σε ,

ΚΟΥΙΖ: Πόσo καλή ορθογραφία ξέρεις;

  • Κοντό επανωφόρι της στρατιωτικής στολής με πολλά κουμπιά

    • Αμπέχωνο
    • Αμπέχονο
    • Αμπεχώνω
  • Bάδισμα επάνω στα δάχτυλα των ποδιών

    • ακροποδητί
    • ακροποδητή
    • ακροποδειτή
  • Για κάτι που δεν είναι κατάλληλο ή ωφέλιμο

    • αντενδείκνιται
    • αντενδείκνυται
    • αντενδίκνειται
  • Γέννημα, δημιούργημα

    • αποκύημα
    • αποκήυμα
    • αποκείυμα
  • Η απομάκρυνση ενός κακού, η αποτροπή ενός κινδύνου

    • αποσόβυση
    • αποσόβειση
    • αποσόβηση
  • Που δεν ραγίζει, που δεν έχει ράγισμα

    • αρραγής
    • αραγής
    • αρραγύς
  • Αυτός που προκαλεί αηδία

    • βδελυρός
    • βδεληρός
    • βδελειρώς
  • Ενεργώ με ύπουλο, δόλιο και παρασκηνιακό τρόπο, σχεδιάζω και προγραμματίζω κρυφά

    • βυσοδομώ
    • βισοδωμώ
    • βυσσοδομώ
  • Ο παράλογος φόβος για το υπερφυσικό, η πίστη σε αντιεπιστημονικές δοξασίες περί επιρροής κακοποιών πνευμάτων πάνω στη ζωή μας

    • δεισειδαιμονία
    • δισειδαιμονία
    • δεισιδαιμονία
  • Αυτός που θεωρεί τον εαυτό του σοφό, ενώ δεν είναι

    • δοκησίσοφος
    • δοκισσίσοφος
    • δωκησσίσοφος
  • Γερός, υγιής, δυνατός

    • εύρωστος
    • εύρωστως
    • εύροστως
  • Δυνατός ήχος που δημιουργείται από την σύγκρουση μεταλλικών αντικειμένων, συνήθως όπλων

    • κλαγή
    • κλαγγή
    • κλαγεί
  • Αλαζονική περιαυτολογία, λόγια με τα οποία εκθειάζει κάποιος τα υπαρκτά ή ανύπαρκτα κατορθώματα ή χαρίσματά του

    • κομπορρημοσύνη
    • κομπορημοσήνη
    • κομπορημμοσύνη
  • Αρχαίο αγγείο αρωματικού λαδιού

    • λήκηθος
    • λύκηθος
    • λήκυθος
  • Πολύ γλυκός, ευχάριστος (για λόγο)

    • μελίρρυτος
    • μελλίρυτος
    • μελίρρητος
  • Με τη σύμφωνη γνώμη όλων

    • ομοθυμαδών
    • ομωθυμμαδόν
    • ομοθυμαδόν
  • Η ημερήσια τροφή των στρατιωτών, καθώς και το επίδομα που δίνεται στους στρατιώτες για την αγορά τροφής

    • σιτηρέσειο
    • σιτηρέσιο
    • σιτιρέσιο
  • Αυτός που μετέχει σε ομαδικό γεύμα

    • συνδαιτυμόνας
    • συνδαιτειμόνας
    • συνδετημόνας
  • Φλυαρία, μωρολογία, σαχλαμάρα, ανούσιος λόγος

    • φληναφήματα
    • φλιναφίματα
    • φλειναφύματα
  • Πνευματικό έργο που έχει δημιουργηθεί από την άτεχνη παράθεση περικοπών χωρίς οργανική σύνδεση μεταξύ τους

    • συμπίλλημα
    • συμπίλυμα
    • συμπίλημα

Ενα σχόλιο

Αφήστε μια απάντηση

Αφήστε μια απάντηση