Δεν ξέρω τι μπορεί να σκέφτηκε ο ιδιοκτήτης εκείνου του επαρχιακού video club όταν το 2005, στα 13 μου, μαζί με μερικές αισθηματικές ταινίες, άφησα στο ταμείο και το DVD του φιλμ «Ο Εξορκισμός της Έμιλυ Ρόοζ» με πλήρη άγνοια κινδύνου. Ίσως και να πίστεψε πως είμαι σε μια ηλικία ταμάμ για να συστηθώ στο concept «τρόμος». Ίσως και να πλήρωνα για να έχω εικόνα της έκφρασής μου τη μέρα που την επέστρεψα. Ήταν εμφανές ότι είχα χάσει κομμάτι της παιδικής μου ακόμα αθωότητας; Μια σκηνή δαιμονισμού μετά, με κρεβάτια να τρίζουν, αρθρώσεις και μύες να ξεπερνούν τα όρια της φυσιολογίας, ακατάληπτες φράσεις, ανάποδους σταυρούς, εξορκισμούς σε στάβλους και απαριθμήσεις δαιμόνων και (κάπως cheesy στο σήμερα αν το σκεφτείς) ατάκες τύπου «Ι am Lucifer in flesh», άυπνη και εντελώς ψαρωμένη, νομίζω πέρασε πολύς καιρός μέχρι να πάρω την απόφαση ότι είμαι ένα μεγάλο και ατρόμητο (;) κορίτσι που μπορεί να δει μια ταινία τρόμου, ένα θρίλερ (χωρίς το safety net «ψυχολογικό») χωρίς να ανοίξει την πολυθρόνα-κρεβάτι δίπλα στο κρεβάτι του μπαμπά του για να καταφέρει να κοιμηθεί. Για μήνες. Νομίζω πως τότε, το 2005, έμαθα με τον πιο φθηνό, κινηματογραφικό τρόπο, με μια ταινία που οριακά φτάνει τη βάση (αν υπάρχει στ’αλήθεια αντικειμενικά κάτι τέτοιο στο σινεμά και την τέχνη γενικώς) πως κακά πράγματα μπορούν να συμβούν σε καλούς ανθρώπους.

Αρκετά χρόνια μετά, ένα καλοκαίρι στη Χίο, είχα αποφασίσει να ξαναδώ την ταινία που μετέτρεψε για πάντα τη στιγμή που το ρολόι δείχνει 3:00 το βράδυ σε ώρα που θα μου θυμίζει εκείνη τη γ*μημένη ταινία, ακόμα και σήμερα, και δεν υπήρχε καλύτερη αφορμή από το να αναγκάσω το τότε αγόρι μου να τη δει για πρώτη φορά. Ατάραχος, παροιμιωδώς υπομονετικά, περίμενε να φτάσει στο τέλος της η μεγαλύτερη από ό,τι τη θυμόμουν τελικά ταινία που είχε τραυματίσει την παιδική μου ψυχούλα. «Ξέρεις…», μου είπε όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους, «Αυτή δεν είναι ταινία τρόμου. Είναι απλώς ένα δράμα». Φυσικά αναίσθητος, αλλά δεν είχε άδικο. Ο «Εξορκισμός της Έμιλυ Ρόουζ» ήταν μια κακή δραματική ταινία, με το catchphrase που πάντα θα μας κάνει να τσιμπάμε σαν πρωτάρηδες: «Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα». Στο σήμερα, αν κάτι έχω κρατήσει από αυτή είναι ένα στοιχείο του γούστου μου αν θες. Ή των ορίων μου. Δεν θα δω εύκολα ταινία τρόμου με εξορκισμό. Κυρίως γιατί αντιλαμβάνομαι πως το εφέ τους χτυπάει σε ένα πολύ πυρηνικό στοιχείο του ανθρώπινου ψυχισμού: την απώλεια του ελέγχου. Ο πραγματικός δαίμονας είναι η απώλεια συνειδητότητας, ελέγχου, το να είσαι ξένος στο ίδιο σου το σώμα.
Είναι μια ταινία ικανή να σε τραυματίσει βαθιά; Οι Millennials θα μπορούν πάντα να απαντούν «ναι» κάθετα και επίμονα, παίζοντας το ομολογουμένως δυνατό χαρτί του Lion King. Σε κάθε περίπτωση, ζήτησα από 5 σινεφίλ αγόρια της LiFO, από εκείνα που έχουν δει όποια ταινία εσύ και εγώ έχουμε ακόμα στην to-watch λίστα μας, την οποία πλέον δεν μπορούμε να κοιτάξουμε από την ενοχικότητα, ποια ήταν η ταινία που τους έτριψε απρόσμενα στα μούτρα πως αυτό το «η ζωή είναι μια οδύνη» δεν είναι απλώς μια ατάκα που λένε όσοι προτιμούν να βλέπουν το ποτήρι μισοάδειο, για να φτάσουν να αποκτήσουν ανοσία στις δυσκολίες και τις απογοητεύσεις. Αλέξανδρος Διακοσάββας, Άρης Δημοκίδης, Γιάννης Βασιλείου, Γιάννης Πανταζόπουλος και Γιώργος Τσαγκόζης μοιράζονται την ταινία που τούς είπε σαδιστικά στο αυτί «bad things happen to good people, kiddo».
«Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» | Aλέξανδρος Διακοσάββας

«Καλοκαίρι του 2001 στις καθιερωμένες αυγουστιάτικες διακοπές στα Χανιά – η τελευταία χρονιά που ακολουθώ τους γονείς μου. Επιχειρώ να πάω μόνος μου σε θερινό σινεμά της πόλης για να δω το «Ρέκβιεμ για ένα όνειρο» του Ντάρεν Αρονόφσκι, που τόσα είχα ήδη διαβάσει γι’ αυτό, και συμβαίνει το ανήκουστο (που γενικά δεν συνέβαινε στα σινεμά της Ρόδου, όπου μεγάλωσα, καθότι ήξερα τους ιδιοκτήτες και με έβαζαν παντού): τρώω πόρτα επειδή η ταινία ήταν Κ17 και εγώ μόνο 14, χωρίς ακόμα αστυνομική ταυτότητα. Το φύσαγα και δεν κρύωνε για μήνες, μέχρι να δώσει την ταινία σε DVD το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ. Την είδα σπίτι φυσικά, και ακόμα με θυμάμαι να τρέμω από το σοκ. Η αμφιλεγόμενη βόμβα που έφτιαξε ο –για πάντα προβοκάτορας– Αρονόφσκι μπορεί να επένδυσε ακριβώς σε αυτό το δωρεάν σοκ από τις σκηνές σουταρισμάτων του πρωταγωνιστικού κουαρτέτου και τις συνέπειες του εθισμού, σε αυτό το μάλλον φτηνό και εύκολο «κοίτα τι κάνουν τα ναρκωτικά: διαλύουν, τρελαίνουν, ακρωτηριάζουν, εκπορνεύουν και τελικά ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ», όμως εμένα η ταινία σίγουρα με επηρέασε βαθύτατα, καθώς για πάνω από μια δεκαετία δεν μπορούσα να διανοηθώ να δοκιμάζω καν οποιαδήποτε εθιστική ουσία πέραν της νικοτίνης. Πάντως, όσες φορές κι αν το ξαναείδα και παρά το torture porn στοιχείο του, το «Ρέκβιεμ» παραμένει τόσο εθιστικό –και φορμαλιστικά μεγαλειώδες– όσο οι ουσίες που πραγματεύεται. Και για μένα η παρακολούθησή του σηματοδότησε σίγουρα μια κάποια απότομη ενηλικίωση.»
«Η Έκτη Αίσθηση» | Γιάννης Βασιλείου

«Τους 12 Πιθήκους του Τέρι Γκίλιαμ τους είχα πρωτοδεί μόνος μου σε ένα φθιωτικό σινεμά τον Μάιο του ’96. Ήμουν δέκα χρονών, ήξερα ότι κάποτε τελειώνει το HEMO και μπορεί να αναγκαστείς να πιείς σκέτο γάλα, γνώριζα κι ότι κάποτε τελειώνει κι ο άνθρωπος – είχα κάνει ήδη μια μικρή περιοδεία σε κηδείες του ευρύτερου οικογενειακού κύκλου. Η ιδέα ότι μπορεί να τελειώσει ο κόσμος, όμως, μέχρι τότε δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου. Για φαντάσου! Το οριστικό φινάλε, το απόλυτο μαύρο, το τέλος των ημερών, σκέψεις που είχαν σφηνωθεί στο κεφάλι μου, πυροδοτώντας ανησυχίες που αργότερα θα μάθαινα ότι λέγονται γουντιαλενικές. Βέβαια, ένα λιγότερο εσωτερικό, αλλά πιο άμεσο (και τραυματικό) σοκ θα ερχόταν λίγα χρόνια μετά, σε προβολή της Έκτης Αίσθησης του Μ.Νάιτ Σιάμαλαν – Μπρους Γουίλις, μου κατέστρεψες την παιδικότητα.
Είχα μόλις κλείσει τα 13, είχα περάσει ήδη μια τριετία εξερευνώντας τα σκοτεινά μονοπάτια του κινηματογραφικού τρόμου, είχα διαβάσει για την ταινία μήνες πριν και την περίμενα πώς και πώς. Όταν βγήκα από την αίθουσα σχεδόν έτρεμα, όχι από το κλάμα, όπως σε μελλοντικές επαναληπτικές προβολές, αλλά από αγνό, άσπιλο κι αμόλυντο τρόμο. Συνδυάζοντας κοινές, όχι άμεσα εξηγήσιμες εμπειρίες, όπως το μυρμήγκιασμα στον σβέρκο ή η πρόσκαιρη κρυάδα, με την παρουσία νεκρών στον χώρο, ο Σιάμαλαν έδωσε ένα γερό μάθημα σε έναν επηρμένο παιδί που κόμπαζε για την ατρόμητη φύση του, επειδή είχε βγάλει αναίμακτα τις προβολές του Εφιάλτη στον Δρόμο με τις Λεύκες και της Κούκλας του Σατανά. Το βράδυ ένα βουλωμένο αυτί έκανε τους χτύπους της καρδιάς μου να ακούγονται σαν βήματα νεκρών στις σκάλες, μην τα πολυλογώ, συμπληρώθηκαν δυο άγρυπνες νύχτες επίμονης ταχυκαρδίας και αδιάκοπου τρόμου. Την τρίτη ήμουν τόσο κουρασμένος που σκέφτηκα ότι αν έρθει νεκρός να με πάρει, θα του έλεγα «έλα να με πάρεις άλλη μέρα, τώρα είμαι πτώμα» – pun intended. Το κόλπο έπιασε και επιτέλους κοιμήθηκα. Σε αυτή την παιδική σκέψη καταφεύγω και σήμερα για να γαληνέψω, όταν κάποια ταινία τρόμου με σκιάξει. Μην με παρεξηγείτε λατρεύω το είδος, αλλά κατά βάθος παραμένω ολίγον χέστης. Τουλάχιστον τώρα ξέρω ότι είναι ο χτύπος της καρδιάς μου αυτό που ακούω και όχι βήματα στις σκάλες. Ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω.»
«Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» | Γιάννης Πανταζόπουλος

«Απρίλιος 2000. Εφηβεία. Υπαρξιακές ανησυχίες. Αντιδραστικότητα και ριζοσπαστισμός. Αμφισβήτηση και διάθεση επαναστατικότητας. Από μικρή ηλικία παραμένω μανιακός με την ανάγνωση των εφημερίδων. Έτσι, εκείνη την Άνοιξη θυμάμαι το βλέμμα μου να κεντρίζει ένα δημοσίευμα της έντυπης έκδοσης «Το Βήμα» το οποίο μιλούσε για μια ταινία που είχε απαγορευτεί η προβολή της στη Μεγάλη Βρετανία,εξαιτίας της υπέρμετρης βίας. Στην Αγγλία, είχε σημειωθεί ένας μεγάλος αριθμός εγκληματικών πράξεων που ουσιαστικά αποτελούσαν αντιγραφή των σκηνών που προβλήθηκαν στην ταινία. Το φιλμ αυτό ήταν το «Κουρδιστό Πορτοκάλι». Μια δυστοπική ταινία εγκλήματος του 1971, σκηνοθετημένη από τον μεγαλοφυή, Στάνλεϊ Κιούμπρικ, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Άντονι Μπέρτζες.
Η πρώτη μου σκέψη αφορούσε τον τίτλο. Μα είναι δυνατόν να λέγεται «Κουρδιστό πορτοκάλι», αναρωτήθηκα. Τελικά, αναφερόταν στον κουρδιστό άνθρωπο, αυτόν που πορεύεται χωρίς βούληση και προσωπική ελευθερία, που δρα μηχανικά και άβουλα. Διαβάζοντας την υπόθεση, ήμουν αποφασισμένος ότι θα κάνω τα πάντα για να δω αυτήν την ταινία. Ο δεκαπεντάχρονος ‘Αλεξ απολαμβάνει τους βιασμούς, τα ναρκωτικά και την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν. Ωμή βία και βανδαλισμοί. Ναρκωτικά, βίαια ένστικτα και πλήξη. Ως αρχηγός μιας συμμορίας εφήβων, περιπλανιέται στους δρόμους ενός φουτουριστικούμέλλοντος αναζητώντας φρικτές συγκινήσεις και νυχτερινά ευκαιριακά όργια. Κι όταν ο Άλεξ συλλαμβάνεται και φυλακίζεται για την αποκλίνουσα συμπεριφορά του, το «Κράτος» αναλαμβάνει να τον αναμορφώσει.
Κατά τη διάρκεια της προβολής της ταινίας αισθανόμουν άβολα και τα σοκ ήταν απανωτά. Όταν την παρακολουθείς για πρώτη φορά το μυαλό, οι σκέψεις καιοι αισθήσεις σου νεκρώνουν. Για μένα, αποτέλεσε μια τρομερή σύνοψη για τη ρίζα των καταστροφικών παρορμήσεων. Σε μια από τις πιο σκληρές σκηνές ο αντισυμβατικός Άλεξ και η συμμορία του μπαίνουν σε ένα σπίτι, βιάζουν μια γυναίκα και τελικά σκοτώνουν το ζευγάρι. Κατά τη διάρκεια της φρικτής σκηνής ο ΜακΝτόουελ τραγουδά το «Singin In The Rain» του Τζιν Κέλι. Δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσεις ξανά αυτό το τραγούδι και να μην το ταυτίσεις με το «Κουρδιστό Πορτοκάλι». Επίσης, μία άλλη τραυματικήανάμνηση ήταν στη σκηνή που ο Άλεξ, με το χαρακτηριστικό του καπέλο, και την παρέα του βασανίζουν με φρικαλέο τρόπο έναν ηλικιωμένο ζητιάνο. Μια προκλητική ενέργεια που όχι μόνο με στοίχειωσε αλλά με ακολουθεί μέχρι και σήμερα.
Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο και αλληγορικό έργο τέχνης με πολλούς συμβολισμούς. Τολμηρό και δυσάρεστο. Μπορεί να πλήγωσε το εφηβικό μυαλό μου με τη βίαιη ωμότητα του, σίγουρα,όμως, με καθήλωσε. Νομίζω ότι κατά κάποιο τρόπο λειτούργησε απελευθερωτικά. Στον δρόμο προς την ενηλικίωση, την είδα ως μια εκστατική κινηματογραφική εμπειρία που με αφύπνισε, παρά τις τραυματικές μνήμεςπου σου δημιουργεί. Το βέβαιο είναι ότι εξακολουθεί να αποτελεί ένα αιχμηρό και προφητικό κοινωνικό σχόλιοαπέναντι στα αυταρχικά συστήματα και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Έκτοτε, αυτή η ταινία παραμένει η αγαπημένη μου.»
«My Girl» | Γιώργος Τσαγκόζης

«Το 1989 ήμουν 7 ετών και είχα δει με τον πατέρα μου το “Μόνος στο Σπίτι” και είχα πάθει εμμονή και με την ταινία και με τον Μακόλεϊ Κάλκιν. Όποτε το 1991, όταν είδα στο περιοδικό “Τηλεθεατής” (που δεν ξερω αν υπάρχει ακόμα) ότι είχε βγει νέα ταινία με τον αγαπημένο μου πρωταγωνιστή, φαντάστηκα ότι θα είναι πάλι μία ωραία περιπέτεια… Δε θα μπορούσα να είμαι πιο λάθος. Η ταινία ήταν το “My Girl”. Εκεί πρωταγωνιστεί η 11χρονη Βέιντα που αναπτύσσει σχέση που απο φιλική πάει σε ρομάντζο με τον εξίσου 11χρονο Τόμας που τον παίζει ο Μακόλει Καλκιν… Long story short, είδα τον Τόμας να πεθαίνει, και μαζί μου στα 9 μου πέθανε στο σινεμά και ένα κομμάτι της παιδικής μου αθωότητας. Τραγική φιγούρα ο πατέρας μου που ήρθε και αυτός να δει περιπέτεια και είχε τον γιο του να κλαίει με αναφιλητά στο σινεμά.» – Γιώργος Τσαγκόζη
«Zu: Warriors from the Magic Mountain» | Άρης Δημοκίδης

«Το 1983 πήγαινα προνήπια. Την τελευταία μέρα του σχολείου ο μπαμπάς μου μου ανακοίνωσε πως θα περνούσαμε να πάρουμε τη Μαρία, την ξαδέρφη μου, και θα πηγαίναμε να δούμε στο σινεμά κινούμενα σχέδια με τον Τεν-Τεν, τον δαιμόνιο δημοσιογράφο-ταξιδευτή. Έτσι θα ξεκινούσαν οι καλοκαιρινές μου διακοπές.
Ο μπαμπάς μού διάβαζε συχνά τις περιπέτειες του Βέλγου ρεπόρτερ με τον δικό του τρόπο, έκανε τις φωνές, τα ηχητικά εφέ. Το αγαπημένο μου ήταν όταν μιμούνταν μια ντίβα της όπερας που τραγουδούσε: «Γελώ, όταν κοιτάζομαι στον καθρέφτη… Μαργαρίταααα…». Έτσι, ήμουν ενθουσιασμένος που θα έβλεπα Τεν Τεν στη μεγάλη οθόνη και το περίμενα πώς και πώς.
Το σινεμά λεγόταν Κωτούλας και ήταν στη Νέα Εγνατία, λίγο πριν από την Μπότσαρη. Μετά έγινε βήτα σκυλάδικο της Θεσσαλονίκης, τώρα νομίζω σούπερ μάρκετ. («Κωτούλας», το πιο απίστευτο όνομα για σινεμά της πόλης!) Εκεί θα μας πήγαινε τα επόμενα χρόνια σχεδόν κάθε Κυριακή πρωί.
Ο μπαμπάς μου βόλεψε εμένα και τη Μαρία σε κάτι θέσεις μπροστά μπροστά, είπε «θα περάσω να σας πάρω όταν τελειώσει» κι έφυγε. Τα φώτα έσβησαν, η κόκκινη αυλαία άνοιξε και… αυτό που ξεκίνησε σίγουρα δεν ήταν κινούμενα σχέδια, ούτε Τεν-Τεν.
Ω, τι επίδραση είχε στα αθώα μου μάτια η κακογυρισμένη, επιθετική, απρόσμενη ταινία καράτε που ξεκίνησε ξαφνικά! Όλα ήταν λάθος. Η πεντάχρονη, ευαίσθητη, τελείως φλώρικη και φιλειρηνική μου φύση φρίκαρε σε χρόνο dt.
Κλοτσιές, μπουνίδια, ουρλιαχτά. Ταινία καράτε με αληθινούς ανθρώπους που μιλούσαν αγριωπά μια άγνωστη γλώσσα. Ένιωσα τον κόσμο να γκρεμίζεται κάτω απ’ τα πόδια μου. Γιατί μου το έκαναν αυτό; Ήταν παγίδα; «Μπαμπά», φώναξα όταν συνειδητοποίησα πως σίγουρα δεν ήταν Τεν-Τεν και ούτε υπήρχε ελπίδα να μετατραπεί σε Τεν-Τεν σύντομα. «Μπαμπάααα!».
Σηκώθηκα τρομοκρατημένος.
Προχωρούσα προς τα πίσω με δυσκολία, αποφεύγοντας τα εμπόδια σαν σολομός που κολυμπούσε αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού. Η τεράστια σκοτεινή αίθουσα του Κωτούλα (πιθανότατα μικροσκοπική στην πραγματικότητα) με τύλιγε σαν φίδι. Συνέχισα το δύσβατο ταξίδι για να βρω τον σωτήρα-μπαμπά μου, που πιθανότατα θα κάπνιζε έξω απ’ το σινεμά μαζί με άλλους, βαριεστημένους μπαμπάδες.
Καθώς οι φωνές απ’ την ταινία καράτε δυνάμωναν, δυνάμωνε κι ο ενθουσιασμός των υπόλοιπων παιδιών, που στα μάτια μου έμοιαζαν πλέον με μια χαιρέκακη, σκοτεινή, απρόσωπη μάζα. Δεν ήταν τρόπος αυτός για να ξεκινήσει το καλοκαίρι μου!
Προχωρούσα ρωτώντας όποιον μεγάλο έβρισκα για τον πατέρα μου. «Ποιος είναι ο πατέρας σου, αγόρι μου;» ρωτούσαν, και απαντούσα τρομοκρατημένος «ο Δημήτρης Δημοκίδης!», σαν αυτό να τα εξηγούσε όλα.
Άνοιγα πόρτες, αλλά όλο έβγαινα σε λάθος μέρη. Πέρασα μπροστά απ’ το πανί και τα παιδιά με γιουχάισαν. Πέρασα μπροστά απ’ τη μηχανή, κάνοντας ακούσιες σκιές στην οθόνη, και τα παιδιά με γιουχάισαν ακόμα περισσότερο. Πού στο καλό ήταν ο Τεν-Τεν να με σώσει;
Προχωρώντας έντρομος τοίχο-τοίχο, έφτασα σε μια μεγάλη πόρτα. Κλαίγοντας, πια, την άνοιξα φωνάζοντας. Ήμουν μέσα στις γυναικείες τουαλέτες. «Τι θέλεις, αγοράκι, στις γυναικείες;», είπε μια κυρία και μ’ έσπρωξε απαλά έξω, κατευθύνοντάς με προς τις αντρικές τουαλέτες, χωρίς να καταλαβαίνει τα μελοδραματικά μισόλογά μου. Κάθισα σε μια γωνία κι έκλαψα, μέχρι που ένα μεγαλύτερο παιδί με πλησίασε με ενδιαφέρον.
«Ο μπαμπάς μου μ’ έφερε σε λάθος σινεμά κι όχι στον Τεν-Τεν», μουρμούρισα αποκαρδιωμένος, «και τώρα έφυγε! Για πάντα;». «Α, όχι, μην ανησυχείς», είπε το αγόρι καθησυχαστικά, «παίζει δύο ταινίες κάθε φορά, μία καράτε και μετά μία κινούμενα σχέδια. Διπλή προβολή, κατάλαβες, μικρέ;». Μια διστακτική ακτίνα φωτός! Υπήρχε λοιπόν μια εξήγηση – δε με είχαν εγκαταλείψει σαν τον Κοντορεβυθούλη.
Βρήκα την ξαδέρφη μου, που μ’ έψαχνε σαν τρελή στα τυφλά, και προσπάθησα να υπομείνω το υπόλοιπο καράτε. Με σχετική συγκατάβαση υπέμεινα και το σόου του διαλείμματος: μια αντιπαθητική, υπερενθουσιώδη κυρία που μας έβαλε με το ζόρι να πούμε καλοκαιρινά τραγουδάκια, έναν κακοβαμμένο κλόουν που έκανε απογοητευτικά αστεία και μετά μια κλήρωση δώρων.
Μερικά παιδάκια κέρδισαν κίτρινες ή μαυρόασπρες μπάλες και, καλώς ή κακώς, ένα απ’ τα παιδάκια ήμουν εγώ. Καταντράπηκα βλέποντας ότι ο αριθμός του εισιτηρίου μου είχε κληρωθεί και απρόθυμα και ντροπαλά ανέβηκα στη σκηνή και χειροκροτήθηκα. Είχα κερδίσει μια πλαστική κίτρινη μπάλα ΑΡΗΣ, πράγμα τελείως άβολο, μια και ήμουν ΠΑΟΚ. («Καλά σε λένε Άρη, αλλά είσαι ΠΑΟΚ;». Αν είχα ένα κέρμα για κάθε φορά που άκουσα αυτή τη βλακώδη ερώτηση στην παιδική μου ηλικία!)
Κι όταν τελείωσαν αυτά τα καραγκιοζιλίκια κι όταν βεβαιώθηκα ότι κάποιος μου έκλεψε την κίτρινη μπάλα την οποία άφησα προκλητικά στον διάδρομο, ελπίζοντας να μην την ξαναδώ ποτέ μου, κι όταν εξήγησα στην ξαδέρφη μου όσα είχαν συμβεί, κι όταν αποφάσισα ότι οι ταινίες καράτε δεν ήταν τελικά και τόσο χάλια, κι όταν έσβησαν τα φώτα και άνοιξε η κουρτίνα, επιτέλους είδα…
Ο Τεν-Τεν ήταν εκεί μαζί με τον Μιλού, τεράστιος και πανέτοιμος για περιπέτεια, στην εντυπωσιακή, μεγάλη οθόνη του σκοτεινού σινέ Κωτούλας. Η καρδιά μου ήταν ξανά στη θέση της. Και το καλοκαίρι είχε μόλις αρχίσει.»
*Από παλιότερο κείμενο του Άρη στη LiFO.
Εγώ θα έλεγα ότι ήταν η “Αυτοκρατορία των Αισθήσεων”, που πρέπει να την είδα γύρω στα 8 μου, σε προβολή στην ΕΡΤ τότε, σε μια όχι και πολύ οκ ώρα αν με ρωτάτε – δλδ. 9 το βράδυ δεν την λες και νορμάλ ώρα για αυτήν την ταινία, γιατί υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος να ΜΗΝ την δουν παιδιά – αλλά… 90s. Χωρίς να αναλύσω τις σκηνές που αρχικά με έκαναν περίεργη να καταλάβω τι έκαναν αυτοί οι άνθρωποι μεταξύ τους αλλά τελικά πιο πολύ τρομοκράτησαν, ήταν σίγουρα μια πολύ απότομη και πρόωρη πρόσβαση στην έννοια της σεξουαλικότητας. Πλέον είμαι 42… Διαβάστε περισσότερα »