σε , ,

Τα 11 αγαπημένα μου -από στιχουργικής απόψεως- τραγούδια του Σαββόπουλου

Στίχοι κρυπτικοί, ψυχεδελικοί, πολυεπίπεδοι, παραληρηματικοί, αστείοι, συγκινητικοί

Σαββόπουλος στίχοι
Κύτταρο 1972. Διονύσης Σαββόπουλος, Λάκης Παπαστάθης (με την κινηματογραφική μηχανή)

Την παρακάτω λίστα τη διάβασα -παρουσία του Σαββόπουλου- στην εκδήλωση που έγινε το 2018 για το στιχουργικό του έργο, στην έκθεση βιβλίου στο Πεδίο του Άρεως. Είχα δυσκολευτεί πολύ για να επιλέξω μόνο 11.

1. Το Μωρό (από το Βρώμικο Ψωμί)

Είναι το τραγούδι που ξεκινά λέγοντας, «Μες στη χοντρή μου κοιλιά λεχώ λεχώνα λεχώνα την τροφή του χειμώνα μαγείρευα κρυφά» και στην πορεία γίνεται ακόμα πιο σουρεαλιστικό.

Οι στίχοι που τραγουδά ο Σαββόπουλος μπλέκονται στο ρεφρέν με άλλους στίχους που τραγουδά η χορωδία, δημιουργώντας ένα ηχητικό νέφος – μια αλληγορία στην οποία η χωματένια σου μορφή, είναι βρώμικο ψωμί.

Μ’ αρέσει που ένας οραματιστής, όπως και στον Μπάλο, παραληρεί δημιουργώντας ένα σύμπαν ολόδικό του. Μ’ αρέσει η ψυχεδελική ποίηση του, κρυπτική, πολυεπίπεδη, σχεδόν ακατανόητη στα αυτιά μου και για αυτό έξτρα μαγευτική.

2. Πρωτομαγιά (από τα Τραπεζάκια Έξω)

Όταν ήμουν πέντε-έξι ετών αποφάσισα ότι ήθελα να μάθω φλογέρα, έχοντας δει το Σαββόπουλο να παίζει σε ένα τραγούδι του στην τηλεόραση. Ήθελα να το παίζω κι εγώ. Κι αν το μυαλό σας πήγε στη Συννεφούλα, κάνετε λάθος. Το τραγούδι που μ’ έκανε να πείσω τους γονείς μου να με γράψουν στο ωδείο – και να κάνω φλογέρα για τα περίπου 15 επόμενα χρόνια, ήταν η Πρωτομαγιά.

Δεν καταλάβαινα ιδιαίτερα τους στίχους τότε, είχα την αίσθηση πως ήταν ένα τραγούδι γιορτής, πηγαίνουμε στην εξοχή και ενωνόμαστε. Όταν το ξανακούω τώρα αφήνομαι στις εικόνες του τραγουδιού, που ανοίγουν μια χωροχρονική τρύπα και με χώνουν πάλι πίσω στα μέσα του ’80.

3. Η Ζωζώ (απ’ το Φορτηγό)

Απ’ όσα διάλεξα, έχει ίσως τους πιο «βατούς»στίχους, και ίσως τους πιο δυνατούς. Ο Σαββόπουλος φτιάχνει μια ολόκληρη ιστορία, και μελοποιεί το ζουμί ενός διηγήματος που δε γράφτηκε ποτέ.

Η Ζωζώ περνά μπροστά μας, σα κινηματογραφική ταινία με αρχή, μέση και τέλος. Η δε ανατροπή του τέλους -μαζί με την κραυγή του Σαββόπουλου στο «αξίζει η Ζωζώ, ό,τι κι αν πεις»- είναι απολαυστικά ανατριχιαστική.

4. Τσάμικο (απ’ τα Τραπεζάκια έξω)

Ο πρώτος έλληνας ράπερ, ο δεύτερος μάλλον μετά τον Όμηρο, στα Τραπεζάκια Έξω του με έκανε να ταυτιστώ με τον επαρχιώτη που βρίσκεται μόνος στην Ομόνοια, και οι εικόνες ελληνικότητας, παιδικής ηλικίας και της πρότερης ζωής σκάνε σαν πυροτεχνήματα στο κεφάλι μου.

Οι Θεσσαλονικείς έχουμε μια τάση αυτοαναφορικότητας κι εξομολόγησης. Όταν ο Σαββόπουλος αναφέρει στους στίχους του μέρη που λένε κάτι γι’ αυτόν, όταν μνημονεύει ανθρώπους που εμείς δεν ξέρουμε («Κώστας Κώστας, Μανώλης Πέτρος Γιάννης Τάκης Αλέκος Βασίλης Άγγελος» στο Τσάμικο, ο Γιάννης που έχει πιεί κι η Λυδία που ντρέπεται και όλοι οι άλλοι στο Ας Κρατήσουν οι Χοροί) μιλά για κάτι τελείως συγκεκριμένο κι όμως ταιριάζει για όλους. Σαν προσκλητήριο φαντασμάτων.

5. Ωδή στο Γεώργιο Καραϊσκάκη (από το Περιβόλι του Τρελού)

«Το τραγούδι αυτό γράφτηκε το ’68, στο Παρίσι, που κάναμε βόλτες στα οδοφράγματα» είχε πει ο Σαββόπουλος. «Ήταν ο Μάης του ’68, έτσι; Το τραγούδι ήταν εμπνευσμένο από τον Τσε Γκεβάρα, από την υπέροχη εκείνη αφίσα, όπου βλέπεις έναν όμορφο νέο, με την επανάσταση στα μάτια του, που είναι χαμογελαστός και έχει και ένα πούρο. Για αυτόν το έγραψα, χωρίς να αναφέρεται βέβαια πουθενά το όνομά του, ούτε και κανένα άλλο όνομα μες στο κείμενο του τραγουδιού – στον τίτλο μόνο αναφέρεται ο στρατηγός της Ρούμελης.

Λοιπόν, όταν ήρθε η ώρα να το ηχογραφήσω -μιλάμε τώρα το ’69- μου λέει ο Πατσιφάς, αυτό δεν πρόκειται να περάσει από τη λογοκρισία, δεν γίνεται. Οπότε έκανα αυτό που καταλάβατε, έβαλα ότι είναι ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, με την πεποίθηση ότι τον στρατηγό της Ρούμελης και γιο της καλόγριας, όπως τον λέγανε τον Καραϊσκάκη, δεν θα τον ενοχλούσε να χρησιμοποιηθεί ως κάλυψη για τον Τσε Γκεβάρα. Αλλά και ο κομαντάντε Τσε, εάν εγνώριζε τον Καραϊσκάκη, πολύ ευχαρίστως θα δεχότανε να καλυφθεί από αυτόν. Χαίρομαι πάντως που το παίζουνε στα σχολεία στην 25η Μαρτίου, είναι ό,τι πρέπει. Αρμόζει απολύτως!».

6. Δημοσθένους Λέξις (από το Βρώμικο Ψωμί)

Τόσο φαινομενικά απλό, τόσο συγκλονιστικά δυνατό. Δε θα μπορούσε να μην είναι στη λίστα μου.

7. Γεννήθηκα στη Σαλονίκη (από τη Ρεζέρβα)

Η πιο όμορφη αυτοβιογραφία που άκουσα ποτέ.

Αυτό που αγαπώ πιο πολύ είναι πως υπάρχουν δύο φωνές στο ποίημα αυτό. Του ήρωα, και της αφηγήτριας (που στο δίσκο ενσάρκωσε η Άλκηστη Πρωτοψάλτη). Ειδικά ζηλεύω τα λόγια της αφηγήτριας, που κοιτώντας από ψηλά και ξέροντας όσα επρόκειτο να συμβούν τα λέει όλα για τον Σαββόπουλο με μια απ’ τις ομορφότερες φράσεις της δισκογραφίας του:

«Τα χρόνια που εξαγόρασε για πάντα
η φαντασία του τα λέει παιδικά
και όπως μακραίνει του ορφανοτροφείου η μπάντα
μοιάζουν σαν να `ναι μελλοντικά»

8. Ζεϊμπέκικο (Βρώμικο Ψωμί / 10 χρόνια κομμάτια)

Πολυφωνική πολυεπίπεδη αφήγηση, νομίζω πως οι στίχοι του Ζεϊμπέκικου, απ’ την πρώτη φράση «Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια» μέχρι την τελευταία «βάλε στα όργανα φωτιά να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα η τρομερή μας η λαλιά» συμπυκνώνουν ολόκληρο τον 20ο αιώνα.

9. Ο Μικρός Μονομάχος (από το Μην Πετάξεις Τίποτα)

Ήμουν 15 όταν βγήκε ο δίσκος Μην Πετάξεις Τίποτα. Ο Μικρός Μονομάχος με άρπαξε και με εξέφρασε όσο τίποτα άλλο. Συνδύασε αριστοτεχνικά την καθημερινότητα του εφήβου, απ’ τους Guns n Roses μέχρι τον φιλόλογο που ενημερωνόταν από τον Κακαουνάκη, με μια παραληρηματική ποίηση ενός κόσμου διαφορετικού, που ανοιγόταν μπροστά του ολόφωτος, αρκεί αυτός να αποφάσιζε να κάνει το μεγάλο βήμα…

10. Πρωτοχρονιές του Ραδιοφώνου (από τον Χρονοποιό)

Αν ο Μικρός Μονομάχος ταίριαζε στην εφηβεία μου, το Πρωτοχρονιές του Ραδιοφώνου ταιριάζει σε όλη τη ζωή μου. Στην παιδική ηλικία, που οι γονείς σκηνοθετούσαν τις πρωτοχρονιάτικες γιορτές, στην εφηβεία, πάλι με τους γονείς αλλά κάπως απών ελπίζοντας να ήμουν σε συντροφιές συμμαθητών, στην ενηλικίωση που γιόρταζα με φίλους σε δωμάτια καπνού, στο τώρα που έχω εγώ το κλειδί και πρέπει εγώ να υψώσω της γιορτής τα δώρα.

Αλλά αυτό που κατά βάθος θα ήθελα, ήταν να ζούσε ακόμα η μαμά μου, να σκηνοθετούσε όπως τότε τη γιορτή, να ύψωνε αυτή τα δώρα που έφερνε απ’ το μαγαζάκι της, γιατί μόνο μεγαλώνοντας και έχοντας όλα αυτά που ευχόμουν και ζητούσα όταν ήμουν μικρός καταλαβαίνω πως το θαύμα ήταν αλλού. Στις  παιδικές Πρωτοχρονιές μου, στο χρόνο που άλλαζε μαζί μου πριν μεγαλώσει η αντίστασή μου.

Και το τελευταίο…

11. Μέρες Καλύτερες θα ρθουν (Από το Μην Πετάξεις Τίποτα)

Μ’ ένα απόσπασμα απ’ αυτούς τους στίχους, αισιόδοξους, ενωτικούς, χαρούμενους – ενδεικτικούς του έργου του Σαββόπουλου θέλω να κλείσω:

Μέρες καλύτερες θα `ρθούν, το λέει το ένστικτό μου,
αυτό το κάτι μέσα μου, το εντελώς δικό μου.
Χαράζουνε τα πρόσωπα, τα βλέμματα γλυκαίνουν
γιατί ταλαιπωρήθηκαν και τώρα το μαθαίνουν.

Κι αυτοί που μας πληγώσανε, καθώς το φως τελειώνει,
αισθάνονται τη μοναξιά που Έλληνες ενώνει
Και δεν ακούν τα κόμματα και το μεγάφωνό τους,
το χτύπο μόνο της καρδιάς που μας βαφτίζει ανθρώπους….

Κι εμείς που αριστερίσαμε, ποιο τάχα ήταν το λάθος;
Εφιάλτης ήταν το είδωλο, αλήθεια όμως το πάθος.
Και βούλιαξε στο χείμαρρο, στο δίκιο του πνιγμένο,
και ξάφνου βγήκε απ’ τα κλαδιά της πίστης φωτισμένο.

Κι αφού τελειώνει η βραδιά, αντίς για καληνύχτα
μαζί ας ταξιδέψουμε στη φλογισμένη νύχτα,
γελώντας και δακρύζοντας για κείνο το ακρογιάλι
να στρώσω να πλαγιάσουμε κεφάλι με κεφάλι.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Αφήστε μια απάντηση