Υπολογίζεται ότι σήμερα μιλιούνται περίπου 7.000 γλώσσες σε όλο τον κόσμο, επιτρέποντας στους ανθρώπους να συνομιλούν, να διηγούνται ιστορίες και να μοιράζονται πληροφορίες. Η ικανότητα να επικοινωνούμε είναι βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης και μια νέα μελέτη υποστηρίζει ότι χρησιμοποιούμε τη γλώσσα πολύ περισσότερο καιρό απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι τώρα, τουλάχιστον εδώ και 135.000 χρόνια, αναφέρει το mymodernmet.
Παρόλο που κάθε γλώσσα έχει το δικό της μοναδικό ήχο και δομή, νέα έρευνα δείχνει ότι και οι 7.000+ γλώσσες που μιλιούνται σήμερα ίσως να προέρχονται από ένα κοινό «γλωσσικό δέντρο». Μια ομάδα ερευνητών από το ΜΙΤ, το Αμερικανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και το Τμήμα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο μελέτησαν τη γενετική των αρχαίων ανθρώπων και διαπίστωσαν ότι η ικανότητα για δημιουργία γλώσσας ήταν πιθανόν ενσωματωμένη στο DNA μας πολύ πριν οι πρόγονοί μας αρχίσουν να μεταναστεύουν σε διάφορα μέρη του κόσμου.
Ο καθηγητής γλωσσολογίας και Ιαπωνικής Γλώσσας και Πολιτισμού στο MIT, Shigeru Miyagawa, και η ομάδα του εξέτασαν 15 διαφορετικές επιστημονικές μελέτες και παρατήρησαν ότι όλες οδηγούσαν στο ίδιο συμπέρασμα: οι άνθρωποι άρχισαν να χωρίζονται σε διαφορετικές ομάδες περίπου πριν από 135.000 χρόνια. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αν η γλώσσα είχε αναπτυχθεί μετά από αυτό τον διαχωρισμό, τότε κάποιες ομάδες ανθρώπων σήμερα ίσως να μην είχαν γλώσσα ή να επικοινωνούσαν με τελείως διαφορετικό τρόπο. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει γεγονός που οδηγεί τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η γλώσσα υπήρχε ήδη πριν διασκορπιστούν οι άνθρωποι στον κόσμο.
«Κάθε ανθρώπινος πληθυσμός στον πλανήτη έχει μια γλώσσα, και όλες οι γλώσσες σχετίζονται μεταξύ τους», εξηγεί ο Miyagawa. «Πιστεύω ότι μπορούμε να πούμε με αρκετή βεβαιότητα ότι ο πρώτος διαχωρισμός συνέβη πριν από περίπου 135.000 χρόνια, άρα η δημιουργία γλώσσας πρέπει να έγινε τότε, ή και νωρίτερα».
Ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι άνθρωποι ίσως να είχαν την ικανότητα να χρησιμοποιούν γλώσσα εδώ και μερικά εκατομμύρια χρόνια, με βάση τον τρόπο που επικοινωνούν άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά, όπως οι πίθηκοι. Όμως, σύμφωνα με τον Miyagawa, η γλώσσα δεν έχει να κάνει μόνο με την παραγωγή ήχων, αλλά κυρίως με τη νοητική ικανότητα να συνδυάζουμε λέξεις και γραμματικούς κανόνες σε ένα σύστημα που μας επιτρέπει να εκφράζουμε σύνθετες ιδέες. Ο ίδιος λέει ότι η ανθρώπινη γλώσσα είναι ξεχωριστή επειδή έχει δύο βασικά στοιχεία: τις λέξεις, που είναι τα ονόματα που δίνουμε σε πράγματα όπως «δέντρο» ή «τρέχω», και τη σύνταξη, δηλαδή τους γραμματικούς κανόνες που μας βοηθούν να βγάζουμε νόημα.
Ο Miyagawa υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι διέθεταν τη νοητική ικανότητα για δημιουργία γλώσσας πριν αρχίσουν να τη χρησιμοποιούν για επικοινωνία. Αρχικά, ίσως να λειτουργούσε ως εσωτερικό εργαλείο σκέψης, αλλά περίπου πριν από 135.000 χρόνια εξελίχθηκε σε κοινωνική επικοινωνία. Ενδείξεις αυτής της μετάβασης εμφανίζονται στην αρχαιολογία περίπου πριν από 100.000 χρόνια, με συμπεριφορές όπως η χάραξη συμβόλων σε σπηλιές και τάφους.
«Η γλώσσα ήταν ο πυροδότης της σύγχρονης ανθρώπινης συμπεριφοράς», λέει ο Miyagawa. «Κατά κάποιο τρόπο, τόνωσε την ανθρώπινη σκέψη και συνέβαλε στη δημιουργία αυτών των συμπεριφορών».
Ο Miyagawa παραδέχεται ότι υπάρχουν ακόμη πολλά να μάθουμε σε αυτόν τον τομέα, αλλά βλέπει μελέτες όπως αυτή ως σημαντικά βήματα προς την κατανόηση του πώς προέκυψε η γλώσσα. «Η προσέγγισή μας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εμπειρικά δεδομένα, στηριγμένα στις τελευταίες γενετικές γνώσεις για τον πρώιμο Homo sapiens», λέει. «Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια καλή ερευνητική πορεία και ελπίζω αυτό να ενθαρρύνει περισσότερο τη μελέτη και την εξέλιξή των γλωσσών».

