Ήταν το μακρινό 1999. Τελευταία χρονιά στο λύκειο και, θεωρητικά, το μόνο που θα έπρεπε να με απασχολεί ήταν οι πανελλήνιες που πλησίαζαν. Πλάκα κάνω! Το μόνο που στριφογύριζε στο μυαλό μου όλη τη χρονιά ήταν ότι, για πρώτη φορά, θα έβλεπα τους Metallica — την αγαπημένη μου μπάντα.
Ναι, ήμουν μεταλλάς (και παραμένω). Εκείνες τις εποχές, οι «φυλές» υπήρχαν έντονα: μεταλλάδες, ravers και κάθε λογής υποκουλτούρες, που σήμερα τείνουν να εκλείψουν. Η νεολαία πλέον, επηρεασμένη από τις νέες μορφές ακρόασης, δηλαδή το streaming, ακούει λίγο απ’ όλα — με έμφαση, φυσικά, στο ραπ.
Το εισιτήριο το είχα πάρει από τους πρώτους, από το υπόγειο του Metropolis στην Πανεπιστημίου, και το είχα κλειδωμένο στο συρτάρι του γραφείου μου — μην τυχόν και αποφασίσει να εξαφανιστεί. Ήταν ιερό.
Οι Metallica βρίσκονταν τότε στην Ευρώπη για την περιοδεία του Garage Inc., του δίσκου με τις διασκευές, ενώ το τελευταίο τους κανονικό άλμπουμ ήταν το Reload. Αλλά ποιος νοιαζόταν για τη δισκογραφία; Θα βλέπαμε ζωντανά τους πατέρες του thrash metal! Και σαν να μην έφτανε αυτό, μαζί τους έπαιζαν και οι τρομεροί Monster Magnet, που μόλις είχαν κυκλοφορήσει το Powertrip — και φυσικά, το είχα λιώσει.
Οι μέρες μέχρι το live περνούσαν βασανιστικά. Η «μούφα» μπλούζα Metallica που είχα αγοράσει από το Μοναστηράκι, ειδικά για την περίσταση, με κοιτούσε κάθε φορά που άνοιγα την ντουλάπα, λες και μου έλεγε: «Άντε, πότε θα με φορέσεις;»
Και ήρθε η μέρα. Με τους φίλους μου ξεκινήσαμε από τα νότια νωρίς το μεσημέρι, με λεωφορεία και ηλεκτρικό, και φτάσαμε στη Ριζούπολη — μια γειτονιά άγνωστη για εμάς. Παντού μεταλλάδες και μεταλλούδες σαν κι εμάς. Νιώσαμε ότι, επιτέλους, βρισκόμασταν στο μέρος που ανήκουμε. Παρά την αφόρητη ζέστη, που μας έκανε να λιώνουμε μέσα στα all black ρούχα μας, η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική.
Οι πόρτες άνοιξαν — ή, καλύτερα, έσπασαν από την πίεση του κόσμου. Οπαδοί με εισιτήρια αλλά και χωρίς πλημμύρισαν το γήπεδο, με την προσέλευση να φτάνει περίπου τις 20.000. Εγώ μπήκα με το ντου, κι έτσι κράτησα το εισιτήριό μου ανέπαφο (το έχω ακόμα!).
Οι Monster Magnet ήταν καταπληκτικοί — αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς, όλοι περίμεναν τους Metallica. Είχαν να έρθουν στην Ελλάδα από το 1993, από την πρώτη τους εμφάνιση στην Αθήνα.
Ο ήλιος έδυε. Το Ecstasy of Gold του Έννιο Μορικόνε, το κλασικό intro κάθε συναυλίας τους, άρχισε να παίζει και το στάδιο δονούνταν. Και τότε, ξαφνικά, βγαίνει ο Hetfield και ουρλιάζει: «So fucking what!» Χάος. Δεν καταλάβαμε τι μας χτύπησε. Μετά το So What, ακολούθησε το Last Caress!
Καπάκια έπαιξαν το Master of puppets και ένιωσα πως θα διαλυθώ από το headbanging και το moshpit. Όλοι γύρω μου έμοιαζαν δαιμονισμένοι. Κι αν εξαιρέσεις δυο-τρεις στιγμές που οι ταχύτητες έπεσαν —όπως στο Nothing Else Matters— η ενέργεια της μπάντας και του νεανικού κοινού ήταν αστείρευτη.
Ορίστε όλο το σέτλιστ:
So What
Last Caress
Master of Puppets
Of Wolf and Man
The Thing That Should Not Be
Fuel
The Memory Remains
Bleeding Me
The Four Horsemen
For Whom the Bell Tolls
King Nothing
Wherever I May Roam
One
Fight Fire with Fire
Encore 1
Nothing Else Matters
Sad But True
Creeping Death
Encore 2
Die, Die My Darling
Enter Sandman
Encore 3
Battery
Το τέλος του live με βρήκε κάθιδρο, να πίνω μονορούφι ένα μπουκάλι 1,5 λίτρου νερό και να προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις ζήσει: Είχα δει την αγαπημένη μου μπάντα, στη μεγαλύτερη συναυλία που είχα παρακολουθήσει μέχρι τότε.
Έχουν περάσει 26 χρόνια από τότε. Έχω δει εκατοντάδες συναυλίες. Τους Metallica τους έχω δει άλλες δύο φορές. Αλλά τα έντονα συναισθήματα που ένιωσα εκείνο το βράδυ, έφηβος ακόμα, βλέποντας στην πόλη μου την μπάντα που λάτρευα, έχουν μείνει αναλλοίωτα στον χρόνο.


