σε , ,

True Crime | Η σοκαριστική ιστορία του Κτήνους, κι όσα ανακάλυψε η αστυνομία πίσω απ’ τη μάσκα

Για πάνω από μια δεκαετία είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής, προκαλώντας τους αστυνομικούς να τον ανακαλύψουν…

Η εβδομαδιαία στήλη «Κυνηγός Εγκλημάτων» φέρνει στο σαλόνι σας γνωστές και μη υποθέσεις.

Τις απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να δώσει ο Βαγγέλης Γιαννίσης, συγγραφέας της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων με τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα) και περήφανος γατομπαμπάς του Jax.

Υπόθεση #26 – Edward Paisnel, ο πραγματικός Michael Myers

Island of Jersey, Αύγουστος 1970

Τα βλέφαρα του αγοριού σηκώνονται με δυσκολία. Είναι βαριά από τον ύπνο και το φως που αναγκάζει τις κόρες του να συσταλούν απότομα τον ενοχλεί. Ο φόβος τον κυριεύει προτού το μυαλό του συνειδητοποιήσει τι είναι αυτό που φοβάται. Οι λεπτομέρειες είναι αόριστες. Ένας άντρας στέκεται από πάνω του. Παρόλο που κάνει ζέστη, φοράει παλτό ή αδιάβροχο. Τα στιλπνά μαλλιά του είναι ανακατωμένα. Το πρόσωπό του προκαλεί ρίγη στο αγόρι. Μοιάζει παραμορφωμένο, λες και η επιδερμίδα έχει λιώσει σαν κερί. Ο άγνωστος του περνάει έναν βρόχο στον λαιμό και τον διατάζει κοφτά να τον ακολουθήσει. «Αν φωνάξεις, να ξέρεις πως οι γονείς σου θα πάθουν κακό», του λέει.

Αφού βεβαιωθεί πως έχουν απομακρυνθεί από το σπίτι και δεν τους βλέπει κανείς, ο άγνωστος θα αφήσει το αδιάβροχό του στο έδαφος, θα διατάξει στο αγόρι να βγάλει τις πιτζάμες του και στη συνέχεια θα το βιάσει. Το δεκατριάχρονο θύμα θα ειδοποιήσει την οικογένειά του το επόμενο πρωί, λίγο μετά τις 8, ταραγμένος από τις απειλές του βιαστή του, αλλά και από όσα είχαν προηγηθεί. Η περιγραφή του δράστη που θα δώσει στους αστυνομικούς ξυπνά δυσάρεστες αναμνήσεις. Το δεκατριάχρονο θύμα από την περιοχή Vallee Des Vaux, δυστυχώς, δεν ήταν μία μεμονωμένη περίπτωση, αλλά ένας ακόμα κρίκος σε μία αλυσίδα βιασμών, η οποία ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1957.

Ο βιαστής που έγινε γνωστός ως το Κτήνος του Jersey ξεκίνησε τη δράση του δειλά, στοχοποιώντας γυναίκες, οι οποίες κυκλοφορούσαν μόνες τους νύχτα σε απομονωμένες περιοχές. Το πρώτο του θύμα ήταν μία εικοσιεννιάχρονη νοσοκόμα που περίμενε το λεωφορείο, το δεύτερο μία εικοσάχρονη, έναν χρόνο αργότερα, η οποία είχε μόλις κατέβει από το λεωφορείο και περπατούσε το υπόλοιπο της διαδρομής μέχρι το σπίτι της. Το ίδιο συνέβη και με μία τριανταενάχρονη γυναίκα τρεις μήνες αργότερα. Το 1959, το Κτήνος βίασε με τον ίδιο τρόπο μία έφηβη στην περιοχή Grouville και τρεις μήνες αργότερα αποπειράθηκε να βιάσει μία εικοσιοχτάχρονη, η οποία αντιστάθηκε και κατόρθωσε να ξεφύγει. Τα θύματα ανέφεραν στην αστυνομία πως ο βιαστής τις ακινητοποίησε, δένοντας τα χέρια τους με ένα σχοινί που είχε περασμένο ως ζώνη στο παντελόνι του και στη συνέχεια τις παρέσυρε σε γειτονικά χωράφια, περνώντας έναν βρόχο από τον λαιμό τους, για να τις κακοποιήσει σεξουαλικά. Σύμφωνα με την περιγραφή τους, ο δράστης ήταν γύρω στο ένα κι εβδομήντα, φορούσε αδιάβροχο ή παλτό, έκρυβε το πρόσωπό του με μία δύσμορφη μάσκα, υπολόγιζαν την ηλικία του γύρω στα σαράντα και ανέφεραν πως μύριζε δυσάρεστα. Το Κτήνος θα έβαζε άνω τελεία στη δράση του μέχρι τον Φεβρουάριο του 1960, όταν και θα επέστρεφε τροποποιώντας όχι μόνο τη μεθοδολογία του, αλλά και αλλάζοντας ριζικά το προφίλ των θυμάτων του.

Το πέμπτο θύμα του αγνώστου ήταν ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Το Κτήνος εισέβαλε στο δωμάτιό του, μπαίνοντας μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. Αφού πέρασε ξανά τον βρόχο από τον λαιμό του αγοριού, το παρέσυρε σε γειτονικό χωράφι, όπου το βίασε. Έναν μήνα αργότερα, ένα μαύρο Rover θα σταματήσει μπροστά σε μία στάση λεωφορείου στην περιοχή του St Brelade. Ο οδηγός, ένας γιατρός που πήγαινε να πάρει τη γυναίκα του από κάποια εκδήλωση, προσέφερε να πάει την εικοσιπεντάχρονη κοπέλα που περίμενε στη στάση όπου ήθελε. Παρόλο που η διαίσθησή της την προειδοποιούσε να μην αποδεχθεί την προσφορά του, εκείνη επιβιβάστηκε στο αμάξι. Ο άγνωστος, ο οποίος σύμφωνα με τη μαρτυρία του θύματος φορούσε αδιάβροχο, γάντια και σκούφο, γρονθοκόπησε την κοπέλα, τη μετέφερε σε ένα χωράφι, τη βίασε και στη συνέχεια την πήρε μαζί του στο αμάξι και συνέχισε να οδηγεί προς άγνωστο προορισμό, προτού το θύμα κατορθώσει να δραπετεύσει, δίχως όμως να δει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, εξαιτίας του σκοταδιού.

Τον ίδιο μήνα, οι επιθέσεις του Κτήνους θα γίνουν πιο τολμηρές. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, το τηλέφωνο θα χτυπήσει σε ένα απομονωμένο σπίτι στην ενορία του St Martin. Η σαραντατριάχρονη γυναίκα, η οποία έμενε μαζί με τη δεκατετράχρονη κόρη της, παραξενεμένη από το τηλεφώνημα τόσο προχωρημένη ώρα, θα απαντήσει, ωστόσο η κλήση θα διακοπεί απότομα, προτού καταφέρει να μάθει την ταυτότητα του συνομιλητή της. Μία ώρα αργότερα, όταν θα κατέβει για να εντοπίσει την πηγή ενός θορύβου, ένας άγνωστος θα την αιφνιδιάσει. Η βίαιη επίθεση του εισβολέα που σύμφωνα με τα λεγόμενά του ήθελε χρήματα, θα διακοπεί όταν η έφηβη κόρη της γυναίκας κατέβηκε να δει τι συνέβαινε. Ο άγνωστος θα δραπετεύσει και η μητέρα, στην προσπάθειά της να καλέσει την αστυνομία, θα τρέξει μέχρι το πιο κοντινό αγρόκτημα, καθώς τα καλώδια του τηλεφώνου στο σπίτι της είχαν κοπεί. Όσο έλειπε, ωστόσο, το Κτήνος επέστρεψε και βίασε την έφηβη κοπέλα με τον ίδιο τρόπο που είχε κακοποιήσει και τα προηγούμενα θύματά του. Τον επόμενο μήνα, ένα δεκατετράχρονο κορίτσι θα ξυπνήσει την οικογένειά της ουρλιάζοντας. Όταν οι γονείς της εμφανιστούν, θα τους πει ότι ένας μασκοφόρος είχε μπει στο δωμάτιό της και δραπέτευσε όταν εκείνη έβαλε τις φωνές. Τον Ιούλιο το Κτήνος θα βιάσει το τελευταίο του θύμα για το 1960: ένα οχτάχρονο αγόρι, το οποίο απήγαγε από το σπίτι του, κακοποίησε και στη συνέχεια επέστρεψε στο κατώφλι του σπιτιού.

Το 1961 οι επιθέσεις θα γίνουν έντεκα στο σύνολο. Στα θύματα του δράστη θα προστεθούν δύο αγόρια, έντεκα και δώδεκα χρόνων, καθώς κι ένα εντεκάχρονο κορίτσι. Η Scotland Yard, στην προσπάθειά της να βοηθήσει τις τοπικές αρχές στον εντοπισμό του βιαστή, θα στείλει τον αρχιεπιθεωρητή Jack Mannings στο Νησί του Jersey. Τριάντα άτομα θα μπουν στο μικροσκόπιο των ερευνών, ωστόσο ένας από τους υπόπτους θα ξεχωρίσει. Επρόκειτο για τον σαρανταπεντάχρονο αγρότη και ψαρά Alphonse Le Gastelois, ο οποίος είχε βρεθεί στο επίκεντρο των κουτσομπολιών της μικρής νησιωτικής κοινωνίας εξαιτίας της ενδυμασίας του και τον παράξενων συνηθειών του. Πράγματι, ο Gastelois κυκλοφορούσε τα βράδια σε απομονωμένες περιοχές, φορώντας ένα αδιάβροχο και είχε περασμένο στο παντελόνι του ένα σχοινί αντί για ζώνη. Ο Gastelois κλήθηκε για ανάκριση κι έπειτα από δεκατέσσερις ώρες αφέθηκε ελεύθερος, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων. Η ζωή του στο νησί, ωστόσο, είχε καταστραφεί, έτσι κατέφυγε στο Écréhous τον Μάιο του 1961, όπου και πέρασε τα χρόνια που του απέμεναν στην απομόνωση.

Δύο χρόνια θα περνούσαν, προτού το Κτήνος επανεμφανιστεί με δύο επιθέσεις το 1963. Δύο αγόρια ηλικίας εννιά κι έντεκα χρόνων θα βιαστούν τον Απρίλιο και τον Μάιο αντίστοιχα με τον τρόπο που είχε εξελιχθεί στην υπογραφή του δράστη. Οι δύο επόμενες επιθέσεις θα γίνουν τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1964 με θύματα ένα δεκάχρονο κορίτσι κι ένα δεκαεξάχρονο αγόρι αντίστοιχα. Θα ακολουθούσαν άλλα δύο χρόνια σιωπής, προτού ο τρόμος επανέλθει στο νησί, όταν η τοπική αστυνομία θα λάβει μία ανώνυμη επιστολή.

Αγαπητέ Κύριε,

Νομίζω πως ήρθε η ώρα να σας πω ότι χάνετε τον χρόνο σας, αφού κάθε φορά κάνω αυτό που θέλω και δε σκοπεύω να σταματήσω, αλλά θα παίξω δίκαια και θα σας δώσω μία ευκαιρία. Η ζωή δεν μου προσέφερε πολλά μέχρι τώρα, αλλά σκοπεύω να πάρω ό,τι μπορώ… Πάντοτε ήθελα να διαπράξω το τέλειο έγκλημα. Το έχω κάνει ήδη, αλλά αυτή τη φορά ελπίζω το φεγγάρι να μη φωτίζει πολύ τον Σεπτέμβρη, επειδή αυτή τη φορά θα πρέπει να είναι τέλειο. Κι όχι απλά ένα, αλλά δύο. Δεν είμαι ούτε κατά διάνοια μανιακός, απλά μου αρέσει να παίζω μαζί σας. Θα έχετε νέα μου πριν τον Σεπτέμβρη και θα σας δώσω όλα τα στοιχεία. Να δω αν θα με πιά

Δικός σας

Θα δείτε

Πράγματι, όπως είχε υποσχεθεί, τον Αύγουστο σημειώθηκε άλλη μία επίθεση -η τελευταία για τη δεκαετία του ’60. Το θύμα, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, βιάστηκε με τη μέθοδο-σφραγίδα του Κτήνους, το οποίο αυτή τη φορά είχε αφήσει πίσω του ένα στοιχείο: μία σειρά από παράλληλες γρατζουνιές στον κορμό του θύματος. Οι ίδιες γρατζουνιές θα εμφανιστούν τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1970, στο δεκατριάχρονο αγόρι από το Vallee Des Vaux. Το Κτήνος είχε επιστρέψει, σκορπίζοντας τρόμο στους σχεδόν 30.000 κατοίκους του Jersey, οι οποίοι ένιωθαν παγιδευμένοι στο νησί μαζί με έναν μανιακό που δε δίσταζε να περιπαίζει τις αρχές.

Στις 10 Ιουλίου 1971, ωστόσο, οι αρχές θα έρχονταν πρόσωπο με πρόσωπο με το Κτήνος. Εκείνο το βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ένα αυτοκίνητο μάρκας Morris 1100 θα περάσει μπροστά από ένα περιπολικό, κινούμενο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Οι δύο αστυνομικοί θα το καταδιώξουν για αρκετά χιλιόμετρα, μέχρι που ο οδηγός θα χάσει τον έλεγχο του οχήματος και θα βγει εκτός δρόμου, καταλήγοντας σε ένα χωράφι με ντομάτες. Οι αστυνομικοί θα συλλάβουν τον οδηγό, ο οποίος φορούσε ένα αδιάβροχο, το οποίο μύριζε δυσάρεστα, αλλά και δερμάτινα βραχιόλια με καρφιά. Ψάχνοντας τα υπόλοιπα υπάρχοντά του, θα ανακαλύψουν έναν φακό, έναν μάλλινο σκούφο, σχοινί μήκους δύο μέτρων, κολλητική ταινία, μία περούκα και μία αυτοσχέδια μάσκα. Οι δύο αστυνομικοί κατάλαβαν αμέσως ποιον είχαν μόλις συλλάβει.

Επρόκειτο για τον σαρανταεξάχρονο Edward Paisnel, γέννημα-θρέμμα της περιοχής, γόνο εύπορης οικογένειας, παντρεμένο με τρία παιδιά. Στο παρελθόν εργαζόταν στο ορφανοτροφείο La Preferance ως επιστάτης. Εκεί γνωρίστηκε με τη Joan, τη διευθύντρια, η οποία θα γινόταν γυναίκα του το 1959. Τα παιδιά του ορφανοτροφείου συμπαθούσαν ιδιαίτερα τον Paisnel, τον οποίο αποκαλούσαν χαϊδευτικά “Θείο Ted”. Η οικογενειακή ζωή του ζευγαριού μόνο αρμονική δεν ήταν, καθώς μετά από τη γέννηση του μοναδικού τους παιδιού -τα άλλα δύο προέρχονταν από τον προηγούμενο γάμο της Joan- ήρθαν σε διάσταση και συνέχισαν να παραμένουν παντρεμένοι μόνο κατ’ όνομα. Οι αστυνομικοί, έπειτα από σύντομη ανάκριση, μετέφεραν τον Paisnel στο κρατητήριο και στη συνέχεια επισκέφτηκαν το σπίτι του. Εκεί, σε ένα κλειδωμένο μυστικό υπνοδωμάτιο στην κρεβατοκάμαρά του, το οποίο μύριζε μούχλα, όπως ακριβώς και το αδιάβροχο που φορούσε, βρήκαν κι άλλα στοιχεία για τη μυστική ταυτότητά του: μία φωτογραφική μηχανή, φωτογραφίες σπιτιών, ένα δεύτερο αδιάβροχο, μία μπλε φόρμα, αυτοσχέδιες περούκες, καπέλα και ψεύτικα φρύδια, όπως και βιβλία για τη μαύρη μαγεία.

Θα του απαγγελθούν δεκατρείς κατηγορίες για βιασμό, σοδομισμό και κακοποίηση έξι θυμάτων και στις 29 Νοεμβρίου 1971, οι ένορκοι θα τον κρίνουν ένοχο έπειτα από σύσκεψη μόλις τριάντα οχτώ λεπτών. Θα καταδικαστεί σε τριάντα χρόνια φυλάκιση και θα αποφυλακιστεί το 1991, αφού εξέτισε τα δύο τρίτα της ποινής του. Θα επιστρέψει στο νησί για ελάχιστο χρονικό διάστημα, προτού εκδιωχτεί από τους κατοίκους. Θα καταλήξει στο Isle of Wight, όπου και θα πεθάνει από καρδιακή προσβολή το 1994. Τα επόμενα χρόνια θα αρχίσουν να έρχονται στο φως κι άλλα στοιχεία για τη δράση του Paisnel. Σύμφωνα με αποκαλύψεις δημοσιογράφων, ο Peisnel απήγαγε ορφανά από το οικοτροφείο Haut de la Garenne -το οποίο ήταν διαβόητο για τη συστηματική κακοποίηση παιδιών- χρησιμοποιώντας χλωροφόρμιο, τα μετέφερε σε κοντινά χωράφια και τα βίαζε. Την ίδια περίοδο, ένας άγνωστος που φορούσε αυτοσχέδια μάσκα φέρεται πως βίαζε τα ορφανά που έμεναν στο La Preference, το οποίο διοικούσε η Joan, η σύζυγος του Paisnel. Ένα από τα αγόρια που έμεναν τότε στο ορφανοτροφείο, θα αναφέρει πολλά χρόνια αργότερα:

Ένα βράδυ, ενώ κοιμόμουν, ένιωσα μία παρουσία στον θάλαμο. Ήταν ο Paisnel που με παρατηρούσε. Φορούσε μία παράξενη μάσκα. Το σπίτι των Paisnel ήταν παράξενο. Όταν καθαρίζαμε τους εξωτερικούς χώρους, βλέπαμε κρεμασμένες γάτες. Βλέπαμε τον Paisnel να στραγγαλίζει γάτες. […] Ο Paisnel είχε μία διαβολική αύρα -μπορούσες να νιώσεις πως κάτι κακό συνέβαινε σε αυτό το μέρος.

Παρόλο που ο Edward Paisnel είναι νεκρός εδώ και είκοσι πέντε χρόνια, η ανάμνησή του είναι ακόμη ζωντανή στο νησί.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

True Crime | Η δολοφονία ολόκληρης της οικογένειας List

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Αφήστε μια απάντηση