Το βίντεο με τον αυτόκλητο “συνοριοφύλακα” στον Έβρο που ανερυθρίαστα στοίβαξε μετανάστες σε ένα τρέιλερ και αποφάσισε να δημοσιοποιήσει στα social media την πράξη του, μέσα σε όλα, έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα της Ελληνοαλβανικής ταυτότητας. Αλβανοί μετανάστες έσπευσαν να σχολιάσουν πως μάλλον η κοντή του μνήμη ευθύνεται για το πόσο γρήγορα βούλιαξαν στη λήθη οι μέρες στις οποίες μέσα από τα βουνά με ελπίδες περνούσε τα ελληνοαλβανικά σύνορα θέλοντας να χτίσει ένα ασφαλές παρόν. Το μέλλον φαντάζει κάτι ρευστό και μακρινό όταν έχεις εγκαταλείψει την πατρίδα άρον άρον.
Όλες οι φωτογραφίες του που διέρρευσαν έκαναν σαφή μια επιβιωτική στροφή προς το ελληνικό φαντασιακό. Το αφήγημα του “σωστού Έλληνα”, του “πατρίς, θρησκεία, οικογένεια”. Η εκκλησία σε ρόλο δυναμικού θεσμικού παίχτη, η ελληνική σημαία ένα αποδεικτικό ενσωμάτωσης.
Πολλοί έσπευσαν να καταφερθούν ρατσιστικά εναντίον του Τότα, την ίδια στιγμή που του έδιναν συγχαρητήρια ή και τον προέτρεπαν να ρίξει στον γκρεμό τα “25 κομμάτια” όπως χυδαία τους χαρακτήρισε, μιμούμενος τη στρατιωτική αργκό του Έβρου. Αποτελεί ο Τότα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Αλβανού μετανάστη στην Ελλάδα, που θεώρησε ότι έκοψε δρόμο για την ενσωμάτωση; Είναι η ενσωμάτωση των Αλβανών μεταναστών στη χώρα ένα “success story” ή ζουν στο διάκενο μεταξύ “ξένου” και “Έλληνα”; Πρέπει να απολογηθεί η αλβανική κοινότητα για τη συμπεριφορά του Τότα; Γιατί το ακούσαμε και αυτό. Από τι εξαρτάται η σωστή ενσωμάτωση σαν concept; Γιατί δεν ακούμε συχνά τον όρο Ελληνοαλβανός;
Μιλήσαμε με τέσσερις Αλβανούς μετανάστες δεύτερης γενιάς, την Άντζελα Πάγια, τη Ντενίσα-Λυδία Μπαϊρακτάρη, τον Χρήστο-Αρμάντο Γκέζο και την Αλεξάνδρα Τάνκα για το βίωμα της ενσωμάτωσης σε μια χώρα που “φιλοξενεί”, αλλά δεν αφομοιώνει.
Άντζελα Πάγια: “Η ένταξη των Αλβανών είναι ένα success story, αλλά με την ευρύτερη έννοια της επιτυχίας”
“Περιγράφοντας τη ζωή μου ως Αλβανίδα μετανάστρια δεύτερης γενιάς, θα πω ότι είχα σιγουριά μια διαφορετική παιδική ηλικία. Η συνειδητότητα ότι δεν είμαι γηγενής ήρθε πολύ αργότερα. Θέλω να πω πως η οικογένεια μου αποτελούσε αυτό που ονομάζουμε πρώτη φουρνιά Αλβανών στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια ο πατέρας μου ήρθε κάπου στα τέλη του 1990. Λίγο αφού έπεσε το καθεστώς στην Αλβανία. Εγώ είμαι γεννημένη τέλη του 1989 και ήρθαμε λίγο αργότερα με την Γιαγιά μου κάπου στα μέσα του 1992. Η μητέρα μου ήταν ήδη εδώ κάποιους μήνες και έγκυος στην αδελφή μου που γεννήθηκε στη Λάρισα. Άρα οριακά όλες μου οι παιδικές μνήμες είναι από την Ελλάδα. (Έχω βέβαια πολύ χαραγμένες 2-3 εικόνες από τους ελάχιστους μήνες ζωής μου στην Αλβανία, στο Τσέρρικ όπου και ζούσα).
Οι γονείς μου πέρασαν παρά πολύ δύσκολα. Δεν νομίζω να μπορώ να περιγράψω με λίγα λόγια αυτά που βίωσαν και τα βίωναν κάθε μέρα, πράγματα που αν γινόντουσαν τώρα θα ήταν οριακά ποινικά κολάσιμες πράξεις. Από το πώς τους μίλαγαν στις δημόσιες υπηρεσίες, πώς τους αντιμετώπιζαν οι εργοδότες τους, την χλεύη που μπορεί να είχαν απλά περπατώντας στον δρόμο και τους ξέφευγε καμία λέξη που πρόδιδε την καταγωγή τους έως και το να μην μπορείς να βγεις στους δρόμους μην σε μαζέψουν σε καμία σκούπα και επιστροφή πίσω στην Αλβανία
Η διαφορετικότητα του να είσαι μετανάστευσης, παιδί ξένων δηλαδή, εντοπίζεται στην αρχή σε αυτό που λέμε βασικές ανάγκες. Ένιωθες ότι είσαι σε άλλη αφετηρία. Δεν είχαμε τις ίδιες δυνατότητες με την πλειονότητα των παιδιών. Είτε αυτό αφορούσε τον ρουχισμό μας, είτε την εκπαίδευση μας αργότερα. Έχω πολλά παραδείγματα περιστατικών που περιγράφουν ποσό διαφορετικά μεγάλωσαν τα παιδιά σαν εμάς. Όλα αυτά όμως τα αντιλήφθηκα πολύ αργότερα. Όντως πια φοιτήτρια. Εκεί κατάλαβα ότι εν τέλη η καταγωγή μου στην ελληνική κοινωνία έχει σημασία και μάλιστα έχει και χροιά. Έχει χαρακτήρα και πνοή και οι γηγενείς αναμένουν να ταυτίζεσαι με αυτά (με όλα τα κλισέ του Αλβανού της δεκαετίας του 1990/2000). Μέχρι να τελειώσω το σχολείο οι γονείς μου είχαν φροντίσει να μας έχουν στην φούσκα μας. Πρώτον ενσωματώθηκαν οι ίδιοι πολύ γρήγορα. Μίλαγαν ελληνικά στο σπίτι ( όπως μπορούσαν και σε εμάς κυρίως , όχι τόσο μεταξύ τους) αλλά σίγουρα φρόντισαν να μην έχουμε, ούτε εγώ ούτε η αδελφή μου, στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι θα υπάρξει κανείς που θα μας δει αλλιώς. Πράγμα που να σου πω την αλήθεια μας προστάτευσε πολύ σαν παιδιά. Δεν είχαμε τοξικές σκέψεις περί ρατσισμού αλλά και δεν αντιμετωπίζαμε κανέναν ρατσιστικά. Όμως όταν άρχισα πια να αποτελώ εγώ ενεργό μέλος της κοινωνίας, όχι απλά ξαφνιάστηκα, αλλά δεν μπορούσα να πιστέψω στα αυτιά μου όταν άκουγα σχόλια που μπορεί να αφορούσαν την καταγωγή μου, σε δουλειές, στην σχολή, στις προσωπικές μου συναναστροφές κλπ. Εκεί όντως κατάλαβα αλλά και άρχισα να συνειδητοποιώ και ποσό διαφορετικές ήταν οι συμπεριφορές των Ελλήνων συμμαθητών μου (αλλά και των Αλβανών).
Οι γονείς μου πέρασαν παρά πολύ δύσκολα. Δεν νομίζω να μπορώ να περιγράψω με λίγα λόγια αυτά που βίωσαν και τα βίωναν κάθε μέρα, πράγματα που αν γινόντουσαν τώρα θα ήταν οριακά ποινικά κολάσιμες πράξεις. Από το πώς τους μίλαγαν στις δημόσιες υπηρεσίες, πώς τους αντιμετώπιζαν οι εργοδότες τους, την χλεύη που μπορεί να είχαν απλά περπατώντας στον δρόμο και τους ξέφευγε καμία λέξη που πρόδιδε την καταγωγή τους έως και το να μην μπορείς να βγεις στους δρόμους μην σε μαζέψουν σε καμία σκούπα και επιστροφή πίσω στην Αλβανία (και άντε δώσε λεφτά να περάσεις τα βουνά να έρθεις πάλι). Να θεωρείσαι τυχερός αν δεν μοιάζεις με Αλβανό γιατί έτσι δεν θα σε σταματήσουν για έλεγχο. Μέχρι το 1997-1998 όπου και δόθηκαν τα πρώτα χαρτιά στους Αλβανούς η κατάσταση ήταν μια ζωή στην παρανομία, αλλά σε μια χώρα που διψούσε για εργατικά χέρια. Οι δουλειές πολλές, αλλά χαρτιά τίποτα. Εμείς σε σχέση με τους γονείς μας δεν τα είχαμε αυτά. Εγώ έζησα τα πρώτα μου χρόνια στα Φάρσαλα. Εκεί λοιπόν πήγα από Προνήπιο μέχρι και πρώτη δημοτικού. Με βάφτισαν βέβαια, με χριστιανικό όνομα για να με πάρει το σχολείο. Μέρος της ενσωμάτωσης και αυτό! Αν πρέπει να συγκρίνω την ζωή του ‘μετανάστη’ που έζησα εγώ, σε σχέση με αυτήν που έζησαν οι γονείς μου θα έλεγα ότι εμείς ήμασταν σε πολύ καλύτερη μοίρα. Και σαν παιδιά αλλά και σαν ενήλικες. Όταν εγώ καλέστηκα να εργαστώ, το έκανα νόμιμα, με την άδεια παραμονής μου κλπ, δεν έχω δουλέψει ποτέ παράνομα ή χωρίς ένσημα. Πράγμα που φρόντισαν οι γονείς μου να συμβεί γιατί από την πρώτη μέρα που πήραν χαρτιά ήταν πάντα πολύ πολύ συνεπείς με τους ελληνικούς νόμους και είχαμε πάντα χαρτιά. Και αυτό δεν ήταν εύκολο, οι άνθρωποι μέχρι να μάθουν ελληνικά, να μπορέσουν να ακολουθήσουν όλες τις αλλαγές νομοθεσίας που γινόντουσαν από τα ελληνικά υπουργεία ήταν ένας Γολγοθάς!
Υπάρχουν πολλά θολά σημεία στην ένταξη των Αλβανών στην Ελλάδα. Είναι όμως και success story, αλλά με την ευρύτερη έννοια της επιτυχίας. Το 2005 υπολογιζόταν το εξής: «.. μεταξύ των καλύτερων ΠΕΛΑΤΩΝ οι οικονομικοί μετανάστες. Με συνολικές καταθέσεις που ξεπερνούν τα 3-4 δισ. ευρώ και με εμβάσματα μόνο προς Αλβανία γύρω στα 500 εκατ. ευρώ, αλλά και με μέσο ποσό κατάθεσης διπλάσιο του αντίστοιχου του Έλληνα, αποτελούν ένα «αποδοτικό» πελατολόγιο με 250.000 λογαριασμούς». Στο σήμερα οι Αλβανοί πια έχουν ενσωματωθεί, δεν αποτελούν τον εργάτη γης, ούτε τον οικοδόμο, αλλά εργάζονται σε νευραλγικά πόστα και έχουν μεταπηδήσει σε θέσεις «γραφείου». Τα παιδιά τους έχουν σπουδάσει και πολλά από αυτά κάνουν καριέρα σε ελληνικές και πολυεθνικές. Μερικοί απασχολούνται και στο δημόσιο. Αυτό καταγράφεται ως ένα “success story” φυσικά. Όμως δεν είναι τόσο εύκολο αλλά και μπορούμε τόσο επιφανειακά να το κρίνουμε. Αυτή η επιτυχία δεν οφείλεται στην σύμπνοια δυνάμεων μεταξύ αλλοδαπών και γηγενών. Έγινε ας πούμε από αναγκαιότητα. Έπρεπε να ενταχθούν, να φορολογηθούν και σύντομα να σταθεροποιηθεί η ανεξέλεγκτη είσοδος τους, που καθόλου σύντομη δεν ήταν. Δεν ήταν πρώτο μέλημα της ελληνικού κράτους η ένταξη των Αλβανών. Αυτό φάνηκε από το ποσό άργησαν (κι ακόμα κι τώρα δεν είναι 100% δομημένο) να νομοθετήσουν τις διαδικασίες νομιμότητας των Αλβανών.
Σήμερα που μιλάμε , επί παραδείγματι, ο πατέρας μου είναι 62 ετών, με συνολικά 27 χρόνια νόμιμης εργασίας στην Ελλάδα και δεν κατέχει την ελληνική υπηκοότητα. Αυτό γιατί το ελληνικό Σύνταγμα είναι το λεγόμενο «κλειστό» και η κτήση της υπηκοότητας είναι δύσκολο πράγμα, αλλά και λόγω των πολλών γραφειοκρατικών διαδικασιών και των συνεχόμενων νομοθετικών αλλαγών που δεν έχουν καμία συνοχή μεταξύ τους. Τα όσα ανέφερα παραπάνω, αφορούν ας πούμε τις δράσεις που έλαβε ή όχι το κράτος για αυτή την ένταξη, η οποία ήρθε επιτελικά κι όχι δομικά. Αυτό γιατί αν πάμε στην άλλη πλευρά της ένταξης, ο αλβανικός λαός στην προσπάθεια του να ενταχθεί γρήγορα και αποδοτικά στην κοινωνία ήταν έτοιμος είτε να απαρνηθεί την ίδια την καταγωγή του είτε να την ενστερνιστεί τόσο πολύ που άγγιζε τα όρια του να είναι ρατσιστής ο ίδιος πια. Το γνωστό: «οι παππούδες μας, μετανάστες εμείς ρατσιστές».
Έχουμε ένα πολύ περίεργο κράμα Ελληνοαλβανών δεύτερης γενιάς στο οποίο θα βρεις τα πάντα. Ελληνοαλβανούς που δεν προσδιορίζονται σε καμία περίπτωση Αλβανοί. Ελληνοαλβανούς που προσδιορίζονται ΜΟΝΟ Αλβανοί και Ελληνοαλβανους που ούτε το ένα θα σου πουν ούτε το άλλο! Πάντως κανείς, από καμία πλευρά (Έλληνας, Αλβανός, Ελληνοαλβανός) δεν θα σου πει τον όρο Ελληνοαλβανός. Αυτό γιατί αυτή η «ένταξη» που με ρωτάς δεν έχει – ακόμα – βαθιές ρίζες. Έτσι όπως έχει γίνει αυτή η ένταξη υποκρύπτει εσωτερικευμένο ρατσισμό. Θα σε εκπλήξω αν σου πω πόσες φορές εγώ έχω δεχτεί ρατσισμό από Αλβανούς γιατί δεν προσδιορίζομαι ως τόσο Αλβανίδα αλλά κι από Έλληνες που θα σε κοιτάξουν με έκπληξη όταν τους πεις: είμαι Ελληνοαλβανή. Δεν είναι τόσο σεξυ μάλλον όσο το Ελληνοαμερικανός.
Η περίπτωση του Αποστόλη Τότα στον Έβρο είναι χαρακτηριστική ορισμένων Αλβανών που θεώρησαν πως για να ενσωματωθούν πρέπει να αφομοιώσουν το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» του «σωστού Έλληνα». Και είναι και μοτίβο. Να μην ξεχάσουμε εδώ πως κάποια πρωτοπαλίκαρα της τότε ΧΑ ήταν Αλβανοί! Αυτό γιατί αυτή η ενσωμάτωση, όπως καταγράφεται στο σύνολο της κοινωνίας δεν είναι δομική. Γιατί στην ουσία της ελληνικής κοινωνίας ο «Αλβανός» αποτελούσε βρισιά. Πώς είναι δυνατόν όποτε μέσα σε λίγα χρόνια αυτή η μνήμη να σβηστεί, να εξαλειφθεί; . Είναι εκεί. Σε όλα τα επίπεδα. Σε όλες τις πλευρές της κοινωνίας. Χρειάζονται ακόμα χρόνια κοινωνικής ωριμότητας έτσι ώστε να μπορεί χωρίς ταμπού ο Αλβανός να δηλώσει την καταγωγή του. Και να την δηλώσει με όποιον τρόπο εκείνος την νιώθει. Χωρίς να δεχτεί ρατσισμό ούτε από Έλληνα ούτε από Αλβανό.
Υπάρχει ένα μεγάλο κενό σε αυτό, που οδηγεί σε μια ζωή στο διάκενο. «Ούτε ξένος, ούτε Έλληνας». Αυτό το καταγράφουν αρκετοί δικοί μου άνθρωποι από τον περίγυρο μου. Εγώ μπορώ και περήφανα, δηλώνω Ελληνοαλβανή. Έχω συναισθήματα και για τις δυο χώρες! Όμως αυτό το κάνω γιατί για μένα η έννοια της Εθνικής ταυτότητας δεν αποτελεί τίποτα άλλο από αυτό που είναι. Μια δήλωση καταγωγής. Είτε ήμουν Ελληνοαμερικανίδα, είτε ήμουν Σουηδή θα ήταν ακριβώς το ίδιο για μένα. Η εθνική μου ταυτότητα και η υπηκοότητα μου δίνουν απλά μια παραπάνω πληροφορία για την ζωή μου, οριακά χρήσιμη για τον συνομιλητή μου. Έχουν σφυρηλατήσει την προσωπικότητα μου αλλά σε επίπεδο τέτοιο που να μην ξεπερνάει τις άλλες εμπειρίες μου. Τις σπουδές μου, την καριέρα μου κλπ. Είναι ένας μέρος μου, δεν με ορίζει άρα και δεν έχω την ανάγκη να πάρω το μέρος είτε το ενός είτε του άλλου! Και οι δυο πλευρές μου είναι εδώ. Τις κουβαλάω μέσα μου όπως κουβαλάω κάθε μου εμπειρία.
Όχι, δεν πρέπει να «απολογηθούν» οι Αλβανοί για ό,τι έκανε ο Τότα! Να το πω έτσι όπως το νιώθω, αν κάποιος έπρεπε να απολογηθεί για την πράξη του Τότα, είναι η Ελληνική κοινωνία.
Αν με τον όρο «εσωτερικευμένος ρατσισμός», εννοούμε τον ρατσισμό των Αλβανών κατά των Ελλήνων ή τον ρατσισμό των Αλβανών κατά των άλλων αλλοδαπών καθόλου δεν είναι αφήγημα. Οι μειονότητες δεν έχουν ανοσία στα αρνητικά ερεθίσματα της κοινωνίας που ζουν! Σε μια κοινωνία που ευδοκιμούν οι προκαταλήψεις και στη λαϊκή συνείδηση και πολιτισμό, οι μετανάστες βομβαρδίζονται με αντίστοιχα μηνύματα. Άραγε πόση αντίσταση να αποκτήσεις όταν ζεις σε μια κοινωνία που αποτελείς μειονότητα που βάλλεται καθημερινά (ειδικότερα στα πρώτα μας χρόνια εδώ). Είναι στην φύση μας να θέλουμε να ανήκουμε στους πολλούς, να γίνουμε αποδεκτοί. Άρα το πρώτο που θα συμβεί είναι να προσπαθήσει κάποιος να αποσχιστεί από την μειονότητα και να μεταπηδήσει στην ολότητα. Όταν λοιπόν η ολότητα έχει συγκεκριμένες πεποιθήσεις, αυτές θα ακολουθήσουν τα νέα μέλη της. Δεν αποτελεί κανόνα βέβαια, γιατί συνήθως υπερισχύουν οι δικές μας μνήμες. Υπήρξαμε οικονομικοί μετανάστες, πολύ φτωχοί, οι απόκληροι της κοινωνίας. Αυτοί που εντυπωσιάζεσαι όταν τους συναντάς σε πανεπιστήμια, εταιρίες κι όχι μόνο στις οικοδομές και στα καφέ που σε εξυπηρετούν. Ούτε αυτή η μνήμη σβήνει.
Μπορεί σαφέστατα σαφέστατα να υπάρξει σωστή ενσωμάτωση. Εξαρτάται από την ωριμότητα της κοινωνίας που είναι αποδέκτης του μεταναστευτικού κύματος, αλλά και της συνολικής Ευρωπαϊκής και Παγκόσμιας αλλαγής νοοτροπίας για την έννοια της μετανάστευσης. Ένας πολύ σημαντικός παράγοντας βέβαια είναι και οικονομικοί πόροι της χώρας υποδοχής. Άρα εδώ χρειαζόμαστε νομοθετικές ρυθμίσεις, τέτοιες που δεν θα φέρνουν τους πολίτες σε καθημερινές συγκρούσεις και αντιμέτωπους με δυσάρεστες καταστάσεις, κοινωνικό κράτος δικαίου, αυτό που ακούγεται πολύ τελευταία, κοινωνική αλληλεγγύη. Σε ένα γενικότερο πλαίσιο χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος δικαίου που να εναρμονίζει τους κανονιστικούς θεσμούς με τον ανθρωπισμό και την αλληλεγγύη. Και ακόμα πιο απλά: νομοθετείστε επιτέλους με δικαιοσύνη και λογική. Η κοινωνία θα ακολουθήσει.”
Ντενίσα-Λυδία Μπαϊρακτάρη: “Όσο οι γονείς μας δεν έχουν ελληνική υπηκοότητα κι ας ζουν στην Ελλάδα 30 χρόνια, και όσο τους στερούν το δικαίωμα σε πλήρη σύνταξη, τότε όχι δεν μπορούμε να μιλάμε για success story”
“Μεγαλώνοντας προσπαθούσα να μη με προσδιορίζει το γεγονός πως ήμουν κόρη μεταναστών. Τώρα δηλώνω περήφανη μετανάστρια. Μέχρι και τατουάζ το έχω κάνει. Έκανα από την εφηβεία και μετά -όχι εσκεμμένα- παρέα μόνο με Έλληνες, μπαινόβγαινα στα σπίτια τους κι εκείνοι στο δικό μου. Οι φίλες μου είναι οικογένειά μου κι εγώ δική τους. Κάπως ξεχνούσα πολλές φορές ότι εκείνες είναι Ελληνίδες κι εγώ όχι. Αυτό ήταν ένα είδους δίκοπο μαχαίρι και το αντιλαμβάνομαι τώρα που είμαι πια 32 χρονών. Από τη μια δε με έκανε ποτέ να νιώθω διαφορετική, από την άλλη όμως αισθάνομαι πως έχασα πολλά κομμάτια της αλβανικής μου ταυτότητας, ειδικά στην εφηβεία και τώρα τα αποζητώ. Στο κάτω-κάτω το να είσαι διαφορετικός είναι γαμάτο.
Δεν ντρεπόμουν ποτέ για την αλβανική μου καταγωγή, ούτε το έκρυβα, απλά ήθελα να μη με βλέπουν μόνο ως Αλβανίδα. Τώρα δε με νοιάζει, μπορεί και να μου αρέσει καμιά φορά. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως δεν αντιλαμβανόμουν τον ρατσισμό, ακόμα κι αν δεν τον βίωνα προσωπικά. Με τσάκιζε κάθε φορά που άκουγα ειδήσεις για κακούς Αλβανούς ή όταν ξεκινούσε όλη εκείνη η παρανοϊκή συζήτηση για τις σημαίες στις παρελάσεις. Το ίδιο πολύ με τσάκιζε και ο συστημικός ρατσισμός. Το γεγονός πως ο πατέρας μου έπρεπε να στήνεται με τις ώρες στις ουρές για να πάρει τελικά μια ληγμένη άδεια παραμονής με εξαγρίωνε. Ακόμα με εξαγριώνει. Τώρα στον θυμό μου έχει προστεθεί και το θέμα των συντάξεων των μεταναστών.
Όσο για το βίωμα των γονιών μου, μπορώ να πω πως είμαι από τους τυχερούς. Οι γονείς μου δεν ήταν ποτέ δουλοπρεπείς, κάτι που συμβαίνει με πολλούς μετανάστες, όχι μόνο Αλβανούς, και είναι μια συζήτηση που κάποτε πρέπει να κάνει η δεύτερη γενιά, και έλεγαν τόσο σε εμένα όσο και την αδερφή μου ότι δεν πρέπει να σκύβουμε το κεφάλι, απλά και μόνο επειδή είμαστε ξένες. Μας έμαθαν ότι δεν έχουμε τίποτα να ζηλέψουμε από τους Έλληνες συμμαθητές και φίλους μας. Και όλα αυτά χωρίς να τα πουν με λόγια, απλά με τον τρόπο που ζούσαν τη ζωή τους ως μετανάστες στην Ελλάδα. Μεγαλώσαμε στα Σεπόλια και στη γειτονιά ήμασταν πολλές οικογένειες που είτε είχαμε συγγενικό δεσμό είτε καταγόμασταν από τα ίδια χωριά. Μαζευόμασταν σε σπίτια και αυλές, κάναμε γλέντια, μιλούσαμε δυνατά αλβανικά, τραγουδούσαμε ακόμα πιο δυνατά αλβανικά παραδοσιακά τραγούδια και δεν απολογούμασταν. Νομίζω αυτό το τελευταίο είναι και το πιο σημαντικό.
Όσο οι γονείς μας δεν έχουν ελληνική υπηκοότητα κι ας ζουν στην Ελλάδα 30 χρόνια, και όσο τους στερούν το δικαίωμα σε πλήρη σύνταξη, τότε όχι δεν μπορούμε να μιλάμε για success story.
Η περίπτωση του Αποστόλη Τότα είναι η περίπτωση ενός σκατόψυχου ρατσιστή, που του αξίζει να σαπίσει σε κάποια φυλακή. Δε νομίζω πως ο συγκεκριμένος το έκανε για να μπορέσει να ενσωματωθεί. Το έκανε απλά γιατί είναι ρατσιστής. Πολλοί μετανάστες είναι ρατσιστές, ακόμα κι αν έχουν βιώσει ρατσισμό. Δυστυχώς, το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Πολλοί Αλβανοί ίσως βαφτίστηκαν ή σταμάτησαν να μιλούν αλβανικά ακόμα και στα σπίτια τους για να «γίνουν Έλληνες», αυτό ναι μπορώ να το πω. Αλλά όχι, κανείς δε γίνεται ρατσιστής από τη μια μέρα στην άλλη, απλά και μόνο για να ενταχθεί κάπου. Αυτό το φέρεις μέσα σου.
Εμένα δε με νοιάζει πια να με αποδεχτεί ο Έλληνας της διπλανής πόρτας, ούτε το αν θα με κοροϊδέψουν για την προφορά μου όταν γυρνάω στην Αλβανία.
Δεν έχω καταλάβει γιατί πρέπει να είσαι ή το ένα ή το άλλο. Μπορείς απλά να είσαι ένας Αλβανός στην Ελλάδα και να απολαμβάνεις όλα τα δικαιώματα που υποχρεούται να σου παρέχει το κράτος, ειδικά αν είσαι σωστός στις υποχρεώσεις σου απέναντί του. Είμαστε μετέωροι απλά και μόνο επειδή οι υπεύθυνοι επιλέγουν να μας αφήνουν μετέωρους. Μου πήρε 22 χρόνια να πάρω ελληνική υπηκοότητα. Το ελληνικό κράτος έμοιαζε να το ενδιαφέρει μόνο το παράβολο που του κατέθετα κάθε δύο χρόνια για να μπορώ να έχω άδεια παραμονής και το αλβανικό κράτος δε διεκδίκησε ποτέ τίποτα για μας.
Εμένα δε με νοιάζει πια να με αποδεχτεί ο Έλληνας της διπλανής πόρτας, ούτε το αν θα με κοροϊδέψουν για την προφορά μου όταν γυρνάω στην Αλβανία. Θέλω μόνο το κράτος να με αντιμετωπίζει ως ίση και δυστυχώς έχουμε πολύ δρόμο μέχρι να γίνει αυτό.
Φυσικά, και δεν πρέπει η αλβανική κοινότητα να απολογηθεί για τις απάνθρωπες πράξεις του Τότα. Δε βγήκαν οι σχεδόν 1 εκ. Αλβανοί που ζουν στην Ελλάδα με δάδες στους δρόμους να κυνηγούν κατατρεγμένους πρόσφυγες. Βγήκε ο Αποστόλης Τότα, ας απολογηθεί εκείνος λοιπόν, πρώτα και κύρια στη δικαιοσύνη και μετά στη συνείδησή του, αν έχει.
Από την προσωπική μου εμπειρία, δεν μπορώ να κάνω λόγο για εσωτερικευμένο ρατσισμό. Εγώ δεν έχω εντοπίσει κάτι τέτοιο, τουλάχιστον στον κύκλο μου. Υπάρχουν όμως, Αλβανοί ρατσιστές, γιατί μη νομίζετε πως η αλβανική κοινωνία διαφέρει και τόσο από την ελληνική.
Το θέμα της ενσωμάτωσης είναι κάτι που με έχει απασχολήσει πολύ τα τελευταία χρόνια και δεν ξέρω ακόμα που στέκομαι. Δηλαδή, ακούμε συχνά πως οι Αλβανοί είναι ένα επιτυχημένο παράδειγμα ενσωμάτωσης στη χώρα, αλλά τι σημαίνει τελικά αυτό; Στο μυαλό μου είναι σαν να λέει κάποιος, «κοίτα αυτοί ενσωματώθηκαν, είναι καλοί μετανάστες, ενώ οι υπόλοιποι είναι κακοί». Γενικά είναι μια έννοια που νομίζω δεν έχει ξεκάθαρο ορισμό. Δηλαδή, εμένα η μητέρα μου μεγάλωσε εδώ τις κόρες της και ζει στην ίδια γειτονιά από το 1997, δε μιλά καλά ελληνικά όμως, ούτε ξέρει να γράφει ελληνικά. Θεωρείται επιτυχημένη περίπτωση ενσωμάτωσης; Αν ήταν ακριβώς η ίδια γυναίκα με την ίδια ακριβώς ζωή, αλλά φορούσε μαντήλα και προσευχόταν πέντε φορές την ημέρα, θα λέγαμε ότι έχει ενσωματωθεί; Νομίζω πως όχι. Για μένα όλα ξεκινούν από την πολιτεία και όσο υπάρχει συστημικός ρατσισμός, δεν ξέρω αν έχει νόημα να μιλάμε για επιτυχημένη ή μη ενσωμάτωση.”
Χρήστος-Αρμάντο Γκέζος: “Σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό οι Αλβανοί έχουν διαψεύσει τα στερεότυπα των προηγούμενων δεκαετιών, έχοντας διαπρέψει σε πλήθος πεδίων”
“Ως μετανάστης ξεκινάς κάθε φορά όχι από το 0, αλλά από το -100. Οτιδήποτε κι αν θες να πετύχεις στη ζωή σου. Και όταν μιλάμε για μετανάστες, ας ξέρουμε τι εννοούμε: δεν μιλάμε για περιπτώσεις τώρα Ελλήνων πχ που πήγαν στη Γερμανία να διδάξουν σε πανεπιστήμιο – γιατί ακούω συχνά και τέτοιες περιπτώσεις να απολαμβάνουν την αυτοθυματοποιήση του κατατρεγμένου. Όχι φυσικά πως κάθε φυγή δεν έχει το κόστος της, αλλά να μην συγκρίνουμε ανόμοια. Εγώ προσωπικά είχα πολύ διαφορετικές προκλήσεις να αντιμετωπίσω σε σχέση με όλα τα μέλη της οικογένειάς μου, όντας ο μικρότερος και ο μόνος που πήγε σχολείο και πανεπιστήμιο (στην Ελλάδα τουλάχιστον, γιατί ο πατέρας μου στην Αλβανία ήταν γεωπόνος και δάσκαλος Γυμνασίου), άρα ακολούθησε μια άλλη πορεία ζωής. Αυτό ήταν ένα ακόμη στοιχείο που επέτεινε την αποξένωση και την μοναξιά, αλλά όσο μεγαλώνεις, μαθαίνεις και κατανοείς, έρχεται μια σύγκλιση με το βίωμα και των άλλων. Οι γονείς μου άφησαν τον τόπο τους, τα σπίτια τους, τις μνήμες του, ήρθαν σε μια χώρα χωρίς ρόλο, χωρίς παρελθόν, με στιγμιαία και χαώδη καταρράκωση του κοινωνικού τους στάτους. Εγώ αυτά δεν γινόταν να τα αντιληφθώ ως παιδί και έπρεπε να ζήσω κι ο ίδιος μέσα στην κοινωνία για να κατανοήσω το ιλιγγιώδες βάρος τους.
Η περίπτωση του Τότα χαρακτηριστική δεν είναι σε καμία περίπτωση. Υπάρχουν σίγουρα Αλβανοί που έχουν στραφεί προς τα Ακροδεξιά, αλλά αυτό δεν είναι κάτι πρωτοφανές.
Η ένταξη των Αλβανών στην Ελλάδα είναι ένα story εν εξελίξει. Σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό οι Αλβανοί έχουν διαψεύσει τα στερεότυπα των προηγούμενων δεκαετιών, έχοντας διαπρέψει σε πλήθος πεδίων και απολαμβάνοντας πια μια ποιότητα ζωής που κάποτε φάνταζε άπιαστο όνειρο. Αυτό βέβαια δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη, αφού αφενός στην Ελλάδα εισέρρευσε τεράστιος αριθμός Αλβανών, αφετέρου οι λαοί που μεταναστεύουν μαζικά έχουν συνήθως εξαιρετικά μεγάλο κίνητρο για πρόοδο. Από εκεί και πέρα, πολλά πράγματα όντως δεν αγγίζονται. Στην Ελλάδα αγνοούν ακόμα, ή τώρα μαθαίνουν σιγά σιγά, πόσα κοινά υπάρχουν στη συμπεριφορά των δύο λαών. Ακόμα και τα ζητήματα της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, στην Ελλάδα εν πολλοίς είναι άγνωστα: ο κόσμος δεν ξέρει και δεν νοιάζεται να μάθει.
Η περίπτωση του Τότα χαρακτηριστική δεν είναι σε καμία περίπτωση. Υπάρχουν σίγουρα Αλβανοί που έχουν στραφεί προς τα Ακροδεξιά, αλλά αυτό δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Είμαι σίγουρος πως θα μπορούσαν να βρεθούν μέχρι και μαύροι στην Κου-Κλουξ-Κλαν. Ο ρατσισμός και ο φασισμός δεν είναι αυτόφωτα φαινόμενα, η όποια ιδεολογία τους είναι εξαιρετικά σαθρή – έχουν να κάνουν περισσότερο με απόνερα ψυχικών ελλειμμάτων. Οι περισσότεροι Αλβανοί έχουν ενσωματωθεί μέσω δουλειάς, προκοπής και σπουδών.
Κάπως έτσι είναι. «Ούτε Έλληνας, ούτε ξένος». Αλλά μαθαίνεις να ζεις με αυτό και μπορεί να καταλήξει μέχρι και πλεονέκτημα. Τα αποκαλώ συχνά κάτι τέτοια “παιδικές ασθένειες”: είναι σοβαρά προβλήματα μέχρι να φτιάξεις όπως θες τη ζωή σου.
Είναι ένα πολύ σύνθετο ζήτημα η ενσωμάτωση και εξαρτάται κάθε φορά από πολλούς παράγοντες. Αλλιώς θα συζητηθεί η ενσωμάτωση Αλβανών στην Ελλάδα και αλλιώς μουσουλμάνων από τη Μέση Ανατολή. Το δύσκολο βέβαια σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι κάθε φορά στην συζήτηση εισβάλλουν ιδεοληψίες και προσωπικά κίνητρα – και από τους μεν και από τους δε. Η αρμονική συνύπαρξη των κοινωνιών είναι το μόνο που έχουμε, είναι βασικά αυτό για το οποίο όλα γίνονται, από αρχαιοτάτων χρόνων.”
Αλεξάνδρα Τάνκα: “Να γεννιέσαι σε ένα μέρος. Να γερνάς σε ένα άλλο. Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δυο μέρη”
“Νιώθω ότι οι διαφορά μας με τους γονείς μου έγκειται στο γεγονός ότι εκείνοι δεν επιζητούσαν τόσο την ενσωμάτωση για εκείνους, όσο για εμάς, τα παιδιά τους. Ότι έκαναν ήταν για ένα καλύτερο μέλλον για εμάς. Δεν νομίζω ότι σκέφτηκαν ποτέ ότι έμεναν για πάντα στην Ελλάδα, ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης μετανάστευσαν. Ήθελαν να ετοιμάσουν το έδαφος ώστε να έχουμε τις ίδιες ευκαιρίες με τα παιδιά των Ελλήνων, να μην μας λείψει τίποτα και να μην δυσκολευτούμε τόσο στη ζωή μας, όπως έπρεπε να κάνουν εκείνοι.
Πολλοί Αλβανοί όταν ήρθαν στην Ελλάδα ένιωθαν αμήχανα όταν πρόφεραν τα ονόματα τους περίεργα ή δεν ήθελαν να δείχνουν με το “καλημέρα” ότι είναι Αλβανοί. Κι έτσι αποφάσισαν να αλλάξουν τα ονόματα τους και να “ελληνοποιηθούν”, ως μια προσπάθεια ενσωμάτωσης.
Προσωπικά, από τον δικό μου περίγυρο και από όσα δεν κατάφεραν οι συγγενείς μου στην Ελλάδα, σε καμία περίπτωση δεν χαρακτηρίζεται success story. Σε ποια επιτυχία αναφερόμαστε άλλωστε όταν έχεις παιδιά που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και δεν αναγνωρίζονται καν από το κράτος ως Έλληνες; Μιλάμε για παιδιά τα οποία μπορεί να μην έχουν πατήσει καν το πόδι τους στην Αλβανία. Παιδιά που έχουν ζήσει μονάχα εντός των ελληνικών συνόρων, που δεν μιλούν γρι αλβανικά, που μεγάλωσαν με τα ελληνικά έθιμα. Για χρόνια μια από τις θείες μου προσπαθούσε να βγάλει ταυτότητα ελληνική δεδομένου ότι είναι παντρεμένη με ομογενή, για να μπορέσει να έχει έστω μια σύνταξη. Κάτι που βεβαίως δεν θα καταφέρει, όχι μόνο γιατί δεν έχει τα “χαρτιά” -μια λέξη που ηχεί πραγματικά με τόσο πόνο στα αυτιά των Αλβανών- αλλά και επειδή βεβαίως βιοποριζότανε μόνο μέσω της “μαύρης” εργασίας”. “Ήρθαμε στην Ελλάδα και κολλήσαμε εδώ για πάντα”. Αυτό που είπε χαρακτηριστικά πρόσφατα.
Κάπου είχα διαβάσει ότι το Αποστόλης δεν είναι το πραγματικό του όνομα (του Τότα). Δεν ξέρω αν είναι βέβαια αλήθεια, αλλά δεν θα μου έκανε εντύπωση αν ήταν. Πολλοί Αλβανοί όταν ήρθαν στην Ελλάδα ένιωθαν αμήχανα όταν πρόφεραν τα ονόματα τους περίεργα ή δεν ήθελαν να δείχνουν με το “καλημέρα” ότι είναι Αλβανοί. Κι έτσι αποφάσισαν να αλλάξουν τα ονόματα τους και να “ελληνοποιηθούν”, ως μια προσπάθεια ενσωμάτωσης. Αρκετοί ήταν μάλιστα και εκείνοι που μπήκαν στη διαδικασία ακόμα και να βαφτιστούν, ώστε να αλλάξουν την εικόνα εκείνοι του άθεου Αλβανού που τρομοκρατούσε τον Έλληνα θρήσκο. Έτσι ο Gjergi έγινε Γιώργος, ο Sandri έγινε Αλέξανδρος και ο Αποστόλης έγινε ο Αλβανός με την ελληνική σημαία στο Facebook.
“Να γεννιέσαι σε ένα μέρος. Να γερνάς σε ένα άλλο. Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δυο μέρη”. Δεν θέλω να μιλάω εκ μέρους όλης εκείνης της γενναίας γενιάς μεταναστών που με μόνο δυο παπούτσια στο χέρι και μερικά λεκ, αφήνοντας πίσω οικογένειες και μια πατρίδα που έχτισαν μόνοι τους, βρήκαν να θάρρος να βρεθούν σε μια ξένη χώρα. Πάντα, ζώντας τους, ένιωθα σαν να είχε μπει η ζωή τους σε μια μεγάλη, ατελείωτη παύση. Μια παύση που για τους περισσότερους κρατάει περίπου 30-35 χρόνια, μέχρι να μεγαλώσουν τα παιδιά και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Κάποιοι άλλοι δεν πρόλαβαν. Και πέθαναν μόνοι σε ένα ξένο χώμα.
Νομίζω θα κρυβόμασταν πίσω από το δάχτυλό μας αν δεν δεχόμασταν ότι όταν γίνεται κάτι άσχημο από κάποιον ξένο, τότε τσουβαλιάζονται όλοι οι υπόλοιποι της εθνικότητάς του. Έτσι και τώρα, οι Αλβανοί νιώθουν ότι θα τους δείχνουν με το δάχτυλο φέρνοντας ως παράδειγμα ένα τέρας που μόνο με τους συνανθρώπους τους δεν μοιάζει.
Κι όμως βλέπουμε ρατσιστικό λόγο Αλβανών κατά άλλων μειονοτήτων, όπως των Πακιστανών. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ωστόσο που μπορεί να βασίζεται για τον καθέναν ξεχωριστά. Με μια γρήγορη εκτίμηση, ίσως να έλεγα ότι προέρχεται από την ανάγκη του Αλβανού να σταματήσει να νιώθει ξένος. Και πως με την επίθεση προς κάποιου άλλου που προέρχεται από ένα νέο μεταναστευτικό ρεύμα, καταφέρει να νιώσει ενσωματωμένος.
Η ενσωμάτωση δυστυχώς δεν νομίζω πως μπορεί να επιτευχθεί όσο η Ελλάδα παραμένει απλώς μια χώρα που “φιλοξενεί”, μονάχα, τους μετανάστες. Η Αλβανοί είναι ένας λαός τόσο ποικιλόμορφος. Έχει μουσουλμάνους, έχει χριστιανούς, έχει άθεους. Στην Ελλάδα δεν είμαστε ανοιχτοί σε τόση διαφορετικότητα. Επαιτεί να είσαι εκείνος με το ελληνικό όνομα και το παιδί εκείνο που στο σχολείο θα πρέπει κάθε πρωί να κάνει τον σταυρό του. Και πραγματικά, ενώ έγραφα την τελευταία φράση, σκεφτόμουν μόνο πρωτόγνωρο ήταν για την μητέρα μου, η μέρα εκείνη που γύρισα σπίτι και έπρεπε να με βοηθήσει να μάθω το ποίημα της “Προσευχής”. Τελικά μάλλον έπρεπε να το μάθουμε και οι δυο.”





