5 όχι και τόσο διάσημοι αρχαιοελληνικοί μύθοι, για να το παίξετε έξυπνοι στις διακοπές σας και να ΜΗΝ κάνετε αν τους εξιστορήσετε νέους φίλους.
Ο Τειρεσίας τα φίδια και ο οργασμός:
Ο Τειρεσίας, ο διάσημος μάντης της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, είναι γνωστός για πολλά περιστατικά και προφητείες στη ζωή του, ένα από τα οποία είναι ο μύθος των φιδιών και η ερώτηση για τους οργασμούς.
Ο Μύθος των Φιδιών
Ο Τειρεσίας ήταν ένας θνητός που είχε την τύχη να ζήσει ως άνδρας και ως γυναίκα. Η ιστορία ξεκινάει όταν ο Τειρεσίας βρέθηκε στον δρόμο του δύο φίδια που ζευγαρώνονταν. Σύμφωνα με τον μύθο, χτύπησε τα φίδια με το ραβδί του, και ως αποτέλεσμα, μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Ζώντας ως γυναίκα για επτά χρόνια, ο Τειρεσίας είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τη ζωή και τις εμπειρίες από την πλευρά του γυναικείου φύλου. Μετά από αυτά τα επτά χρόνια, ξανασυνάντησε τα φίδια, τα χτύπησε ξανά, και επανήλθε στην αρχική του ανδρική μορφή.
Η Ερώτηση για τους Οργασμούς
Μια άλλη σημαντική στιγμή στη ζωή του Τειρεσία είναι η εμπλοκή του σε μια διαφωνία μεταξύ του Δία και της Ήρας σχετικά με το ποιος απολαμβάνει περισσότερο τον οργασμό, ο άνδρας ή η γυναίκα. Ο Δίας ισχυριζόταν ότι οι γυναίκες απολαμβάνουν περισσότερο, ενώ η Ήρα το αμφισβητούσε. Επειδή ο Τειρεσίας είχε ζήσει και ως άνδρας και ως γυναίκα, επιλέχθηκε ως ο κατάλληλος για να λύσει τη διαφωνία.
Ο Τειρεσίας δήλωσε ότι οι γυναίκες απολαμβάνουν τον οργασμό περισσότερο, λέγοντας ότι η απόλαυση των γυναικών είναι εννιά φορές μεγαλύτερη από αυτή των ανδρών. Αυτή η απάντηση εξόργισε την Ήρα, η οποία τον τύφλωσε. Ως αποζημίωση, ο Δίας του έδωσε το χάρισμα της προφητείας και το δικαίωμα να ζήσει επτά ή εννέα γενιές.
Ο Διόνυσος και η ανακάλυψη του δονητή:
Ο Πόλυμνος κατά την ελληνική μυθολογία ήταν βοσκός από την Αργολίδα και ζούσε κοντά στη λίμνη Αλκυονία. Όταν ο Διόνυσος θέλησε να κατεβεί στο βασίλειο του Άδη, προκειμένου να επαναφέρει στη ζωή τη Σεμέλη, ο Πόλυμνος (που αναφέρεται και με το όνομα, Πρόσυμνος) τον μετέφερε κωπηλατώντας έως τη μέση της λίμνης, όπου ήταν η πύλη του Κάτω Κόσμου, αλλά δεν τον συνόδευσε στην συνέχεια, καθώς δεν γνώριζε την συνέχεια της διαδρομής. Ο Πόλυμνος, βέβαια, ζήτησε ως αντάλλαγμα για την καθοδήγηση που προσέφερε στον θεό να σμίξουν ερωτικά, όταν εκείνος θα επέστρεφε, και ο Διόνυσος συμφώνησε. Ωστόσο όταν ο θεός επέστρεψε από τον Άδη, ο Πόλυμνος δεν ζούσε πια και για να κρατήσει τότε την υπόσχεσή του έφτιαξε ένα ξύλινο φαλλό και αφού τον τοποθέτησε στον τάφο του Πολύμνου εκπλήρωσε την υπόσχεση που του είχε δώσει. Αυτή η συμβολική ένωση αποτέλεσε τα θεμέλια κάποιων μυστηριακών τελετουργιών που γίνονταν στα Λέρναια.
Ο μύθος της Βαυκίδας και του Φιλήμονα
Αποτελεί μια συγκινητική ιστορία αγάπης και φιλοξενίας από την αρχαία ελληνική μυθολογία, που διηγείται την επιβράβευση της ευγένειας και της αφοσίωσης. Ο μύθος αναφέρεται κυρίως από τον Ρωμαίο ποιητή Οβίδιο στις “Μεταμορφώσεις” του.

Η ιστορία διαδραματίζεται σε μια μικρή φτωχή πόλη της Φρυγίας, όπου ζούσαν οι ηλικιωμένοι σύζυγοι Βαυκίς και Φιλήμων. Αν και ζούσαν σε φτώχεια, το ζευγάρι ήταν ευσεβές και αγαπημένο, πάντα πρόθυμο να προσφέρει φιλοξενία στους ξένους.
Μια μέρα, οι θεοί Δίας και Ερμής κατέβηκαν στη γη μεταμφιεσμένοι σε απλούς ταξιδιώτες, για να δοκιμάσουν την καλοσύνη των ανθρώπων. Περιπλανήθηκαν στη Φρυγία, ζητώντας καταφύγιο από πόρτα σε πόρτα, αλλά παντού τους απέρριπταν και τους έδιωχναν. Τελικά, έφτασαν στην ταπεινή καλύβα της Βαυκίδας και του Φιλήμονα.
Παρά τη φτώχεια τους, το ζευγάρι τους υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες και τους προσέφερε ό,τι καλύτερο είχαν, ένα ταπεινό γεύμα και ζεστή φιλοξενία. Καθώς οι θεοί απολάμβαναν το δείπνο, παρατήρησαν πως το κρασί στο πιθάρι δεν τελείωνε, και κατάλαβαν πως οι φιλοξενούμενοί τους ήταν θεοί. Η Βαυκίς και ο Φιλήμων τρομοκρατήθηκαν και προσπάθησαν να προσφέρουν θυσία, αλλά οι θεοί τους σταμάτησαν και αποκάλυψαν την ταυτότητά τους.
Οι θεοί, συγκινημένοι από την ευγένεια και τη φιλοξενία του ζευγαριού, τους πήραν μαζί τους σε ένα βουνό και τους έδειξαν πως η πόλη τους είχε πλημμυρίσει, καταστρέφοντας τα σπίτια των σκληρόκαρδων γειτόνων τους. Η καλύβα τους, όμως, μεταμορφώθηκε σε έναν όμορφο ναό, με μαρμάρινους κίονες και χρυσή στέγη.
Οι θεοί ρώτησαν το ζευγάρι ποια ευχή ήθελαν να εκπληρώσουν. Η Βαυκίς και ο Φιλήμων ζήτησαν να γίνουν ιερείς του ναού και να πεθάνουν μαζί, ώστε να μην χρειαστεί να ζήσει κανείς τους χωρίς τον άλλο. Οι θεοί συμφώνησαν και το ζευγάρι έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους ως ιερείς του ναού.
Όταν έφτασε η ώρα να πεθάνουν, η Βαυκίς και ο Φιλήμων μεταμορφώθηκαν σε δέντρα, μία βελανιδιά και έναν φιλύρα, που στέκονταν δίπλα-δίπλα και αλληλοδιαπλέκονταν τα κλαδιά τους, συνεχίζοντας να είναι ενωμένοι για πάντα.
Ο μύθος του Ερυσίχθονα:
Ο Ερυσίχθονας ο Θεσσαλός ήταν μυθικός γιος του Μυρμιδόνα ή του Τρίοπα και εγγονός του θεού Ποσειδώνα.
Ο Ερυσίχθονας ήταν γνωστός για την ασέβειά του. Μια ημέρα πήρε μαζί του 20 δούλους του και πήγε στο άλσος που είχαν αφιερώσει οι Πελασγοί στη θεά Δήμητρα. Εκεί διέταξε τους δούλους να κόψουν τα δέντρα για να μπορέσει να χτίσει εκεί παλάτι στο οποίο θα γλεντούσε με τους φίλους του. Ανάμεσα στα άλλα δέντρα βρισκόταν και μία πανύψηλη λεύκα που ήταν το αγαπημένο δέντρο της Δήμητρας. Γύρω από τη λεύκα αυτή οι Δρυάδες Νύμφες έψελναν τα όμορφα τραγούδια τους και χόρευαν τους μαγικούς χορούς τους. Ο ασεβής Ερυσίχθονας δεν σταμάτησε το καταστρεπτικό του έργο ούτε μπροστά στο ιερό αυτό δέντρο. Με την πρώτη όμως τσεκουριά που του έδωσε παρουσιάσθηκε ενώπιόν του η ιέρεια της Δήμητρας Νικίππη, που δεν ήταν παρά η ίδια η θεά μεταμορφωμένη. Η ιέρεια προσπάθησε να σταματήσει το κόψιμο των δέντρων, αλλά ο Ερυσίχθονας την απείλησε με την αξίνα του. Η θεά τότε πέταξε τη μεταμφίεση της ιέρειας και εμφανίσθηκε με όλη της τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια. Οι δούλοι σκόρπισαν από δω και από κει, και ήταν έτοιμοι να πεθάνουν από τον φόβο τους. Η Δήμητρα όμως τους λυπήθηκε και τους άφησε να φύγουν χωρίς να τους βλάψει, ενώ τον ασεβή Ερυσίχθονα τον τιμώρησε με ακράτητη πείνα.
Από τη στιγμή εκείνη ο Ερυσίχθων άρχισε να τρώει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Αφού έφαγε ό,τι φαγώσιμο βρισκόταν στο σπίτι του και όλα του τα ζώα, άρχισε να γυρίζει στους δρόμους και να αρπάζει τις προσφορές από τους βωμούς. Οι δυστυχισμένοι οι γονείς του δεν ήξεραν πώς να τον βοηθήσουν. Ο πατέρας του κατέφυγε στον Ποσειδώνα, ο οποίος όμως ήταν εξίσου ανίκανος να θεραπεύσει τον εγγονό του από το κακό που τον βρήκε. Στο μεταξύ ο Ερυσίχθονας βασανιζόταν όλο και περισσότερο από την πείνα. Πούλησε την κόρη του Μήστρα για να αγοράσει τρόφιμα. Αλλά η Μήστρα, που ήταν μάγισσα, επέστρεψε στο σπίτι της και παρακάλεσε και πάλι τον Ποσειδώνα. Ο θεός, μη μπορώντας να βοηθήσει τον Ερυσίχθονα, έδωσε στη Μήστρα την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε διάφορα ζώα και να ξεφεύγει από τον πατέρα της. Μία εκδοχή αναφέρει ότι η Μήστρα, από δική της πρωτοβουλία, εκμεταλλεύθηκε το χάρισμα της μεταμορφώσεως για να πουλιέται ως δούλα συνεχώς και να βοηθά έτσι τον πατέρα της. Αλλά στο τέλος, ο Ερυσίχθονας, μη έχοντας να φάει τίποτα πια, άρχισε να τρώει το ίδιο του το κρέας μέχρι που πέθανε.
Με τον μύθο του Ερυσίχθονα ασχολήθηκαν πολλοί αρχαίοι ποιητές και μυθογράφοι, όπως ο Καλλίμαχος στον έκτο του ύμνο προς τη Δήμητρα, ο Λυκόφρων, ο Νίκανδρος και ο Οβίδιος.
Η Ωραία Ελένη βγήκε μέσα από αυγό
Ο μύθος της γέννησης της Ωραίας Ελένης από αυγό είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και μοναδικούς μύθους της ελληνικής μυθολογίας, με αρκετές παραλλαγές και εμπλοκή θεών και ανθρώπων. Ας εξετάσουμε την εκδοχή αυτή του μύθου αναλυτικά:
Η Λήδα και ο Δίας
Ο Δίας, ο βασιλιάς των θεών, ερωτεύθηκε την όμορφη Λήδα, σύζυγο του βασιλιά Τυνδάρεου της Σπάρτης. Για να την πλησιάσει, μεταμορφώθηκε σε κύκνο. Την ίδια νύχτα, η Λήδα κοιμήθηκε με τον σύζυγό της, Τυνδάρεο. Ως αποτέλεσμα αυτής της διπλής ένωσης, η Λήδα γέννησε δύο αυγά.
Η Γέννηση από Αυγό
Από το πρώτο αυγό βγήκαν η Ελένη και ο Πολυδεύκης (Πόλυξ), που θεωρούνταν παιδιά του Δία λόγω της θεϊκής φύσης του κύκνου. Από το δεύτερο αυγό βγήκαν η Κλυταιμνήστρα και ο Κάστορας, που θεωρούνταν παιδιά του Τυνδάρεου, αν και σε ορισμένες παραλλαγές ο Πολυδεύκης και ο Κάστορας είναι αδέλφια και θεωρούνται και οι δύο θεϊκής καταγωγής.





