σε ,

True Crime | O άντρας που πριν τον πρώτο του φόνο φέρεται να έφαγε τα οστά του παππού του

Η ιστορία και οι φόνοι των κοριτσιών της Σαϊτάμα

Η εβδομαδιαία στήλη «Κυνηγός Εγκλημάτων» φέρνει στο σαλόνι σας γνωστές και μη υποθέσεις.

Γράφει ο Βαγγέλης Γιαννίσης, συγγραφέας της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων με τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα) και περήφανος γατομπαμπάς του Jax.

Υπόθεση #28 – Τα κορίτσια της Σαϊτάμα

Saitama, Αύγουστος 1988

Καθώς το καλοκαίρι τελείωνε, τα κορίτσια άρχισαν να εξαφανίζονται. Η τετράχρονη Mari Konno ήταν η πρώτη. Λίγο μετά τις τρεις το απόγευμα, στις 22 Αυγούστου, ζήτησε άδεια από τους γονείς της για να πεταχτεί μέχρι το σπίτι μίας φίλης της, για να παίξουν. Πέρασαν τρεις ώρες και ο Shingeo, ο πατέρας της Mari κάλεσε την αστυνομία για να αναφέρει την εξαφάνιση του κοριτσιού. Τα νέα της εξαφάνισης διαδόθηκαν γρήγορα στο χωριό Iruma, στα περίχωρα της Saitama και σύντομα όλοι οι κάτοικοι βρέθηκαν στους δρόμους, προσπαθώντας να βοηθήσουν τους αστυνομικούς στην έρευνα για τον εντοπισμό της τετράχρονης.

Τις μέρες που ακολούθησαν, περισσότερες από 50.000 αφίσες με τη φωτογραφία της Mari μοιράστηκαν και οι αστυνομικοί σάρωσαν την ευρύτερη περιοχή του Iruma, μιλώντας με οποιονδήποτε πίστευαν ότι θα μπορούσε να είχε δει κάτι. Και, πράγματι, δύο αγόρια είχαν δει τη Mari να περπατά, παρέα με έναν κατσαρομάλλη άντρα, γύρω στα τριάντα. Μερικές ημέρες μετά την εξαφάνιση, οι γονείς του κοριτσιού βρήκαν ένα σημείωμα στην πόρτα τους. «Κυκλοφορούν διάβολοι εδώ γύρω», έγραφε ο ανώνυμος αποστολέας. Η αστυνομία είπε στους γονείς να μην ανησυχούν. Το σημείωμα ήταν μία κακόγουστη φάρσα. Κι έπειτα άρχισαν τα τηλεφωνήματα.

Το τηλέφωνο στο σπίτι των Konno χτυπούσε ανηλεώς, μέχρι κάποιος να απαντήσει. Οι γονείς της Mari άκουγαν τον άγνωστο στην άλλη άκρη της γραμμής να βαριανασαίνει, προτού τερματίσει την κλήση. Αν δε σήκωναν το τηλέφωνο, εκείνος θα επέμενε, πολλές φορές καλώντας συνεχόμενα επί ένα εικοσάλεπτο, μέχρι να το σηκώσουν. Ο Σεπτέμβρης ήρθε, η Mari παρέμενε άφαντη και η νέα σχολική χρονιά στο νηπιαγωγείο της άρχισε δίχως εκείνη. Η υπόθεση άρχισε να ξεχνιέται. Η Saitama επέστρεφε σιγά-σιγά στην κανονικότητα, μέχρι που εξαφανίστηκε το δεύτερο κορίτσι.

Η εφτάχρονη Masami Yoshizawa εξαφανίστηκε από το Hano της Saitama στις 3 Οκτωβρίου. Το πρόσωπο της Masami βρισκόταν σε κάθε γωνιά της πόλης. Μεγάλος αριθμός αστυνομικών κινητοποιήθηκε για τον εντοπισμό της, ξανά δίχως αποτέλεσμα. Γονείς κι αξιωματικοί της αστυνομίας άκουγαν προσεκτικά τον φόβο που είχε φωλιάσει στην καρδιά τους και τους έλεγε πως η εξαφάνιση της Masami δεν προέκυψε ξαφνικά. Σίγουρα σχετιζόταν με εκείνη της Mari τον περασμένο Αύγουστο. Όλοι ήταν βέβαιοι πως τα κορίτσια ήταν νεκρά, παρά την φαινομενική αισιοδοξία πως μία μέρα θα εμφανιστούν τόσο ξαφνικά, όσο είχαν χαθεί. Οι γονείς άρχισαν να απαγορεύουν στις κόρες τους να πηγαίνουν στο νηπιαγωγείο και το σχολείο μόνες, μία συνηθισμένη πρακτική στην Ιαπωνία. Θα περνούσαν δύο μήνες μέχρι την εξαφάνιση του τρίτου θύματος.

Τη νύχτα της 12ης Δεκεμβρίου, η τετράχρονη Erika Namba δηλώθηκε επίσημα αγνοούμενη, καθώς δεν επέστρεψε ποτέ σπίτι από το νηπιαγωγείο. Η έρευνα, αυτή τη φορά, συνδέθηκε άμεσα με τις εξαφανίσεις της Mari και της Masami. Τα γεγονότα επιβεβαίωναν τους χειρότερους φόβους των αστυνομικών: κάποιος απήγαγε παιδιά στην ευρύτερη περιοχή της Saitama. Και τα τρία θύματα έμεναν στην ίδια περιοχή, σε ακτίνα 30 χιλιομέτρων. Την επόμενη μέρα, ένας υπάλληλος στο Πάρκο Naguri βρήκε τα ρούχα της Erika και η αστυνομία επικέντρωσε εκεί την έρευνα για τον εντοπισμό του κοριτσιού. Δύο μέρες έπειτα από την εξαφάνιση βρέθηκε το πτώμα της Erika Namba σε ένα πάρκινγκ, πενήντα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της. Ο δολοφόνος την είχε δέσει χειροπόδαρα με σπάγκο από νάιλον. Αυτή τη φορά, ωστόσο, είχε κάνει ένα λάθος, το οποίο θα μπορούσε να του κοστίσει την ελευθερία του: δύο άντρες τον είχαν δει, λίγο μετά τη δολοφονία της Erika.

Οι δύο μάρτυρες κατέθεσαν πως βοήθησαν έναν νεαρό να ξεκολλήσει το αυτοκίνητό του, ένα Toyota Corolla II με πινακίδες της περιοχής Hachioji από ένα χαντάκι κοντά στο Πάρκο Naguri. Η αστυνομία θα εκμεταλλευτεί το στοιχείο, ερευνώντας πάνω από 6.000 αμάξια του συγκεκριμένου μοντέλου, δίχως να γνωρίζουν πως οι δύο μάρτυρες που ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον δολοφόνο της Erika Namba είχαν κάνει λάθος στη μάρκα του αμαξιού, μπερδεύοντας το Nissan Langley που ο δράστης οδηγούσε με το Corolla II. Η παραλίγο ατυχία του φαίνεται πως έκανε τον δράστη να μαζευτεί -θα περνούσαν αρκετοί μήνες μέχρι να ξανασκοτώσει. Στο μεσοδιάστημα, ωστόσο, επιδόθηκε σε μία αγαπημένη του συνήθεια: τον βασανισμό των οικογενειών των θυμάτων του.

Τα ανώνυμα τηλεφωνήματα συνεχίστηκαν και στους Namba, οι οποίοι μάλιστα έλαβαν μία επιστολή από τον δράστη, ο οποίος είχε χρησιμοποιήσει ιδεογράμματα που είχε κόψει από εφημερίδες και στη συνέχεια φωτοτυπήσει, για να σχηματίσει τις λέξεις: «Έρικα. Κρύο. Βήχας. Λαιμός. Ανάπαυση. Θάνατος».

Στις 6 Φεβρουαρίου 1989, ο Shingeo Konno βρήκε στο κατώφλι του σπιτιού του ένα χαρτόκουτο. Μέσα, υπήρχε ένα στρώμα σκόνης που έμοιαζε με στάχτη, δέκα παιδικά δόντια, διάφορα οστά και μία φωτογραφία των ρούχων που φορούσε η Mari την ημέρα της εξαφάνισής της. Σε μία καρτ ποστάλ, ο δολοφόνος είχε αφήσει στους γονείς της τετράχρονης το μήνυμα: «Mari. Οστά. Καύση. Ερευνήστε. Απόδειξη». Λίγες εβδομάδες αργότερα, κι αφού ο ιατροδικαστής που εξέτασε τα δόντια στο κουτί δήλωσε πως αυτά δεν ανήκαν στη Mari, ένα γράμμα έφτασε σε μία εφημερίδα της Osaka. «Άφησα το κουτί με τα λείψανα της Mari στην πόρτα τους. Έκανα τα πάντα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Είδα στη συνέντευξη τύπου τους αστυνομικούς να δηλώνουν πως τα λείψανα δεν ήταν της Mari. Είδα τη μητέρα της να λέει ότι το πόρισμα της έδωσε την ελπίδα πως η κόρη της ίσως να είναι ακόμη ζωντανή. Κατάλαβα τότε πως έπρεπε να γράψω αυτήν εδώ την ομολογία, ώστε η μητέρα της Mari να μην ελπίζει μάταια. Το ξαναλέω: τα λείψανα ανήκουν στη Mari». Το γράμμα έφερε το ψευδώνυμο Yuko Imada, το οποίο παρηχεί με τη λέξη ‘ομολογώ’ στα Ιαπωνικά.

Στις 11 Μαρτίου θα γίνει η κηδεία της Mari. Επιστρέφοντας σπίτι, οι γονείς της θα βρουν άλλη μία επιστολή του Yuko Imada. «Το πτώμα σκλήρυνε γρήγορα. Ήθελα να σταυρώσω τα χέρια πάνω στο στήθος της, αλλά δεν κουνιόντουσαν. Σύντομα το πτώμα γέμισε κόκκινες κηλίδες, έμοιαζε με τη σημαία της Ιαπωνίας. Έπειτα, το πτώμα έβγαλε ραγάδες. Ήταν τόσο σκληρό μέχρι πρότινος, μα τώρα έμοιαζε γεμάτο νερό. Και βρωμάει, ω, πόσο βρωμάει. Δεν έχετε μυρίσει κάτι τέτοιο στη ζωή σας».

Η αστυνομία είχε άλλο ένα σημαντικό στοιχείο στα χέρια της: για τη φωτογραφία των ρούχων της Mari ο δράστης χρησιμοποίησε μία κάμερα Mamiya 6×7, ένα μοντέλο που χρησιμοποιούσαν οι επαγγελματίες φωτογράφοι, ενώ το κουτί στο οποίο τοποθέτησε τα λείψανα της κοπέλας ήταν ίδιο με εκείνα μέσα στα οποία αποστέλλονταν ταχυδρομικώς φωτογραφικές μηχανές. Ο δράστης πιθανότατα δούλευε σε φωτογραφείο ή φωτοτυπάδικο, συμπέραναν οι αστυνομικοί, οι οποίοι εκτός από τη μάρκα του αυτοκινήτου, είχαν πλέον και το πιθανό επάγγελμα του δολοφόνου. Ενώ οι έρευνες έπεφταν σε αδιέξοδο, ο δολοφόνος θα έπαιρνε ακόμα μία ζωή, αυτή της πεντάχρονης Ayako Nomoto, στις 6 Ιουνίου 1989. Μία εβδομάδα αργότερα, ο διαμελισμένος κορμός της θα βρισκόταν πεταμένος σε ένα νεκροταφείο. Η Ayako ήταν το τέταρτο θύμα του αγνώστου δράστη μέσα σε σχεδόν ένα χρόνο. Θα ήταν και το τελευταίο.

Στις 23 Ιουλίου 1989 ένας άγνωστος άντρας ξεμονάχιασε ένα κοριτσάκι που έπαιζε με την αδερφή του και την παρέσυρε στο αμάξι του. Η μεγαλύτερη αδερφή έτρεξε και βρήκε τον πατέρα της, ο οποίος έφτασε στο σημείο και βρήκε τον άγνωστο να φωτογραφίζει τη γυμνή κόρη του σε ένα Nissan Langley. Ο άγνωστος κατάφερε να διαφύγει από την επίθεση του πατέρα, ωστόσο επέστρεψε λίγη ώρα αργότερα για να πάρει το αυτοκίνητό του. Εκεί τον περίμεναν οι αστυνομικοί. Το τέρας είχε πρόσωπο και όνομα.

Ήταν ο εικοσιεξάχρονος Tsutomu Miyazaki, ένας βοηθός φωτογράφου. Σε λίγες ημέρες θα έκλεινε τα είκοσι εφτά του -στις 21 Αυγούστου. Ο φόνος της Mari, του πρώτου θύματος έγινε μία μέρα έπειτα από τα εικοστά έκτα του γενέθλια. Ο Miyazaki είχε γεννηθεί πρόωρα, με αποτέλεσμα τα χέρια του να παρουσιάζουν παραμόρφωση, μία αναπηρία στην οποία ο ίδιος απέδιδε τις κακοτοπιές της ζωής του. Γόνος μίας επιφανούς οικογένειας του Tokyo, ο Miyazaki αρνήθηκε από μικρός να ακολουθήσει τα χνάρια του εκδότη εφημερίδας πατέρα του, έχοντας ως όνειρο να γίνει δάσκαλος. Οι βαθμοί του ήταν εξαιρετικοί και προμήνυαν λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα, μέχρι που στο λύκειο άρχισαν να μειώνονται δραματικά. Από την πρώτη δεκάδα των καλύτερων μαθητών στην τάξη του, υποχώρησε στο νούμερο 40 και το όνειρό του να περάσει στο Πανεπιστήμιο Meiji δεν έγινε πραγματικότητα. Ο Miyazaki αρκέστησε σε σπουδές φωτογραφίας σε ένα μικρό κολλέγιο.

Οι σχέσεις του με τους γονείς και τα αδέρφια του ήταν παγερές. Ο Miyazaki τους μισούσε όλους, εκτός του παππού του, με τον οποίο είχε στενή σχέση. Στο πανεπιστήμιο άρχισε να βγάζει κρυφά φωτογραφία συμφοιτήτριές του ενώ έπαιζαν τέννις, ζουμάροντας τον φακό στον καβάλο, ενώ ταυτόχρονα άρχισε να συλλέγει περιοδικά παιδικής πορνογραφίας, καθώς σε αντίθεση με τα λογοκριμμένα ενήλικα πορνοπεριοδικά, τα γεννητικά όργανα των παιδιών δεν καλύπτονταν από μαύρη ταινία, καθώς δεν είχαν ηβικές τρίχες. Ο Miyazaki ζούσε μία σχετικά ήσυχη ζωή, αποκομμένος από την κοινωνία, μέχρι που τον Μάιο του 1988 ο παππούς του πέθανε.

Ο θάνατος του μοναδικού ανθρώπου που έδειξε ίχνος αγάπης στο πρόσωπό του κλόνισε τον Miyazaki, ο οποίος φέρεται να έφαγε κομμάτι των οστών του παππού του, έπειτα από την αποτέφρωσή του. Τρεις μήνες αργότερα θα διέπραττε τον πρώτο του φόνο.

Σύμφωνα με την ομολογία του, ο Miyazaki είδε τη Mari Konno να περπατά στον δρόμο και της είπε: «Θες να πάμε κάπου όμορφα;» Εκείνη τον ακολούθησε στο αμάξι του. Οδήγησαν μέχρι ένα δάσος στα δυτικά του Tokyo και ο Miyazaki πάρκαρε κάτω από μία γέφυρα. Πέρασε μισή ώρα ακίνητος δίπλα στο κορίτσι, το οποίο έκλαιγε, προτού ξαφνικά τη στραγγαλίσει. Έπειτα, την έγδυσε και βίασε το νεκρό κορμί της, το οποίο άφησε στο δάσος, παίρνοντας μαζί τα ρούχα της. Κάθε τόσο θα το επισκεπτόταν. Όταν η σήψη είχε προχωρήσει, ο Miyazaki αποκόλλησε τα χέρια της Mari και τα αποθήκευσε στη ντουλάπα του.

Με τον ίδιο τρόπο παρέσυρε στο αμάξι του το δεύτερο θύμα, τη Masami Yoshizawa. Τη μετέφερε στο σημείο όπου σκότωσε τη Mari, τη στραγγάλισε κι έπειτα την έγδυσε γρήγορα, ώστε να μην τον εμποδίσει η νεκρική ακαμψία και τη βίασε. Άφησε το πτώμα της εκατό μέτρα από το σημείο όπου είχε αφήσει τη Mari. Το τρίτο θύμα, την Erika Namba, τη μετέφερε στο Πάρκο Naguri. Διέταξε το κορίτσι που έκλαιγε να γδυθεί και να καθίσει στο πίσω κάθισμα, ώστε να τη βγάλει φωτογραφίες. Αφού τη στραγγάλισε, τύλιξε το πτώμα της σε ένα σεντόνι και το έβαλε στο πορτμπαγκάζ. Λίγο αργότερα, το αμάξι του κόλλησε σε ένα χαντάκι κι εκεί συνάντησε τους δύο μάρτυρες που πληροφόρησαν την αστυνομία για τη μάρκα του αμαξιού του. Η δολοφονία του τελευταίου θύματος θα ήταν και η πιο βίαιη.

Αφού ο Miyazaki δολοφόνησε την Ayako Nomoto, μετέφερε το πτώμα της στο σπίτι του και πέρασε τις επόμενες δύο ημέρες κακοποιώντας το σεξουαλικά και φωτογραφίζοντάς το, προτού το διαμελίσει. Άφησε τον κορμό στο νεκροταφείο όπου βρέθηκε, ενώ σκόρπισε τα υπόλοιπα μέλη σε ένα κοντινό δάσος και σε δημόσιες τουαλέτες, ωστόσο φοβούμενος πως η αστυνομία θα τον εντοπίσει, τις επόμενες ημέρες τα μάζεψε και τα αποθήκευσε στη ντουλάπα του, όπου οι αστυνομικοί τα βρήκαν έπειτα από τη σύλληψή του. Εκτός από τα λείψανα, στο διαμέρισμα οι ερευνητές θα ανακάλυπταν 5.000 βιντεοταινίες με άνιμε και ταινίες τρόμου, όπως και οπτικό υλικό που έδειχνε τον Miyazaki να κακοποιεί σεξουαλικά τα νεκρά θύματά του.

Ο Miyazaki ισχυρίστηκε πως ο Rat-Man, ένα άλτερ έγκο που ζούσε μέσα του τον διέταξε να διαπράξει τις δολοφονίες του. Στη διάρκεια των εφτά χρόνων της δίκης του, ο Miyazaki θα σχεδίαζε άπειρες σελίδες manga με πρωταγωνιστή τον Rat-Man. Όταν οι λεπτομέρειες θα διαρρεύσουν, οι δημοσιογράφοι θα του δώσουν το παρατσούκλι Otaku Killer. Otaku αποκαλούνται στην Ιαπωνία οι φανατικοί οπαδοί των manga και των anime. Ο χαρακτηρισμός του αυτός προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων ανάμεσα στους φανατικούς οπαδούς των manga και anime, καθώς δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι η ενασχόληση του Miyazaki με αυτά τον μετέτρεψε σε δολοφόνο.

Τρεις ομάδες ψυχιάτρων εξέτασαν τον Miyazaki στη διάρκεια της δίκης, κρίνοντας πως παρά τις αποτρόπαιες πράξεις του ξεχώριζε το καλό από το κακό και είχε σώας τας φρένας ενώ διέπραξε τα εγκλήματά του. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε θάνατο και ο Miyazaki εκτελέστηκε δι’ απαγχονισμού στις 17 Ιουνίου 2008.

*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

True Crime | H ανατριχιαστική ιστορία του βασανιστή με το «Κουτί των Παιχνιδιών»

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

Αφήστε μια απάντηση