητικό δράμα του 2011 γύρω από μια οικογένεια που κουβαλάει παλιές πληγές και τις σπρώχνει μέσα σε ένα τουρνουά μεικτών πολεμικών τεχνών. Αυτό που με πιάνει στον Hardy δεν είναι μόνο η σωματική μεταμόρφωση, αλλά το πώς παίζει τη σιωπή σαν να είναι διάλογος. Είναι μια ερμηνεία που δεν ζητάει να τη θαυμάσεις, σε αφήνει να την παρατηρήσεις. Και εγώ έχω αδυναμία σε αυτό, στο να μη με πιέζει η ταινία να νιώσω κάτι, αλλά να μου το επιτρέπει.Και κάπως αυτό για μένα το κάνει ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ρόλου που δούλεψε βαθιά χωρίς να γίνει βιτρίνα.
Uma Thurman στο Kill Bill
Το Kill Bill: Volume 1 είναι ταινία του 2003, χτισμένη πάνω στη σωματικότητα, στη χορογραφία, στο στυλ. Σε τέτοιο πλαίσιο, πολλοί θα πουν ότι δεν είναι υποκριτική, ότι είναι περφόρμανς ή καθαρό genre. Εγώ όμως εκεί ακριβώς βλέπω την πρόκληση. Η Thurman πρέπει να έχει παρουσία, ακρίβεια, κίνηση, αλλά και συναισθηματικό πυρήνα, γιατί αλλιώς όλο αυτό θα ήταν μια άδεια βιτρίνα. Και για μένα δεν είναι. Είναι μια πρωταγωνίστρια που, ακόμη και μέσα στην υπερβολή, κρατάει κάτι προσωπικό, σαν να υπάρχει πληγή κάτω από το κίτρινο κοστούμι. Και όσο κι αν αυτή η ταινία έχει τη δική της αισθητική ακρότητα, εγώ καταλήγω να τη θυμάμαι κυρίως για το ότι η Thurman κατάφερε να κάνει το απίθανο να μην είναι γελοίο.
Naomi Watts στο Mulholland Drive
Το Mulholland Drive είναι ταινία του 2001 που κινείται σαν όνειρο, με μια πρωταγωνίστρια την οποία η Watts παίζει με μια σπάνια ευαισθησία στις μετατοπίσεις της ίδιας της ταινίας. Δεν θέλω να πω τι είναι το Mulholland Drive, γιατί μέρος της εμπειρίας είναι ακριβώς ότι δεν σου δίνει μια ευθεία γραμμή για να περπατήσεις. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι για μένα η Watts κάνει κάτι που θεωρώ κορυφαίο, παίζει διαφορετικά επίπεδα του ίδιου προσώπου χωρίς να το κάνει επίδειξη. Υπάρχει μια στιγμή όπου η ερμηνεία της αλλάζει θερμοκρασία μέσα σε δευτερόλεπτα και εγώ κάθε φορά νιώθω ότι βλέπω κάποιον να περνάει από το φως στη σκιά με τρόπο απολύτως πειστικό.Και παρότι ο Lynch είχε υποψηφιότητα σκηνοθεσίας, εγώ προσωπικά μένω με την αίσθηση ότι η καρδιά της ταινίας είναι αυτή η ερμηνεία που ρισκάρει να δείξει εύθραυστη και όχι δυνατή με τον συμβατικό τρόπο.
Jim Carrey στο The Truman Show
Στο The Truman Show του 1998, ο Carrey είναι ένας άνθρωπος που ζει μέσα σε μια κατασκευασμένη κανονικότητα και, σιγά σιγά, αρχίζει να αμφισβητεί αν η ζωή του του ανήκει. Αυτό που αγαπάω εδώ είναι ο αυτοέλεγχος. Ο Carrey που όλοι ξέρουμε πόσο μεγάλος μπορεί να γίνει, διαλέγει να παίξει χαμηλά, με μέτρο, και αυτό κάνει το αποτέλεσμα πιο οδυνηρό και πιο αληθινό. Για μένα, ο ρόλος λειτουργεί και σαν πολιτική αλληγορία, όχι κομματική, αλλά ανθρώπινη, το δικαίωμα να μην είσαι προϊόν, να μην σε κοιτάνε σαν περιεχόμενο, να μη σου κλέβουν την ιδιωτικότητα και μετά να σου ζητάνε να το αποδεχτείς χαμογελαστός. Και αν χρειάζομαι μια φράση για το πώς το νιώθω, είναι ότι αυτή είναι από τις φορές που ένας κωμικός απέδειξε πόσο εύκολα μπορεί να γίνει δραματικός χωρίς να αλλάξει μάσκα, μόνο αλλάζοντας τόνο.
Val Kilmer στο The Doors
Το The Doors είναι βιογραφική ταινία του 1991, όπου ο Kilmer ενσαρκώνει τον Jim Morrison με τρόπο που δεν μοιάζει απλώς με μίμηση. Εγώ σε τέτοιους ρόλους φοβάμαι πάντα το κερί που λιώνει στον ήλιο. Την υπερβολή, το δήθεν ιερό δέος γύρω από έναν μύθο. Ο Kilmer όμως στα μάτια μου κάνει κάτι πιο δύσκολο. Μπαίνει μέσα στην ενέργεια ενός ανθρώπου που έζησε σαν να μην υπήρχαν όριο, αλλά αφήνει να φανούν και οι ρωγμές, όχι μόνο το πόστερ. Και επειδή αυτό το είδος δουλειάς είναι και τεχνικά και σωματικά απαιτητικό, έχει σημασία για μένα ότι υπάρχουν μαρτυρίες για την εξαντλητική προετοιμασία του και για το πόσο πειστικά απέδωσε ακόμη και το μουσικό κομμάτι. Κι εγώ το κρατάω σαν μια περίπτωση όπου το σώμα και η φωνή γίνονται ρόλος χωρίς να γίνεται καρικατούρα.
Al Pacino στο Godfather Part 3
Το 1990, ο Pacino επιστρέφει ως ένας άνθρωπος που κουβαλάει ένα παρελθόν που δεν ξεπληρώνεται, ακόμη κι αν αλλάξεις κοστούμι και διεύθυνση. Αυτό που με κερδίζει είναι ότι δεν παίζει τον μύθο του εαυτού του. Παίζει τη φθορά, την ενοχή και την προσπάθεια να βάλει έστω μια τάξη σε μια ζωή που έχει χτιστεί πάνω σε βία, εξουσία και συμφέρον. Αυτού του είδους η αφήγηση, η ευθύνη χωρίς εύκολη λύτρωση, είναι κάτι που προσωπικά με αφορά.Κι όμως, στις σκηνές που η ταινία τον αφήνει να είναι άνθρωπος και όχι απολίθωμα ενός brand, εγώ βλέπω ένα βάρος που δεν είναι καθόλου εύκολο να το κουβαλήσεις πειστικά.
John Cazale στο Dog Day Afternoon
Η ταινία του 1975 είναι ένα ασφυκτικό δράμα βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, με τον Cazale σε ρόλο συνεργού που δεν καθοδηγεί το χάος, αλλά το ζει. Αυτό που με συγκλονίζει προσωπικά είναι η μικρή υποκριτική, αυτή που δεν κάνει φιγούρα. Ο Cazale δεν σε κερδίζει με ατάκες. Σε κερδίζει με το πώς κοιτάει, με το πώς στέκεται, με το πώς φαίνεται ότι κάθε δευτερόλεπτο μετράει το αν θα επιβιώσει. Και επειδή η δική μου ιδεολογική ματιά στη ζωή έχει μια σταθερή καχυποψία απέναντι σε κάθε εξουσία που πατάει πάνω στον αδύναμο, αυτός ο χαρακτήρας λειτουργεί σαν υπενθύμιση για το πόσο εύκολα ένα μικρό πρόσωπο μπορεί να συνθλιβεί μέσα σε μια δημόσια μηχανή που φουσκώνει. Για μένα, αυτό είναι από τα πιο κλασικά παραδείγματα ότι το σπουδαίο δεν είναι πάντα το πιο κραυγαλέο.
Malcolm McDowell στο A Clockwork Orange
Το A Clockwork Orange του 1971 είναι ταινία που δεν σου επιτρέπει να είσαι άνετος, και ο McDowell κουβαλάει τον κεντρικό χαρακτήρα με μια μίξη γοητείας και απειλής που σε αναγκάζει να κοιτάξεις κατάματα κάτι σκοτεινό. Αυτό που με εντυπωσιάζει προσωπικά είναι ότι η ερμηνεία δεν ζητάει συγχώρεση. Δεν προσπαθεί να μου φτιάξει έναν κακό με τραύματα για να τον λυπηθώ. Με αναγκάζει να δω το κακό ως επιλογή, ως στυλ, ως απόλαυση εξουσίας. Και το κάνει με τέτοια ακρίβεια, που ακόμη κι αν διαφωνώ με πλευρές της ταινίας, δεν μπορώ να αρνηθώ το υποκριτικό επίτευγμα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αναλύσεις που μιλούν για το πόσο ιδανικός ήταν στον ρόλο, και το νιώθω κι εγώ, γιατί εδώ η υποκριτική δεν είναι απλώς ερμηνεία χαρακτήρα, είναι δημιουργία μιας ολόκληρης ανησυχητικής ενέργειας.
Επίλογος
Αν προσπαθήσω να βρω μια κοινή γραμμή κάτω από αυτές τις επιλογές, δεν είναι ότι όλοι αυτοί οι ρόλοι μοιάζουν μεταξύ τους. Είναι το αντίθετο. Είναι ότι, σε διαφορετικά είδη και δεκαετίες, βλέπω ηθοποιούς να υπηρετούν κάτι που εγώ εκτιμώ βαθιά, την ιδέα ότι η τέχνη δεν χρειάζεται να φωνάζει για να είναι μεγάλη. Ότι μια ερμηνεία μπορεί να είναι δυνατή χωρίς να ζητάει χειροκρότημα, μπορεί να είναι πολιτική χωρίς να κηρύττει, μπορεί να είναι συναισθηματική χωρίς να σε χειραγωγεί.
Και επειδή έχω μια σταθερή ροπή να υπερασπίζομαι την αυτονομία του ατόμου απέναντι σε κάθε μηχανισμό που το κάνει προϊόν, μου μένουν στο μυαλό ερμηνείες που μιλούν για ανθρώπους που παλεύουν να είναι άνθρωποι, όχι σύμβολα. Κάποιες από αυτές τις ερμηνείες δεν μπήκαν ποτέ στην πεντάδα. Αυτό δεν τις κάνει καλύτερες από όλες σαν γεγονός. Απλώς, τις κάνει για μένα πιο πολύτιμες, γιατί τις ανακάλυψα σαν κάτι που δεν μου το υπέδειξε κανείς, αλλά το ένιωσα μόνος μου.












