σε

Podcast / Η σκληρή αλήθεια για την πιο άβολη συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι

Ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ του Άρη Δημοκίδη, για το παρασκήνιο μιας αξέχαστης τηλεοπτικής συνύπαρξης δύο ανθρώπων με μηδενική χημεία, και για το τι συνέβη μετά

Screenshot_17

Καλή ακρόαση!

Η σκληρή αλήθεια για την πιο άβολη συνέντευξη του Χατζιδάκι

Ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ του Άρη Δημοκίδη, για το παρασκήνιο μιας αξέχαστης τηλεοπτικής συνύπαρξης δύο ανθρώπων με μηδενική χημεία, και για το τι συνέβη μετά

Και στα Apple Podcasts, εδώ.

***

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΑ ΜΙΚΡΟΠΡΑΓΜΑΤΑ για να μη χάνετε τα νέα επεισόδια:

**Ακολουθήστε το podcast «Μικροπράγματα» στην Αpple, ή το Spotify

«Η σκληρή αλήθεια για την πιο άβολη συνέντευξη του Χατζιδάκι» είναι ο τίτλος του σημερινού ντοκιμαντέρ του Άρη Δημοκίδη, που παρουσιάζει με τη δική του ιδιαίτερη ματιά μια συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στον Κώστα Σερέζη. Η συνέντευξη δόθηκε στο σπίτι του Χατζιδάκι το 1989 για την εκπομπή «Απαντήστε παρακαλώ» της ΕΡΤ.

Με την ευκαιρία αυτού του πόντκαστ, τριάντα δύο χρόνια από τον θάνατό του, παραθέτουμε κάποια βασικά βιογραφικά στοιχεία του σπουδαίου δημιουργού.

Ο Μάνος (Εμμανουήλ) Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1925 και πέθανε στην Αθήνα το 1994. Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζηδάκη, που καταγόταν από ένα χωριό του Ρεθύμνου, και της Αλίκης Αρβανιτίδου, που ήταν από την Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης. Η οικογένειά του ζούσε στην Ξάνθη, διότι ο πατέρας του εργαζόταν ως νομικός σύμβουλος σε καπνικές εταιρείες της περιοχής, μια βιομηχανία που ανθούσε στις αρχές του 20ού αιώνα. Το σπίτι όπου πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στην Ξάνθη έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, μια και είναι χτισμένο στα τέλη του 19ου αιώνα, φέροντας νεοκλασικιστικά στοιχεία και λίγο μπαρόκ.

Στην Αθήνα εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και την αδελφή του το 1932, μετά τον χωρισμό των γονιών του, οι οποίοι όμως δεν πήραν ποτέ διαζύγιο. Το 1938 ο πατέρας του σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα, γεγονός που, σε συνδυασμό με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έφερε μεγάλες οικονομικές δυσκολίες στην οικογένεια.

Κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, όπου γνώρισε τον Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίον σύντομα ανέπτυξε ισχυρή φιλία.

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε κορυφαίος Έλληνας συνθέτης, μαέστρος και πιανίστας. Η μουσική του εκπαίδευση ξεκίνησε στην ηλικία των 4 ετών και περιλάμβανε μαθήματα πιάνου από την αρμενικής καταγωγής πιανίστρια Άννα Αλτουνιάν. Παράλληλα, εξασκούνταν στο βιολί και στο ακορντεόν. Επέκτεινε τις μουσικές του γνώσεις κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο την περίοδο 1940-1943, ενώ παρακολούθησε ως ακροατής μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ οποιεσδήποτε σπουδές.

Η πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτη πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 1944, σε ηλικία 19 ετών, στην κωμωδία «Ο τελευταίος ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολομού που ανέβασε το νεοσύστατο τότε Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» – ήταν ο Κάρολος Κουν εκείνος που τον προέτρεψε να αφοσιωθεί στη μουσική. Το 1946 κάνει την πρώτη του δουλειά στον κινηματογράφο, στην ταινία «Αδούλωτοι σκλάβοι» που σκηνοθέτησε ο Βίων Παπαμιχάλης με πρωταγωνίστρια την Έλλη Λαμπέτη, η οποία έκανε επίσης την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση.

Από το 1955 ξεκίνησε μια περίοδος έντονης δημιουργικής δράσης: ο Χατζιδάκις συνθέτει ασταμάτητα για το θέατρο και τον κινηματογράφο, και γνωρίζει μεγάλη δημοφιλία.

Το 1959 πήρε το πρώτο βραβείο στο Α΄ Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού του ΕΙΡ με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη.

Το 1961 κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για τα «Παιδιά του Πειραιά», αλλά δεν παρέστη στην τελετή απονομής και το αγαλματίδιο τού εστάλη ταχυδρομικώς στην Ελλάδα. Η βράβευση αυτή του έδωσε παγκόσμια δημοσιότητα, αλλά ο Χατζιδάκις δυσανασχέτησε θεωρώντας ότι του στερούσε τη δυνατότητα να διαμορφώσει ο ίδιος τη σχέση με το ακροατήριό του. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Μου στέρησε τη δυνατότητα να ’χω τη σωστή επαφή με τον κόσμο… Και ο κόσμος επί ένα μεγάλο διάστημα εισέπραττε κάτι που ήταν απ’ έξω από το τραγούδι κι όχι από μέσα».

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη για να λάβει μέρος, με τον Ζυλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη, στο ανέβασμα του έργου «Ίλια Ντάρλινγκ» στο Μπρόντγουεϊ, μια διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» σε μιούζικαλ. Προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1965, είχε ηχογραφήσει το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» με παραγωγό τον Κουίνσι Τζόουνς.

Τον Ιούλιο του 1972 επέστρεψε στην Αθήνα. Η περίοδος που ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής του θεωρείται η περισσότερο ώριμη στη μουσική του σταδιοδρομία και η έναρξή της σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του εμβληματικού κύκλου τραγουδιών «Ο Μεγάλος Ερωτικός» το 1972.

Το διάστημα 1975-1982 υπήρξε διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, διευθυντής στο Τρίτο Πρόγραμμα της (τότε) ΕΙΡΤ και αναπληρωτής γενικός διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η θητεία του στο Τρίτο Πρόγραμμα αποτελεί σταθερό και αξεπέραστο σημείο αναφοράς.

Η προσωπικότητα και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι ανήκει στο πάνθεον του ελληνικού πολιτισμού, του πολιτισμικού γίγνεσθαι και της ιστορίας της χώρας.

Συνεργάτις περιεχομένου: Ελένη Καλέση

Μουσική επένδυση: Nalyssa Green / Pan Pan / New*Deal / Teo x3 / Petros Satrazanis / Epidemic Sound / Βασίλης Κωστάκης/Armagos/ METAMAN

*Τα αποσπάσματα απ’ την ΕΡΤ προέρχονται απ’ το Αρχείο της ΕΡΤ, το οποίο ευχαριστούμε θερμά για την άδεια χρήσης

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια