
Γράφει ο Βαγγέλης Γιαννίσης, συγγραφέας της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων με τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα) και περήφανος γατομπαμπάς του Jax.
Υπόθεση #38 – Harvey Glatman
Los Angeles, Νοέμβριος 1958
Το αμάξι κατευθύνεται προς τη Santa Ana με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στο κάθισμα του συνοδηγού, η εικοσιοχτάχρονη Lorraine Vigil νιώθει ένα σφίξιμο στο στομάχι της. Γυρίζει στον οδηγό, ο οποίος λίγο νωρίτερα της είχε συστηθεί ως Frank Johnson. Η Lorraine είχε ειδοποιηθεί από το πρακτορείο μοντέλων στο οποίο ήταν εγγεγραμμένη ότι ο Johnson θα περνούσε να την πάρει από το σπίτι της στην 6η Οδό για να κάνουν μία φωτογράφιση.

«Πού πάμε από εδώ;»
Ο Johnson, ωστόσο, δεν απαντάει στις ερωτήσεις της, οι οποίες γίνονται όλο και πιο επίμονες. Κοιτάζει ευθεία μπροστά, καθώς το αμάξι του καταπίνει την άσφαλτο της λεωφόρου. Ξαφνικά, έπειτα από λίγη ώρα, στρίβει σε μία έξοδο και σταματάει.
«Μας έπιασε λάστιχο», λέει στη Lorraine.
Ως δια μαγείας, ένα πιστόλι εμφανίζεται στο δεξί του χέρι. Η Lorraine ενστικτωδώς το αρπάζει από την κάνη και το στρέφει μακριά της. Το πρόσωπο του Johnson κοκκινίζει από οργή, καθώς προσπαθεί να απελευθερώσει το όπλο από τη λαβή της. «Θα σε σκοτώσω! Έχω κάνει φυλακή και δεν μου καίγεται καρφί αν με στείλουν στον θάλαμο αερίων», της φωνάζει. Η Lorraine, ωστόσο, συνεχίζει να παλεύει και φωνάζει με όση δύναμη της επιτρέπουν τα πνευμόνια της, ελπίζοντας πως κάποιο από τα αυτοκίνητα που περνούν δίπλα τους θα ακούσει τις κραυγές της και θα σταματήσει. «Κάνε ό,τι σου λέω και δε θα σου κάνω κακό», της λέει ο Johnson σε μία προσπάθεια να την πάρει με το καλό. Η γυναίκα, ωστόσο, δεν τον πιστεύει και συνεχίζει να μάχεται.
«Ήξερα πως θα με σκότωνε και δεν άφηνα το όπλο. Με κάποιο τρόπο, χρησιμοποιώντας το ελεύθερο χέρι μου άνοιξα την πόρτα στην πλευρά μου και πέσαμε και οι δυο στον δρόμο. Κυλήσαμε μέχρι την άκρη του δρόμου. Αυτοκίνητα, εκατομμύρια αυτοκίνητα περνούσαν, μα κανένα δε σταματούσε. Το όπλο εκπυρσοκρότησε. Η σφαίρα πέρασε μέσα από τη φούστα μου και μου έξυσε τον μηρό. Ποτέ δε θα ξεχάσω τον απαίσιο ήχο της σφαίρας», θα πει αργότερα η Lorraine. «Δάγκωσα τον καρπό του και ούρλιαξε. Ξαφνικά, καταλαβαίνω πως το όπλο του βρέθηκε στο χέρι μου και τον σημάδεψα. Αν ήξερα πως να πυροβολούσα, πιστεύω πως θα τον είχα σκοτώσει. Εκείνος έμεινε ακίνητος και έπειτα από λίγη ώρα ήρθε η αστυνομία».

Στο τμήμα, οι αστυνομικοί θα ανακαλύψουν πως ο άντρας που συνέλαβαν δε λεγόταν Frank Johnson αλλά Harvey Glatman. Ο Glatman είχε ανησυχητικό ιστορικό. Ήδη από την εφηβική του ηλικία είχε διαπράξει τα πρώτα του εγκλήματα, εισβάλλοντας σε σπίτια γυναικών, τις οποίες έδενε και στη συνέχεια φωτογράφιζε, μέχρι που το 1945 συνελήφθη γα απόπειρα διάρρηξης. Λίγο πριν την εκδίκαση της υπόθεσής του, απήγαγε και βίασε μία δεύτερη γυναίκα. Έπειτα από την αποφυλάκισή του, το 1947, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου και συνελήφθη για ληστείες και καταδικάστηκε ξανά σε φυλάκιση. Αφού εξέτισε την ποινή του το 1956, μετακόμισε στο Los Angeles έναν χρόνο αργότερα.
Έπειτα από τη σύλληψή του, ο Glatman ομολόγησε στους αστυνομικούς τρεις δολοφονίες, τις οποίες είχε διαπράξει τον τελευταίο χρόνο και στη συνέχεια, έδειξε στους ερευνητές μία εργαλειοθήκη στο σπίτι του, στην οποία έκρυβε φωτογραφίες από εκατοντάδες γυναίκες τις οποίες είχε κακοποιήσει σεξουαλικά, αλλά και των τριών θυμάτων του. Ο Glatman περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο τρομοκρατούσε, βίαζε και στη συνέχεια σκότωνε τα θύματά του. Πρώτα φωτογράφιζε τα μοντέλα με ένα βλέμμα αθωότητας, έπειτα τα φωτογράφιζε δεμένα και τρομοκρατημένα, για να καταλήξει στην τρίτη και τελική φωτογραφία, αφού τα είχε στραγγαλίσει.
«Έκανα το ίδιο με όλες τους. Έπειτα από κάθε επίθεση ήξερα ότι έπρεπε να τις σκοτώσω, καθώς θα αναγνώριζαν εμένα και το αμάξι μου. Έτσι, τις πήγαινα στην έρημο, μερικές φορές λέγοντάς τους πως θα τραβούσαμε κι άλλες φωτογραφίες, άλλες φορές δίχως λόγο. Τις έκανα να γονατίσουν. Ήταν το ίδιο με την κάθε μια τους. Τις σημάδευα με το όπλο και έδενα ένα δίμετρο σχοινί γύρω από τους αστραγάλους τους και έπειτα το περνούσα με θηλιά στον λαιμό τους. Στεκόμουν από πάνω τους και το τραβούσα, μέχρι που σταματούσαν να παλεύουν».

Το πρώτο του θύμα ήταν η δεκαεννιάχρονη Judy Ann Dull, στην οποία προσέφερε 50 δολάρια για να ποζάρει για το εξώφυλλο ενός περιοδικού, όπως της είπε. Η Judy δέχτηκε, καθώς βρισκόταν στη μέση μίας δικαστικής διαμάχης με τον πρώην σύζυγό της, για την κηδεμονία της δεκατεσσάρων μηνών κόρης τους. Ο Glatman τη μετέφερε σπίτι του, όπου τη βίασε, τη φωτογράφισε και έπειτα τη μετέφερε στην έρημο, όπου και την έθαψε σε έναν ρηχό τάφο.

Έναν χρόνο αργότερα, δολοφόνησε την εικοσιτετράχρονη Shirley Ann Bridgeford, μία κοπέλα προσφάτως διαζευγμένη, απαντώντας σε μία αγγελία γνωριμιών, την οποία η Shirley είχε στείλει σε μά εφημερίδα. Ο Glatman επικοινώνησε μαζί της χρησιμοποιώντας το ψεύτικο όνομα George Williams. Αφού δολοφόνησε τη Shirley, τη μετέφερε βαθιά στην έρημο και την άφησε εκεί, δίχως να τη θάψει. Το πτώμα της θα ανακαλυπτόταν πολλούς μήνες αργότερα.
Η Ruth Mercado ήταν το τρίτο του και τελευταίο θύμα. Στις 27 Ιουλίου 1958 ο σπιτονοικοκύρης της την δήλωσε αγνοούμενη στην αστυνομία, ωστόσο η Ruth ήταν ήδη νεκρή. Ο Glatman είχε κανονίσει φωτογράφιση μαζί της μέσω ενός πρακτορείου μοντέλων. Υπό την απειλή όπλου πέρασε όλο το βράδυ βιάζοντάς την και την επόμενη ημέρα την ανάγκασε να ανέβει μαζί του στο αυτοκίνητο.

«Ήταν η αγαπημένη μου. Της είπα πως θα πάμε στην έρημο, κάπου όπου δε θα μας ενοχλήσουν και ότι θα βγάλουμε περισσότερες φωτογραφίες. Την πήγα μέχρι το Escondido και περάσαμε όλη την ημέρα στην έρημο. Έβγαλα περισσότερες φωτογραφίες και προσπάθησα να βρω τρόπο να μην τη σκοτώσω. Αλλά δεν τα κατάφερα. Έτσι, πήρα το σχοινί και έκανε ό,τι και στις άλλες. Σκέπασα το πτώμα της με θάμνους και σκουπίδια και το άφησα εκεί».
Η κατάθεση της Lorraine Vigil, η οποία επέζησε από την επίθεσή του, ήταν εκείνη που οδήγησε το δικαστήριο στην επιβολή της θανατικής ποινής. Η Lorraine, ωστόσο, δεν αντιμετωπίστηκε ως ηρωίδα. Όταν οι αστυνομικοί κατέφτασαν στον τόπο της επίθεσης, αρχικά συνέλαβαν εκείνη, καθώς πίστευαν πως προσπαθούσε να δολοφονήσει τον σύντροφό της. Έπειτα, οι αστυνομικοί την ανάγκασαν να περάσει πολλές φορές από τεστ αλήθειας, προκειμένου να την πιστέψουν. Τα ΜΜΕ έστρεψαν την κοινή γνώμη εναντίον της, παρόλο που η αντίδρασή της οδήγησε στη σύλληψη ενός κατ’ εξακολούθηση δολοφόνου, καθώς διέρρευσαν φήμη, σύμφωνα με την οποία η Lorraine είχε σχέσεις με τον υπόκοσμο, κάτι το οποίο δε συνέβαινε. Εξαιτίας της αρνητικής δημοσιότητας, η Lorraine έχασε τη δουλειά της. Ο Glatman καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1959.
*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ





