Στις 16 Μαρτίου του 2022, παρουσιάστηκε στα Ιωάννινα το βιβλίο «60 Χρόνια Τρύγος» που έγραψε για τη ζωή του ο Γιάννης Μπουτάρης, σε συνεργασία με την Μαρία Μαυρικάκη.
Ο Δήμαρχος της πόλης Μωυσής Ελισάφ (που έφυγε πριν λίγες μέρες απ’ τη ζωή) είχε κάνει την εξής ομιλία:
Αν ένα βιβλίο μετά την ανάγνωσή του δεν συμβάλλει έστω και ελάχιστα ώστε ο αναγνώστης να προσεγγίσει μαζί με το ατομικό και το κοινό συμφέρον, το ορθό και εφικτό, είναι κάτι λιγότερο και από το μηδέν. Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του επιτυχημένου επιχειρηματία, αλλά και πολίτη, Γιάννη Μπουτάρη δεν ανήκει σ΄αυτή την κατηγορία.
Αντίθετα, πρόκειται για μια αυτοβιογραφία – υποθήκη. Μια υποθήκη που δεν κατηχεί, αλλά που καταθέτει με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον αγώνα που επιβάλλει η ζωή σχεδόν ανεξάρτητα από το οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο για να κερδηθεί το στοίχημα της ύπαρξης. Μια υποθήκη ο αγώνας της οποίας κινήθηκε ακόμη και εκείθεν των άκρων της επιτυχίας, αλλά και των προσωπικών παθών.
Αν ισχύει η διάκριση των εργαζομένων σε εκείνους που λατρεύουν τη δουλειά που κάνουν και που ίσως είναι οι λιγότεροι και στους άλλους που απλώς την υφίστανται και που προφανώς είναι οι περισσότεροι, τότε ο Γιάννης Μπουτάρης σίγουρα ανήκει στην πρώτη κατηγορία.
Αν πάλι σταθούμε στην ιδεατή διάκριση των θεωρητικών ενός επαγγέλματος και των αντίστοιχων μαχητών στην πρώτη γραμμή της πράξης, ο Γιάννης Μπουτάρης δεν ανήκει αποκλειστικά ούτε στη μία ούτε στην άλλη, ανήκει στο συνδυασμό των δύο. Και στη θεωρητική επίγνωση, αλλά και στην πρακτική επαλήθευση της θεωρίας.
Τέλος, αν εμμείνουμε στη διάκριση των εχόντων και κατεχόντων και την αντίστοιχη ιδεολογία τους και των απέναντι με τη δική τους ιδεολογία, ο Γιάννης Μπουτάρης ανήκει σε μια ενδιάμεση κατηγορία: Ανήκει στην κατηγορία των εχόντων και κατεχόντων, αλλά η ιδεολογία του συγγενεύει περισσότερο με εκείνη των απέναντι.
Το σημαντικότερο ωστόσο τολμώ να πω είναι άλλο: Είναι ο τρόπος σκέψης, είναι η στέρεη δομή του τρόπου σκέψης που, ως πολικός αστέρας, κατευθύνει την πορεία της μέσα στην κυματώδη και απειλητική πραγματικότητα, θωρακίζει τη συνέπεια, τη διάρκεια και τέλος προωθεί και την επιχειρηματική επιτυχία.
Σταχυολογώ από το βιβλίο του μερικές δικές του διαβεβαιώσεις που με διαύγεια κρυστάλλου οριοθετούν αυτή τη δομή: «Προσωπικά σέβομαι τη διαφορετικότητα και θεωρώ την ισότητα ανάμεσα στις ποικίλες ανθρώπινες ομάδες αυτονόητη. Απέναντι στον πιο ταπεινό εργάτη και στην Πρόεδρο της δημοκρατίας τρέφω τα ίδια αισθήματα αναγνώρισης και τους αντιμετωπίζω με τον ίδιο τρόπο» «Η αίσθηση να χτυπάω κάποιον που δεν μπορεί να αντιδράσει μου ήταν ανυπόφορη»
«Στη Θεσσαλονίκη, η ανοχή της διαφορετικότητας υπήρχε στην πράξη πολύ πριν γίνει παντού της μόδας στα λόγια».
Γνώριζε ο κ.Μπουτάρης ότι οι κοινωνικοί νόμοι, αν και διαρκώς μεταβαλλόμενοι, ωστόσο πάντα διαμορφώνουν μια κοινωνική δυναμική ή σωστότερα μια κοινωνική διαλεκτική την οποία το άτομο όφειλε πάντα να υπολογίζει. Γνώριζε ακόμη ότι μια αρμονική συνύπαρξη ούτε υπερφυσική κηδεμονία απαιτεί, ούτε μεσσίες. Ο χειραφετημένος και λογικός άνθρωπος αρκεί.
Γράφει, λοιπόν: «Η παράδοση είναι τρόπος εκπαίδευσης απαραίτητος μεν, αλλά συντηρητικός… ό,τι μαθαίνουμε στο σχολείο δεν είναι εσαεί. Μπαίνουν απλά οι βάσεις που αφορούν τον τρόπο σκέψης μας και τη δυνατότητα να εισπράττουμε τα καινούργια που συμβαίνουν. Όσο για το πανεπιστήμιο οι μισές γνώσεις σε πέντε χρόνια είναι άχρηστες, οπότε χρειάζεται να το ψάχνει κανείς μόνος του, να
επιμορφώνεσαι διαρκώς».
«Από τον Τάκη χώνεψα τι σημαίνει πληρώνω τον εργαζόμενο. Τι θα πει πονάει ο εργάτης πώς πρέπει να φέρομαι στον παραγωγό. Από αυτόν και την παρέα του απέκτησα τη σοσιαλιστική μου συνείδηση και όχι διαβάζοντας μαρξιστικά τσιτάτα ούτε πηγαίνοντας σε συγκεντρώσεις».
«Τα περισσότερα διλήμματα τα απαντά η ζωή, αρκεί κανείς να έχει την υπομονή να περιμένει». Ή, κατά Ματθαίον «Ο δε υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται».
Η άποψή του για τις ασχολίες των μοναχών του Αγίου Όρους ήταν: «Δεν αντιλέγω να κάνουν οι καλόγεροι αμπέλια και κρασιά και λάδια κι ό,τι θέλουν, αλλά το προϊόν που βγάζουν να προορίζεται για κοινό σκοπό, όχι για τη τσέπη του ιδιώτη». Γνώριζε ακόμη ότι οι πεποιθήσεις είναι άπειρες. Επειδή όμως η αξίωση της μιάς αλήθειας είναι σταθερή ανάγκη εξίσου αναγκαίος είναι και ο διάλογος για την αναζήτησή της. Η απαίτηση του διαλόγου μπορεί να οδηγεί στο συμβιβασμό έστω και αν αυτός είναι λιγότερο αστραφτερός από τις «καθαρές» και αδιάλλακτες θέσεις.
Όμως ο συμβιβασμός για τον Μπουτάρη είναι μονόδρομος: Για τα θέματα με τη γείτονα Τουρκία δηλώνει: «είμαι υπέρ των συμβιβαστικών λύσεων και σε ένα συμβιβασμό δίνεις και παίρνεις». «Προσάψτε μου όσες μομφές θέλετε επειδή αλλάζω χώρο πολιτικό και δεν μπλοκαρίστηκα σε κάποια ιδεολογία. Σκοπεύω να συνεχίσω να το κάνω και να μη συντηρώ το παρελθόν ενώ οι συνθήκες μεταβάλλονται».
Και αλλού: «Μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται όταν αλλάξεις πέντε νόμους. Πρέπει να αλλάξεις νοοτροπία» Ο κ. Μπουτάρης γνώριζε ότι συχνά οι επαναστάτες μετά την επικράτησή τους γίνονται βολεμένοι. Οι βολεμένοι πάντα και γρήγορα καταλήγουν συντηρητικοί και στη συνέχεια είναι οι συντηρητικοί που γίνονται αντιδραστικοί.
Γράφει, λοιπόν: «… η επαγγελματική μου συνείδηση εκτόπισε σταδιακά τον οίστρο του επαναστάτη, είχαν μείνει μόνο ψήγματα». «Η αλλαγή συνθηκών δημιουργούν αυτόματα νέες δυνατότητες. Γιατί να μείνουν αυτές ανεκμετάλλευτες κι εγώ κολλημένος;». Δεν αρνούνταν τη χρησιμότητα του παρελθόντος. Αναγνώριζε ότι πήρε την επιχειρησιακή σκυτάλη αρκετά προχωρημένη. Δεν αρκέστηκε όμως σ΄αυτό. Έθεσε νέους στόχους να την προωθήσει ταχύτερα. Δεν περιορίστηκε στην παραγωγή και διάθεση κρασιών που παρέλαβε; Ξεκίνησε από τη ρίζα του παραγωγικού κυκλώματος που είναι το ίδιο το αμπέλι.
«Για κάποιους, (αλλά και για τον Μπουτάρη), προβάδισμα έχει η γη με τους καρπούς της».
Κι ακόμη: «Τα πάντα στη ζωή μαθαίνονται, κι όποιος λέει το αντίθετο λέει ψέματα».
Και έγινε πρώτα αμπελουργός και μετά οινοπώλης. Αφού στο μεταξύ τίμησε και το παρελθόν.
Μια κοινωνία αμνημόνων εύκολα διολισθαίνει προς τα λάθη του παρελθόντος. Η επιστροφή στο παρελθόν στόχο να έχει με τι ακριβώς θέλουμε να ταυτίσουμε το δικό μας παρόν, αλλά και την
πορεία μας προς το μέλλον.
Και γράφει: «Αν δε γνωρίζεις το παρελθόν σου, δεν μπορείς να χτίσεις το μέλλον σου». Εκεί όμως που ο Μπουτάρης απογειώνεται και ιδιαίτερα στα μάτια ενός γιατρού, είναι η θριαμβευτική μάχη του με την εξάρτηση από το αλκοόλ, που με τόση αφοπλιστική ειλικρίνεια καταθέτει: Γράφει, λοιπόν: «Ο μηχανισμός της εξάρτησης είναι κοινός για όλες τις ουσίες, φυγή από την πραγματικότητα θέλει ο εξαρτημένος, δοκιμάζει τα πάντα κι όποιο του κάτσει, δεν έχει σημασία το είδος».
« Δυο ποτήρια (κρασί) χαρίζουν υγεία και ανοίγουν τους ορίζοντες, δέκα ποτήρια τους παρανοίγουν… Ανάλογα με τη χρήση που του κάνεις, αλλάζει μορφή, κι από την ευφορία σε πάει στον ξεπεσμό». Αλλά η απογείωση συνεχίζεται θριαμβευτικά: Τη νίκη με το προσωπικό πάθος δεν την κρατά για τον εαυτό του. Όπως άλλωστε και τα αποτελέσματα της επιχειρησιακής επιτυχίας δεν τα ιδιωτικοποιεί. Το προϊόν της επιτυχίας το μοιράζεται και με τους εργαζόμενους, αλλά και με τους κατατρεγμένους. Βοηθάει νέους αμπελουργούς, είναι στο πλευρό των κατατρεγμένων, ανοίγει για
πρώτη φορά κέντρα απεξάρτησης και τα συντηρεί με πολλαπλά ρίσκα. Τίθεται στην υπηρεσία των οικολόγων και δημιουργεί τον «Αρκτούρο» και βραβεύεται.
Και γράφει: «Διευκρινίζω ότι δεν με αφορά το παιγνίδι των λέξεων, αν δηλαδή πρόκειται για μετανάστες οικονομικούς ή λόγω πολέμου, για μένα όλοι είναι πρόσφυγες…. Εκτοπισμένοι και πελαγωμένοι. Βία δεν είναι μόνο οι ένοπλες συρράξεις, βία είναι και η οικονομική ανέχεια».
Κοντολογίς είναι υπέρ της συλλογικής δράσης και όχι μόνον της ατομικής επικράτησης.
«Μετά την αλλαγή του καθεστώτος (στη Βουλγαρία) οι μεγάλοι αμπελώνες μοιράστηκαν στους δικαιούχους σε διάσπαρτα κομματάκια μειώνοντας αισθητά τις μέσες στρεμματικές αποδόσεις. Κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε οι αμπελουργοί να συνεχίσουν ως συνέταιροι, αφού τους αποδοθούν ποσοστά επί των ενιαίων εκτάσεων, ώστε να μη διαταραχτεί η πετυχημένη παραγωγική
διαδικασία».
« Αντιστάθμισμα και αντίτιμο σε όσα διδάχτηκα από την Κουράκου, ήταν τα όσα μετέφερα στους επόμενους. Μακάρι να μη σπάσει η αλυσίδα και ας είναι μερικές φορές ασήκωτη» . Εκεί όμως που πράγματι ο Μπουτάρης συναντά την πλήρη και οδυνηρή έκπληξη είναι όταν συναντιέται ως δήμαρχος πλέον με τη λειτουργία μιας δημόσιας υπηρεσίας, όπως είναι ο δήμος και λέω οδυνηρή έκπληξη γιατί στην πραγματικότητα ουσιαστικά στη συνάντηση αυτή συναντιέται μια εργασιακή κουλτούρα με την απέναντί της. Μια κουλτούρα που εκλάμβανε την εργασία ως πηγή χαράς και δημιουργίας με μια απέναντι που την εργασία απλώς την υφίσταντο. Μια κουλτούρα που μεταξύ των στόχων της εμπεριείχε και την επιδίωξη την επιτυχία να τη διασώσει και να τη διαδώσει και σε άλλους ,ήτοι να της δώσει συνέχεια και διάρκεια με την απέναντί της που σχεδόν είχε αποσυνδέσει τον εργαζόμενο από το προϊόν της εργασίας του.
Εκεί είναι που ήρθαν αντιμέτωποι η επιτυχημένη ιδιωτική πρωτοβουλία με τη ράθυμη υπαλληλική κίνηση: « Το προσωπικό στον ιδιωτικό τομέα», γράφει ο Μπουτάρης, «όταν υπάρχει χρονοδιάγραμμα παράδοσης, δεν κοιτά το ρολόι για να σχολάσει, κοιτά μόνο τι έχει τελειώσει και πόσος χρόνος απομένει για ολοκληρωθούν τα υπόλοιπα. Φανταστείτε λοιπόν τι ψυχρολουσία έπαθα ως δήμαρχος με την περιχαράκωση πίσω από οργανογράμματα και καθηκοντολόγια. Υπάλληλοι σε διπλανά γραφεία επικοινωνούσαν μεταξύ τους με γράμματα, ο καθένας είχε το μπαϊράκι του, άλλος πάλευε με στοίβες χαρτιών κι άλλος δεν ήξερε τι να κάνει το μολύβι του. Καταστάσεις που δεν χωνεύονταν με τίποτε. Ζήτησα τη γνώμη των προϊσταμένων και μου απάντησαν με γενικότητες. Όλοι απείχαν από την ουσία και αποποιούνταν κάθε ευθύνη». …Μαζευτείτε οι εμπλεκόμενοι να κρατήσετε σημειώσεις ποιος θα κάνει τι και σε μια βδομάδα να ξαναβρεθείτε με τα μέμο να
ελέγξετε τί προχώρησε, τι όχι. Τόσο απλό».
Τόσο ίσως απλό στον ιδιωτικό τομέα, τόσο ίσως δύσκολο στο δημόσιο, όπου το σύστημα αναπαρήγε τον εαυτό του. Όμως η υποθήκη του Μπουτάρη παραμένει ή ίδια: Αν ο δημόσιος τομέας κύριος μοχλός της αποτελεσματικής ανάπτυξης μιας χώρας, δεν καταστεί έμπρακτα με ιδιωτικο – οικονομικά κριτήρια αποτελεσματικός, ισοδύναμος και ανταγωνιστικός προς τον ιδιωτικό τομέα τότε οι όποιες λεγόμενες προοδευτικές ιδεολογίες θα εισπράττουν διαρκώς την υστέρηση και την αμφισβήτηση, ενώ το ακροατήριό τους θα μειώνεται διαρκώς. Το αρνητικό αποτέλεσμα – και όχι μακροπρόθεσμα – θα είναι ο ιδιωτικός τομέας να πιέζει την οικονομία και να διευρύνει την επικράτειά της και σε περιοχές υψηλού δημοσίου συμφέροντος όπως ο τομέας της υγείας, της ασφάλειας, της παιδείας κ.ά.π. Αντίθετα η δημοκρατία θα εκπέσει σε θέση άμυνας.
Το θεμέλιο στήριγμα του ιδιωτικού τομέα είναι ο ι δ ι ώ τ η ς του οποίου οι πρωτοβουλίες αποσκοπούν στη διασφάλιση του α τ ο μ ι κ ο ύ συμφέροντος. Το θεμέλιο της δημοκρατίας είναι ο π ο λ ί τ η ς του οποίου οι δράσεις αποσκοπούν ταυτόχρονα και στη διασφάλιση του σ υ λ λ ο γ ι κ ο ύ συμφέροντος. Η αγορά προστατεύει την ατομική ελευθερία. Της δημοκρατίας μέριμνα είναι – ή οφείλει να είναι – η συλλογική ελευθερία.
Για να πάμε προς αυτή την κατεύθυνση ο Μπουτάρης ήδη καταθέτει την άποψή του: Γράφει λοιπόν: «Ανεξάρτητα από το τι ψηφίζουν, πιστεύω πως υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι: οι συντηρητικοί, που θα τους βρεις όχι μόνο στα δεξιά κόμματα αλλά σε όλα ανεξαιρέτως, και οι προοδευτικοί, που επίσης δρουν σε όλες τις πλευρές….Όταν γίνεται κάτι σωστό για πρώτη φορά, οι πραγματικά προοδευτικοί το αγκαλιάζουν χωρίς να νοιάζονται τι σφραγίδα φέρει, αλλά αυτό είναι έξω από τις μεθοδεύσεις των εγκλωβισμένων στα κόμματα».
Παραβιάζω το χρόνο και πρέπει να σταματήσω. Η ζωή του Μπουτάρη είναι κυρίως ένα πολλαπλό μάθημα: Οι υποθήκες του είναι: Πώς θα γλιτώσουμε από τον δογματικό πειρασμό και να κάνουμε χώρο στην περιπλοκότητα του πραγματικού που διαρκώς μεταβάλλεται. Η απόπειρα να λύνονται τα προβλήματα του παρόντος και του μέλλοντος με τα μέσα του παρελθόντος είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η μάχη για την ορθή σκέψη είναι βασικά μάχη κατά των παθών μας. Ενώ είμαστε εμείς που αλλάζουμε τον κόσμο και πάλι είμαστε εμείς που οφείλουμε να προσαρμοζόμαστε στις αλλαγές του. Όσο η απόσταση μεταξύ της ευκολίας των λόγων και του φόβου των πράξεων διευρύνεται τόσο ο τροχός της ιστορίας επιβραδύνεται. Το τι πρέπει να κάνουμε συνδέεται και εξαρτάται άμεσα και από το τι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε. Και μια κοινότητα ανθρώπων σχηματίζεται όταν τα μέλη της έχουν την ίδια άποψη για την έννοια του ορθού.
Και κλείνω με τα λόγια που κλείνει και το βιβλίο: «Ταμπέλες μου κόλλησαν πολλές. Το κάνουμε συχνά. Αρπάζουμε ένα χαρακτηριστικό του άλλου και τον βουτάμε ολόκληρο μέσα». Είναι ο καταστροφικός επαγωγικός τρόπος σκέψης που το μόνο που επιτυγχάνει είναι να απονευρώνει τη σκέψη και να συσκοτίζει την αλήθεια.
Θα μου επιτρέψει ο κ.Μπουτάρης και δυο λόγια για τη γλώσσα του: Αν και μη ειδικός, τη θεωρώ ένα επιτυχημένο μείγμα γλώσσας που διαπραγματεύεται άνετα πολύπλοκα και πολυσύνθετα θέματα, αλλά και μιας άλλης λαϊκής ας την πούμε με τη θετική της εκδοχή ώστε να γίνεται εύληπτη από ευρύτερο ακροατήριο. Μια γλώσσα ωστόσο, που επιχειρεί με επιτυχία «τη σύλληψη της ενότητας του πολλαπλού, όπως θα έλεγε ο Μορέν «και της πολλαπλότητας του ενός».
Μωυσής Ελισάφ
Δήμαρχος Ιωαννίνων

