Είναι το συμμετοχικό έργο της Γιάννας Ανδρεάδη (που οργάνωσε και το εξαιρετικό ΑΘΗΝΑ ΘΕΑ, όπου μέλη της ομάδας στο Facebook φωτογράφιζαν τη θέα από παράθυρα και μπαλκόνια της Αθήνας): φωτογραφίες από παλιά αυτοκίνητα της Αθήνας, σήμερα.
Αυτοκίνητα τουλάχιστον 20 χρόνων και παλιότερα που έχουν γίνει μύθοι όπως η Citroen DS ή το “σκαθάρι” Volkswagen, που όταν τα συναντάμε τυχαία στους δρόμους, ξαφνικά μια ολόκληρη εποχή μας έρχεται αυτόματα στο νου. Οι φωτογραφίες πρέπει να δείχνουν το αυτοκίνητο στην πόλη, σε αθηναϊκό σκηνικό, (οι φωτογραφίες μόνο συλλεκτικών αυτοκινήτων δεν με ενδιαφέρουν ) έτσι ώστε να να τονίζουν την “σύγκρουση” εποχών, αισθητικής και να δημιουργούν ιστορίες στην Αθήνα σήμερα, όπου το παλιό και το νέο, το ερείπιο και το καινούργιο είναι συνεχώς μπροστά μας.
«Το θέμα, λέει, δεν είναι να βρίσκουμε και να φωτογραφίζουμε απλά παλιά αυτοκίνητα. Είναι σημαντικό το περιβάλλον του να έχει ενδιαφέρον… να δείχνει την αθηναϊκή ατμόσφαιρα.»
Η Γιάννα Ανδρεάδη μαζεύει τις φωτογραφίες στο μέιλ της ianna@orange.fr. Oι φωτογραφίες που επιλέγει, δημοσιεύονται στην σελίδα Ο Βάτραχος και το σκαθάρι, με το όνομα πάντα του κάθε φωτογράφου.
Να 20 απ’ αυτές:




















Και το κείμενο της Ιωάννας Γαλανάκη, για το πρότζεκτ:
Το νέο φωτογραφικό έργο σε εξέλιξη της Γιάννας Ανδρεάδη ‘Ο βάτραχος και το σκαθάρι / La déesse et la coccinelle’ είναι μια εντελώς πρωτότυπη άσκηση στον «αθηναϊκό χρόνο». Το παλιό αυτοκίνητο, κεντρικό θέμα του συλλογικού αυτού έργου, συμπυκνώνει μέσα του έννοιες όπως φυγή, ελευθερία, ταχύτητα, ξενοιασιά, εκδρομές, έρωτες, οικογένεια, φίλοι ενώ ταυτόχρονα επειδή ακριβώς είναι παλιό (και συχνά εγκαταλελειμμένο) αποτελεί ένα «ορατό παρελθόν» στη σύγχρονη πόλη. Ένα «παρελθόν» που εμπεριέχει νοσταλγία για όλα τα παραπάνω, που λειτουργεί ως υπόμνηση του προγενέστερου προσωπικού χρόνου.
Η φωτογράφιση παλιών αυτοκινήτων σε γωνιές της πόλης ή παλιών αυτοκινήτων που ακόμη κινούνται στους δρόμους της προτρέπει έμμεσα και υπαινικτικά σε μια άλλη θέαση της Αθήνας. Οι θύλακες που προσωρινά ή μόνιμα φιλοξενούν παλιά αυτοκίνητα, λησμονημένα και παραδομένα στη λήθη, είναι τόποι έμφορτοι ενθυμήσεων. Συγκροτούν εν πολλοίς αγνοημένες αστικές εικόνες που εμπεριέχουν πολλαπλές χρονικότητες. Τα ίδια τα παλιά αυτοκίνητα μοιάζουν φαντάσματα μιας άλλης εποχής αστικών περιπλανήσεων και αποδράσεων που όμως δεν τρομάζουν. Οι χώροι που τα φιλοξενούν συνυφαίνουν τοπικά πλέγματα σημασιών και δημιουργούν νέες οράσεις/συνθήκες στην Αθήνα. Κάποτε οι ίδιοι χώροι γεννούν αντιφατικά συναισθήματα. Εμπνέουν τον αναστοχασμό για την πόλη και τον κατακερματισμένο σε παρελθόν, παρόν και μέλλον προσωπικό χρόνο. Κατά ένα τρόπο αποδεικνύουν πως όλος ο χρόνος είναι ενιαίος φωτίζοντας την σημασία του παρελθόντος στην πρόσληψη και την κατανόηση του εαυτού καθώς και την αδήριτη προσωπική ανάγκη για επιστροφή. Η φωτογράφιση αυτών των παλιών αυτοκινήτων σχεδόν ανεπαίσθητα προβάλλει στον δημόσιο χώρο της καθημερινής ζωής σαν σε οθόνη θερινού σινεμά ένα περιφρονημένο αστικό παρόν.
«Θαύμασα τον Παρθενώνα/ και στην κάθε του κολόνα/ βρήκα τον χρυσό κανόνα.» Αλλά σήμερα, καθώς προτρέπει ο Ελύτης στο ποίημά του «Alfa Romeo», αφήνοντας όλους τους αιώνες πίσω, «βρίσκω το καλό κι ωραίο/ σε μια σπορ Alfa Romeo». Εννοείται στην ταχύτητα, δηλαδή στον επιπλέον προσωπικό χρόνο που μπορεί μόνη αυτή να χαρίσει καθώς και στην απαράμιλλη γοητεία της φυγής και της αναζήτησης. Μια «παλιά Alfa Romeo» έχει σίγουρα πολλές ιστορίες να αφηγηθεί, κι οι ιστορίες της αυτές ανήκουν ήδη στον «μύθο» της Αθήνας αλλά ταυτόχρονα έχουν την δύναμη να τον ανακατασκευάσουν. Έτσι, μέσα από το συγκεκριμένο φωτογραφικό έργο, οι περιπέτειες των παλιών αυτοκινήτων της πόλης σταδιακά εγγράφονται και εντάσσονται στη μεγάλη περιπέτεια της Αθήνας. Οι περιπέτειες των αυτοκινήτων όμως είναι οι περιπέτειες των κατοίκων της πόλης. Τα παλιά αυτοκίνητα συγκροτούν την υλική διάσταση περασμένων ανθρώπινων διαδρομών και περιπλανήσεων. Ταυτόχρονα υπογραμμίζουν το οριστικό πέρασμα ενός ανεπανάληπτου προσωπικού χρόνου.
Ο Τάκης Σπετσιώτης στο χρονικό του για τον Ταχτσή περιγράφει πως (ο Ταχτσής): «Οδηγούσε καπνίζοντας, κοιτάζοντας έξω απ’ τα παράθυρα, συμμετέχοντας μ’ αλλεγκρία στην κίνηση και την ζωή του δρόμου. Σταματώντας σ’ ένα φανάρι, πείραξε έναν ωραίο, νεαρό τροχονόμο: – Πότε θα με γράψεις να γνωριστούμε; Εκείνος γέλασε – μια πλατιά σειρά, ολόλευκα δόντια».
Παρόμοιες ιστορίες όπως η παραπάνω αφήγηση για τον Ταχτσή αναδύονται εμμέσως από την συλλογική φωτογράφιση των παλιών αυτοκινήτων στην πόλη – εικόνες/εκφράσεις του αστικού και του ανθρώπινου τοπίου της Αθήνας. Το φωτογραφικό έργο εν τέλει αφορά την εικόνα του αυτοκινήτου που κάποτε ίσως πρόσφερε ένα άλλοθι για το πείραγμα και το φλερτ, που συγκατένευσε στην ταχύτητα και τη φυγή, που ώθησε στο να νικηθεί ο χρόνος και που σε κάποιους χάρισε τόλμη!
Μια φωτογραφία ενός παλιού αυτοκινήτου κάπου στην πόλη που μπορεί να σε κάνει να νοσταλγήσεις την τόλμη και να κοιτάξεις την Αθήνα χωρίς να βλέπεις μόνο τον Παρθενώνα.