Κατ’ αρχάς, ας δώσουμε τις ερμηνείες των δύο λέξεων βάσει των λεξικών:
Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη):
παρών -ούσα -όν [parón]: (λόγ.) 1. που είναι, που βρίσκεται, που υπάρχει κάπου. ANT απών: Είμαι ~ σε μια συζήτηση / σε ένα δυστύχημα. (έκφρ.) πανταχού* ~. || (ως ουσ.) ο παρών, θηλ. παρούσα (συνήθ. πληθ.): Εξαιρούνται οι παρόντες. || (ως ουσ.) (το) παρών, η παρουσία: Δίνω (το) ~,παρουσιάζομαι κάπου. Yποχρεώθηκε να δίνει ~ στην αστυνομία τρεις φορές την ημέρα. α. που είναι παρών και συμμετέχει σε κτ.: Ο άνθρακας είναι ~ σε όλες τις οργανικές ενώσεις. Tο κόμμα μας ήταν παρόν / έδωσε το ~ σε όλους τους εθνικούς αγώνες. β. (για πρόσ.) που είναι παρών εκεί όπου οφείλει να βρίσκεται: Mαθητής ~ στην τάξη. Στρατιώτης ~ στην αναφορά. || (ως απάντηση του καθενός σε ονομαστικό προσκλητήριο): Παπαϊωάννου Iωάννης / Iωάννα. –~ / παρούσα. 2. που συμπίπτει χρονικά με το παρόν, που ανήκει σ΄ αυτό: H παρούσα στιγμή. Ο ~ χρόνος. || τωρινός: Ο ~ αιώνας. H παρούσα εποχή. α. που υπάρχει αυτή τη στιγμή: H παρούσα κυβέρνηση / κατάσταση. Tο παρόν καθεστώς. β. για τον οποίο γίνεται λόγος αυτή τη στιγμή: H παρούσα διαθήκη συντάσσεται για να αντικαταστήσει άλλη προηγούμενη. H παρούσα έκδοση αυτού του βιβλίου είναι η εικοστή. Mε την παρούσα (επιστολή) / με το παρόν (έγγραφο) θέλω να σας πληροφορήσω ότι 3. (ως ουσ.) το παρόν*. [λόγ. < αρχ. παρών]
Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας (Ακαδημία Αθηνών):
παρών -ούσα -όν: 1. Που βρίσκεται, υπάρχει κάπου 2. Που ανήκει στο παρόν, που υπάρχει τώρα ή για τον οποίο γίνεται λόγος αυτή τη στιγμή. ΦΡ. Δίνω το παρών / δηλώνω παρών: Παρουσιάζομαι, παρευρίσκομαι κάπου ή και συμμετέχω.
παρόν: Στιγμή ή χρονική περίοδος που αντιλαμ΄βανεται κάποιος ως ενδιάμεση του παρελθόντος και του μέλλοντος, το τώρα.
Ας παίξουμε λοιπόν!
-
Question of
Ποιά είναι η σωστή φράση, όταν θέλουμε να πούμε ότι είχαμε φυσική παρουσία σε κάποια εκδήλωση;
-
Δίνω το παρών
-
Δίνω το παρόν
-
