Όταν σου στέλνουν ένα meme στο Messenger ή μια έξυπνη απάντηση στο Instagram, και θες να είσαι λίγο ευγενικός, ενδεχομένως να πιάσεις και την κουβέντα, δεν κάνεις απλώς reaction. Απαντάς. Είτε με ένα emoticon που κλαίει από τα γέλια είτε με ένα «γελάω» ή «κλαίω». Παλιά γράφαμε και LoL. Υπέροχες εποχές. Στον προφορικό λόγο, όταν ακούς ένα αστείο σε κάποιο μουσκεμένο από τα παγάκια που λιώνουν σε τελειωμένα ποτά τραπέζι, γελάς. Αν είναι όντως αστείο. Αν όμως έχεις αρχίσει να μπερδεύεις τα επικοινωνιακά πεδία, απλώς λες «κλαίω» ή «γελάω». Το σουρεαλιστικό είναι ότι μπορεί να το πεις χωρίς καν να γελάς. Αυτό εκτός από απόδειξη πως συχνά δεν βρίσκουμε όλα όσα μας στέλνουν πραγματικά αστεία, αλλά γελάμε επειδή μάλλον έτσι είθισται σε Messenger και WhatsApp, κοροϊδεύοντας αθώα τους συνομιλητές μας, εγείρει και ένα ερώτημα: πλέον γράφουμε όπως μιλάμε ή μιλάμε όπως γράφουμε;
“LOL”, «νταξ», «τεσπα», «WTF», «κουλουπού, κουλουπού», «brb», «μισό», «φλκ». Όλα αποτελούν συντομεύσεις λέξεων και φράσεων που αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε για να κάνουμε πιο γρήγορη τη γραπτή επικοινωνία. Από την εποχή του MSN στο οποίο λιώναμε μετά από νυσταλέα, πολύωρα μαθήματα σε φροντιστήρια, μέχρι την εποχή που το DM μας μεταμορφώθηκε σε παιδική χαρά των επίδοξων ερώτων μας ή τέλος πάντων situationships που μοιάζουν με τέτοιους. Πώς στην ευχή τα «φιλάκια» έγιναν «φουλουκού» και το «τέλος πάντων» έγινε «τεσπα» ακόμα και σε small talk πάνω από γραφεία ή βιαστικά σε πεζοδρόμια; Small talk που προφανώς δεν καταφέραμε να αποφύγουμε.
Η γλώσσα που αλλάζει
Ρωτάω τον καθηγητή Κειμενογλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, Διονύση Γούτσο αν όλο αυτό έχει κάποια σύνδεση με αυτό το κλισέ που ακολουθεί τη γλώσσα και την παρομοιάζει με «ζωντανό οργανισμό». Ο κύριος Γούτσος έχει αναπτύξει κάποια αλλεργία σε αυτή τη φράση. «Δεν είμαι τόσο σίγουρος για αυτό με τον ζωντανό οργανισμό. Ο οποιοδήποτε ζωντανός οργανισμός θα είχε πεθάνει μετά από 4.000 χρόνια. Η ελληνική γλώσσα είναι όμως εδώ. Γιατί δεν έχουν πεθάνει οι ομιλητές της. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι συνεχώς μετασχηματίζεται και συνεχώς αλλάζει», αναφέρει. «Οι άνθρωποι είναι ζωντανοί. Οι άνθρωποι φτιάχνουν τη γλώσσα. Η γλώσσα είναι οι ομιλητές της. Δεν υπάρχει πέρα από εμάς. Ό,τι θέλουμε εμείς να πούμε, όπως θέλουμε να το πούμε, όπως πιστεύουμε ότι το λέμε, αυτό είναι η γλώσσα. Δεν υπάρχει έξω και πάνω από το κεφάλι μας, κάπου σε μια σφαίρα. Είναι και μεγάλη αφαίρεση να πούμε ότι «υπάρχουν» τα ελληνικά. Δεν υπάρχουν τα ελληνικά. Υπάρχουν ομιλητές και ομιλήτριες ελληνικών. Υπήρχαν πάντα και συνέχισαν να υπάρχουν και υπάρχουν εδώ και 4.000 χρόνια. Άρα δεν έχουν γραφτεί κάπου οι κανόνες, σε ένα βιβλίο ιερό, που πάμε και το κοιτάμε, ας πούμε. Ούτε ο Μπαμπινιώτης, πχ. είναι η πηγή της σοφίας ή κάποιος άλλος γλωσσολόγος. Εμείς απλώς πάμε και κοιτάμε τι λέει ο κόσμος, πώς το λέει, γιατί το λέει, τι γράφει, πώς μιλάει, τι κάνει, και από εκεί βγάζουμε εμείς τα συμπεράσματα και λέμε πως υπάρχουν κανόνες. Οι κανόνες είναι αυτοί που ακολουθούν όλοι οι Έλληνες».
Αυτό που λέμε ελληνική γλώσσα είναι μια αφαίρεση. Ποια είναι τα ελληνικά; Αυτά που μιλάς εσύ; Αυτά που μιλάω εγώ; Αυτά που μιλάει ένα προσφυγάκι;
Η ρευστότητα του concept «γλώσσα»
Συζητώντας για αυτή τη φοβικότητα που ακολουθεί τη γλώσσα σαν concept και το αναπαίσθητο άγχος που δημιουργεί σε μερικούς ο παραμικρός λάθος χειρισμός της, αναφέρει πως τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τις συνεχόμενες αλλαγές που γίνονται στη γλώσσα. Η γλώσσα είναι καταδικασμένη να παίρνει τις μορφές και να υφίσταται τις μικρές και μεγάλες προσαρμογές των ομιλητών της.
«Στα βιβλία των φιλολόγων της ελληνιστικής εποχής είχαν βγει οδηγίες για το ποιες είναι σωστές λέξεις και ποιες όχι. Αυτές οι οδηγίες όμως δεν μπόρεσαν ποτέ να σταματήσουν τη ροή της γλώσσας. Η λέξη «νερό», για παράδειγμα, θα ακουγόταν στα αυτιά των αρχαίων σαν βαρβαρισμός. Τι να κάνουμε που το λέμε τώρα και δεν λέμε ύδωρ; Αυτή είναι η ζωντάνια της γλώσσας. Ότι συνεχώς μεταβάλλεται. Και δεν μεταβάλλεται από έναν κεντρικό οργανισμό, ούτε από μια ομάδα φιλολόγων ή γλωσσολόγων, αλλά μεταβάλλεται από τους ίδιους τους ομιλητές. Αφού έχουν αλλάξει άποψη οι ομιλητές, αλλάζει και η γλώσσα. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό», εξηγεί.
«Αυτό που λέμε ελληνική γλώσσα είναι μια αφαίρεση. Ποια είναι τα ελληνικά; Αυτά που μιλάς εσύ; Αυτά που μιλάω εγώ; Αυτά που μιλάει ένα προσφυγάκι; Αυτά που μιλάει μια κοπέλα που ήρθε μικρή στην Ελλάδα και τα έμαθε μετά; Αυτά που μιλάνε οι Ρομά στους καταυλισμούς; Είναι χρήσιμο να χρησιμοποιούμε αυτή την αφαίρεση για να μπορούμε να επικοινωνήσουμε, αλλά δεν ανταποκρίνεται και ακριβώς στην πραγματικότητα. Αν ακούσεις τύπους που κάνουν marketing να μιλάνε, θα ακούσεις ένα μιξοβάρβαρο, που θα έλεγαν οι φιλόλογοι, μείγμα που έχει αγγλικά μέσα και κάποια ελληνικά; Τι είναι αυτό; Είναι αγγλικά; Είναι ελληνικά; Μάλλον ελληνικά, γιατί είναι σε ένα ελληνικό περιβάλλον και είναι Έλληνες. Να πούμε και ένα άλλο παράδειγμα. Τα Ποντιακά. Λίγα μπορούμε να καταλάβουμε συνήθως οι ομιλητές της κοινής ελληνικής. Είναι ελληνικά αυτά ή δεν είναι, αφού δεν τα καταλαβαίνουμε; Είναι ελληνικά επειδή θέλουμε να είναι και επειδή τα ονομάζουμε ελληνικά. Αν αύριο ξαφνικά όμως για κάποιο μυστήριο λόγο όσοι μιλούν Ποντιακά αποφασίσουν να αυτονομηθούν, τότε θα είναι δυο γλώσσες», τονίζει.

Ο ηθικός πανικός των Greeklish
Στις πρώτες μας προσπάθειες να τσατάρουμε, οι Millennials μυηθήκαμε σε μια νέα μορφή γραπτού λόγου: τα greeklish. Ελληνικές λέξεις διατυπωμένες με αγγλικούς χαρακτήρες. Στην αρχή, έμπαιναν και αριθμοί στο παιχνίδι. Το “8” αντικατέστησε το γράμμα «θ» και όλοι καταλαβαίναμε τι σήμαινε η φράση “8elw” σαν να είναι το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Εκείνες τις εποχές, ξεροσταλιάζοντας στο MSN και αλλάζοντας εικόνα προφίλ στο Hi-5, ζήσαμε και την «εξέλιξη» του να αντικαθιστά το “9” το “8” που είχε αντικαταστήσει εν τω μεταξύ το «Θ». Ναι, είχαν και τα greeklish τη δική τους εξελικτική πορεία, μέχρι να εξαφανιστούν, δίνοντας τη θέση τους στη γνωστή, ελληνική γραφή, έχοντας όμως προλάβει να προκαλέσουν έναν κάποιο ηθικό πανικό.
«Έγινε μεγάλος χαμός για το τίποτα», σχολιάζει ο Διονύσης Γούτσος. «Αν νοιαζόμασταν σοβαρά για τη γλώσσα μας, θα επικεντρωνόμασταν αλλού. Το πώς γράφονται τα ελληνικά είναι τελείως περιθωριακό πάλι. Η γλώσσα είναι η προφορική γλώσσα. Τελεία. Ξέρω ελληνικά σημαίνει μιλάω ελληνικά. Όχι γράφω ελληνικά. Υπάρχουν ακόμα αναλφάβητοι άνθρωποι στην Ελλάδα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ξέρουν ελληνικά. Ο γραπτός λόγος έρχεται εκ των υστέρων, να αποτυπώσει τον προφορικό λόγο, να δώσει μια εικόνα του. Και τα ελληνικά έχουν γραφτεί στη διάρκεια της ιστορίας τους με πολλούς διαφορετικούς τρόπους. Ελληνικά είναι και αυτά που βλέπουμε στις πινακίδες Γραμμικής Β’ στην Πύλο, στην Κνωσσό κ.λπ. Ελληνικά είναι αυτά. Και θα μπορούσαμε τώρα να γράψουμε με κινέζικα ιδεογράμματα τα ελληνικά. Και το κάνουμε σε κάποιες περιπτώσεις. Τα emoticons είναι ιδεογράμματα ουσιαστικά», τονίζει.
«Μετά τα ελληνικά γράφτηκαν με λατινικά, τα λεγόμενα “φραγκολεβαντίνικα”, στην ιστορία της ελληνικής. Υπάρχει παρελθόν στο να γράφονται ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες. Όπως έχει συμβεί και να γράφονται τα τουρκικά με ελληνικούς χαρακτήρες, τα «καραμανλήδικα». Τα καραμανλήδικα ήταν μια γραφή που χρησιμοποιούσε το ελληνικό αλφάβητο για να γράψει τουρκικά. Οπότε τα αποκρυπτογραφείς εσύ, γιατί ξέρεις ελληνική γραφή, αλλά δεν καταλαβαίνεις τίποτα γιατί είναι τουρκικές οι λέξεις», αναφέρει.
«Άρα το σύστημα γραφής είναι ανεξάρτητο από την ίδια τη γλώσσα, γιατί η γλώσσα είναι ο προφορικός λόγος. Ότι έχουμε μια σύνδεση με το ελληνικό αλφάβητο, και μπορούμε να πάμε πίσω και να διαβάσουμε κείμενα και να συνδέσουμε τις λέξεις, είναι πολύ σημαντικό. Το ότι έχουμε αυτό το αλφάβητο για τόσα χρόνια, από το 750 μέχρι το 2023, είναι σπουδαίο, αλλά δεν κάνει το αλφάβητο κάτι ιερό και απαραβίαστο. Ούτε υπάρχει μέσα στο ελληνικό αλφάβητο μια μυστική ουσία των ελληνικών που άμα δεν την έχουμε θα χαθεί. Άνετα αν αποφάσιζαν οι κοινότητες των ελληνόφωνων να περάσουμε στα λατινικά θα περάσουμε στα λατινικά. Δεν είναι κάτι πρωτοφανές. Το 1920, ο Κεμάλ αποφάσισε για τα τουρκικά να μη γράφονται με αραβική γραφή, να γράφονται με λατινική. Ξεσηκώθηκαν αυτοί, αλλά στο τέλος ξαφνικά βρέθηκαν στον 20ο αιώνα με λατινική γραφή. Θα μπορούσαμε και εμείς. Το σιχαίνομαι. Θα το απευχόμουν και θα ήταν και μεγάλο λάθος για εμένα, γιατί θα μας στερούσε την πρόσβαση σε όλα αυτά τα κείμενα που έχουν γραφτεί στο ελληνικό αλφάβητο. Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος, αλλά αν το αποφάσιζαν οι κοινότητες των Ελλήνων, θα πήγαινα και εγώ με αυτή την απόφαση».
Για τον κύριο Γούτσο, όλος ο ηθικός πανικός με τα greeklish, τα οποία τότε μάλιστα αποτελούσαν ένα πολύ μικρό κειμενικό είδος -ας μην ξεχνάμε πως δεν «τσάταρε» και τόσο μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού- μας απομάκρυνε από την ουσία του προβλήματος. «Όταν μπήκαν τα Windows στην ελληνική αγορά δεν υπήρξε μια επιτροπή σοβαρή να απαιτήσει να βάλουν ελληνικό πληκτρολόγιο. Είναι μια πολύ απλή απόφαση, πολιτική, που θα μας έλυνε τα χέρια και δεν θα μπαίναμε σε αυτές τις διαδικασίες. Αλλά, όλοι μιλάμε για τη γλώσσα μα κανείς δεν κάνει τη δουλειά του εκεί που πρέπει», σχολιάζει.
Βαριόμαστε οι ομιλητές και οι ακροατές και πολύ καλά κάνουμε. Αυτή είναι η φυσική πορεία της γλώσσας. Να κόβει τα πολύπλοκα στοιχεία να τα κάνει πιο απλά. Συνεχώς να τα κάνει πιο απλά. Γιατί; Για να διευκολύνεται η αλληλεπίδραση ουσιαστικά
Τελικά πλέον γράφουμε όπως μιλάμε ή μιλάμε όπως γράφουμε;
Τα «τεσπα» και τα «ΟΚ» μπορεί να περάσουν απαρατήρητα σε μια συζήτηση, σε ένα σχόλιο, σε ένα σύντομο update νέων στον προφορικό λόγο. Μόνο που η τάση των ομιλητών να μικραίνουν τις λέξεις είναι όσο νέα είναι και η ίδια η ανθρωπότητα. «Αυτό είναι μια στρατηγική της γλώσσας που συμβαίνει και συνέβαινε πάντα και στον προφορικό λόγο και στον γραπτό», αναφέρει ο Διονύσης Γούτσος. «Σήμερα λέμε “λοιπόν”. Αυτή η λέξη προέρχεται τη φράση “το λοιπόν του λόγου μου εστί τούτο”. Μετά το “λοιπόν του λόγου” έγινε “το λοιπόν”, για αυτό και σε πολλές διαλέξεις λένε “το λοιπόν” και μετά έγινε “λοιπόν”. Τι σημαίνει αυτό; Ότι μια μεγάλη φράση κόπηκε σιγά σιγά, έγινε μικρή, και τώρα έχει αποκτήσει ένα άλλο περιεχόμενο. Το “εντάξει”, δηλαδή “εν τάξει”, έγινε “ντάξει”, και μετά “νταξ”. Το “τέλος πάντων” προέρχεται από “το τέλος πάντων των πραγμάτων εστί τούτο”. Τώρα έχει γίνει “τεσπα”. Γιατί; Γιατί βαριόμαστε οι ομιλητές και οι ακροατές και πολύ καλά κάνουμε. Αυτή είναι η φυσική πορεία της γλώσσας. Να κόβει τα πολύπλοκα στοιχεία να τα κάνει πιο απλά. Συνεχώς να τα κάνει πιο απλά. Γιατί; Για να διευκολύνεται η αλληλεπίδραση ουσιαστικά», εξηγεί.
Τα social media δεν αποτελούν το σύνολο της επικοινωνίας του ομιλητή. Αν κάποια στιγμή καταλήξουμε να εξαντλούμε όλη μας την επικοινωνία εκεί και να μη μιλάμε με τον διπλανό μας και να μη ζητάμε ένα πακέτο τσιγάρο από το περίπτερο, το ξανασυζητάμε.
Για τον Διονύση Γούτσο, αυτό το φαινόμενο, να μπαίνει με έναν τρόπο ο προφορικός λόγος στον γραπτό, αποτελεί μια ώσμωση των δυο πρακτικών, που έχει παρατηρηθεί και παλιότερα. Ωστόσο, σε έναν πολύ μικρό βαθμό, σε πολύ συγκεκριμένα και περιθωριακά στοιχεία. «Το θέμα είναι ποιους ομιλητές επηρεάζει. Ομιλητές που χρησιμοποιούν προφανώς τα νέα μέσα επικοινωνίας, αλλά τους άλλους τους αφήνει παντελώς αδιάφορους, εκτός πάλι αν κάτι είναι τόσο γενικευμένο που μπορεί να μπει στο λόγο, όπως αυτό το “τεσπα” ας πούμε. Δεν στοιχηματίζω ότι θα μπει αλλά θα μπορούσε να μπει γιατί είναι μια ωραία λύση, αντί να λες τέσσερις συλλαβές να λες δυο», τονίζει.
Θεωρεί πως όποιος πιστεύει πως τα social media ήρθαν μεταξύ άλλων και για να κατακρεουργήσουν τη γλώσσα είναι τουλάχιστον υπερβολικός. «Έχουμε τόσους πολλούς ομιλητές, τόσα διαφορά φύλα, επαγγέλματα, μορφωτικά επίπεδα και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χρήση του ίντερνετ στην Ελλάδα είναι περιορισμένη. Εγώ διαβάζω Twitter ας πούμε και μου αρέσει πάρα πολύ, γιατί έχει μεγάλη πλάκα, αλλά αν δεις στατιστικά, θα δεις πως 1-2% του πληθυσμού μπαίνει στο Twitter, που νομίζουμε ότι χτίζει παλάτια. Το Facebook έχει μεγαλύτερη διείσδυση στο ελληνικό κοινό», λέει.
«Τα social media δεν αποτελούν το σύνολο της επικοινωνίας του ομιλητή. Αν κάποια στιγμή καταλήξουμε να εξαντλούμε όλη μας την επικοινωνία εκεί και να μη μιλάμε με τον διπλανό μας και να μη ζητάμε ένα πακέτο τσιγάρο από το περίπτερο, το ξανασυζητάμε. Αλλά προς το παρόν, όλοι οι ομιλητές μιλάμε, παρακολουθούμε τα παλιότερα μέσα, όπως το ραδιόφωνο. Αλλά ακόμα και αν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσαμε να παρέμβουμε επιστημονικά. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στη γλώσσα», καταλήγει.
Μαθαίνω να γράφω σημαίνει μαθαίνω να χορεύω με το στυλό πάνω στο χαρτί και έχουμε ξεχάσει τα βήματα.

Χειρόγραφο: ένα ξεχασμένο skill
Ο γραπτός λόγος των επιστολών, των γεμάτων σπιράλ τετραδίων και των κλειδωμένων με ροζ λουκέτα εφηβικών ημερολογίων έχει σχεδόν γίνει ένα skill από τα παλιά. Ο άνθρωπος του 2023 κάθε φορά που πιάνει μολύβι και πλησιάζει χαρτί θυμίζει εκείνο τον μεσήλικα που πιάνει ρακέτα και προσπαθεί να θυμηθεί πως γίνεται το backhand στο τένις, που ήταν καλός στα νιάτα του.
Δεν έχουμε ξεχάσει μόνο εμείς πώς γράφουμε. Δεν έχει εκφυλιστεί μόνο ο δικός μας γραφικός χαρακτήρας. Δεν γκουγκλάρουμε ντροπιασμένοι την ορθογραφία απλών λέξεων που σκοτώνουμε σε κάθε σελίδα μη ψηφιακού ημερολογίου. «Δεν γράφω καθόλου», παραδέχεται ο κύριος Γούτσος. «Όταν πάω να γράψω τη λίστα του σούπερ μάρκετ, ας πούμε, νιώθω αυτό το μούδιασμα στα δάχτυλα, έχω τον γραφικό μου χαρακτήρα που είναι χάλια πλέον και κάνω και ορθογραφικά λάθη. Προφανώς κάνω ορθογραφικά λάθη», παραδέχεται.
«Σίγουρα η γραφή με το έντυπο ήταν μια σωματική διαδικασία. Μαθαίνω να γράφω σημαίνει μαθαίνω να χορεύω με το στυλό πάνω στο χαρτί και έχουμε ξεχάσει τα βήματα. Είναι κρίμα, αλλά εντάξει, όπως δεν χορεύουμε πια Καλαματιανό συνέχεια, έτσι δεν μπορούμε να γράφουμε και συνέχεια στο έγγραφο. Θα γράφουμε και στον υπολογιστή. Είναι λίγο αμήχανο που αρχίζουμε να ξεχνάμε αυτή την ικανότητα, αλλά ας σκεφτούμε τις νέες ικανότητες που έχουν τα νεότερα παιδιά», καταλήγει κάνοντας τη χαρακτηριστική κίνηση του scroll και του swipe σε μια φανταστική οθόνη.

