Στις 24 Ιανουαρίου 1961, εν μέσω Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν πολύ πιο κοντά σε μια πυρηνική καταστροφή απ’ όσο γνώριζε το κοινό για δεκαετίες.
Εκείνη την ημέρα, ένα βομβαρδιστικό B-52 της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας παρουσίασε σοβαρή βλάβη και διαλύθηκε στον αέρα πάνω από τη Βόρεια Καρολίνα. Το αεροσκάφος μετέφερε δύο πυρηνικές βόμβες υδρογόνου τύπου Mark 39, ισχύος περίπου 4 μεγατόνων η καθεμία.
Οι δύο βόμβες αποδεσμεύτηκαν κατά την πτώση του αεροσκάφους. Η μία κατέβηκε με αλεξίπτωτο και ανακτήθηκε σχετικά εύκολα. Η δεύτερη όμως βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ιστορίας που αργότερα χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πιο επικίνδυνα πυρηνικά ατυχήματα στην αμερικανική ιστορία.
Σύμφωνα με έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν δεκαετίες αργότερα, σχεδόν όλα τα συστήματα ενεργοποίησης της βόμβας λειτούργησαν σαν να επρόκειτο για πραγματική πυρηνική επίθεση. Από τις πολλαπλές δικλείδες ασφαλείας, μόνο μία παρέμεινε ανενεργή, αποτρέποντας την έκρηξη.
Το γεγονός αυτό οδήγησε ορισμένους ειδικούς να υποστηρίξουν ότι οι ΗΠΑ γλίτωσαν από καθαρή τύχη. Αν η βόμβα είχε εκραγεί, οι συνέπειες θα ήταν τεράστιες για τη Βόρεια Καρολίνα και ευρύτερα για την ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ισχύς της ήταν περίπου 260 φορές μεγαλύτερη από εκείνη της ατομικής βόμβας που έπληξε τη Χιροσίμα το 1945.
Το περιστατικό έμεινε γνωστό ως «Goldsboro Incident» και εξακολουθεί να αναφέρεται σε μελέτες και αναλύσεις ως ένα από τα πιο ανησυχητικά παραδείγματα του πόσο εύθραυστη ήταν η πυρηνική ασφάλεια κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Δεν ήταν πάντως η μοναδική φορά που οι ΗΠΑ έχασαν πυρηνικά όπλα. Το 1966, ένα άλλο βομβαρδιστικό B-52 συγκρούστηκε με αεροσκάφος ανεφοδιασμού πάνω από την Ισπανία. Τέσσερις πυρηνικές βόμβες έπεσαν στην περιοχή του Παλομάρες, με δύο να διασκορπίζουν ραδιενεργό υλικό στο έδαφος και μία να χάνεται στη Μεσόγειο για σχεδόν τρεις μήνες. Το περιστατικό αυτό θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα σοβαρότερα πυρηνικά ατυχήματα που έχουν σημειωθεί ποτέ στην Ευρώπη.


