
Το είδα στο Facebook της Πέλας Σουλτάτου
Pela Soultatou
Βροχερό και μουντό σαββατομεσήμερο στη λαϊκή της γειτονιάς. Φορτωμένη με τσάντες και στα δυo χέρια, εντοπίζω επιτέλους κολοκύθια για την ψαρόσουπα. Παραπίσω κάθεται σε δυο πλαστικά καφάσια…
Βροχερό και μουντό σαββατομεσήμερο στη λαϊκή της γειτονιάς.
Φορτωμένη με τσάντες και στα δυo χέρια, εντοπίζω επιτέλους κολοκύθια για την ψαρόσουπα.
Παραπίσω κάθεται σε δυο πλαστικά καφάσια μουρτζούφλης ο μανάβης, ίσως αναδουλειές, ίσως κούραση, ίσως ο καιρός, ίσως κάτι άλλο ή όλα μαζί.
Στέκομαι μπροστά στον πάγκο και του κάνω νεύμα να πλησιάσει. Σηκώνεται βαριεστημένα.
“Θα μου βάλετε μερικά κολοκυθάκια γιατί μου τελειώσανε τα χέρια;”
Σκάει ένα αμυδρό χαμόγελο.
“Όχι εκείνο, το άλλο το πιο πράσινο”, του λέω.
Κατσουφιάζει πάλι λέγοντας αυστηρά “Δεν είναι πιο φρέσκα αυτά, απλώς είναι άλλο σόι από τούτα.”
“Και δε τσακώνονται που τα έχετε όλα μαζί;”
Γελούσε καθώς γέμιζε τη σακούλα κι η δική μου λύπη για λίγο έγινε καπνός.
Ύστερα, πάνω από τον πάγκο της κουζίνας, σκαρφιζόμουν μια συνταγή, ένα κουταλάκι Αμελί, μια χούφτα Φρουτοπία, μερικές φιγούρες Καραγκιόζη, μπόλικες νότες από τις ταινίες του Ροζ Πάνθηρα και το γέλιο του Θου-Βου.