Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Γιώργο Αθανασίου για την πορεία της πρώτης του μεγάλου μήκους ταινίας “Τα Άνθη στα Άνθη”, τις δυσκολίες του (low budget) κινηματογράφου στην Ελλάδα, το ασπρόμαυρο και την επικείμενη συνεργασία με την πλατφόρμα του Cinobo.
-Αληθεύουν οι φήμες ότι το μπάτζετ της πρώτης σου ταινίας του “Άνθη στα άνθη” ήταν σχεδόν μηδενικό;
Η αλήθεια είναι πως ξεκίνησε με μηδενικό μπάτζετ – τουλάχιστον τη γυρίσαμε με ότι είχαμε από εξοπλισμό και παίξαμε με το φυσικό φως ώστε να μη χρειαστούν φώτα. Βέβαια, στην πορεία για να φτάσει μια ταινία να παίξει σε σινεμά περνάει από πολλά χέρια και εννοείται έπεσαν χρήματα. Ήταν απελευθερωτικό το ότι κάναμε κάτι τελείως μόνοι μας – και βρήκε τη δίοδο να παίξει στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, μέσα στο καλοκαίρι σε θερινά και τώρα σε κλειστά cinema αλλά και στην πλατφόρμα του Cinobo.
-Ποιες ευκολίες προσφέρει το μηδενικό μπάτζετ (αν προσφέρει) και πόσο δύσκολο είναι (και όχι μόνο λόγο του πενιχρού μπάτζετ) να γυρίσεις μια ταινία στην Ελλάδα;
Πώς πήρες την απόφασή να κάνεις μια μεγάλου μήκους ταινία;
Ήταν μια ιδέα που μου τριγύριζε το μυαλό καιρό – πως και αν οι άνθρωποι μέσα από το διάλογο καταφέρνουν όντως να επικοινωνήσουν – και πως θα ήταν μια ταινία που θα είχε αυτό σαν βάση της πλοκής της. Παράλληλα ήθελα να παρακάμψω όλο το τρέξιμο της χρηματοδότησης, των εταιριών παραγωγής και διανομής, και να κάνω κάτι μόνος μου, με τη βοήθεια λίγων καλών φίλων.
-Η ταινία δίνει την αίσθηση ενός μεγάλου αυτοσχεδιασμού, υπήρχε κάποιο βασικό σενάριο ή κάποια αρχική ιδέα;
Μέσα από πρόβες και αυτοσχεδιασμούς είχαμε καταλήξει στα βασικά – τι θα πούμε, πως θα το πούμε, με τι τρόπο θα το πούμε. Την ώρα του γυρίσματος δεν είχαμε πίεση χρόνου οπότε σταματούσαμε και συζητούσαμε πολύ – αυτό έδωσε ένα ιδιαίτερο κλίμα που επέτρεψε στους ηθοποιούς να δοκιμάσουν πολλά, όπως ιστορίες πραγματικές αλλά και φτιαχτές από τους ίδιους.
-Ποια ήταν τα κριτήριά με τα οποία επέλεξες το πρωταγωνιστικό ζευγάρι;
Κατά τη διάρκεια της καραντίνας ξεκινώντας αυτό το πρότζεκτ έβγαζα βίντεο συζητήσεις με διάφορα φιλικά πρόσωπα προσπαθώντας να δω τι λειτουργεί και τι όχι. Εκείνη την περίοδο δουλεύαμε ένα θεατρικό έργο με μια ομάδα στην οποία συμμετείχαν η Σοφία και ο Κωνσταντίνος.
Διέκρινα μια ωραία σύνδεση μεταξύ τους αλλά και κάτι αρκετά ασύμβατο – πράγμα που πιστεύω έδωσε τροφή για τη δυναμική που αναπτύχθηκε μεταξύ των χαρακτήρων τους on camera.
-Παρότι γυρισμένο στην Αττική η ατμόσφαιρα βγάζει ένα vibe, δυτικού πάρκου, και μου βγάζει αυτό μια εσάνς ονείρου, αυτός ήταν ο σκοπός του;
Μου άρεσε η ιδέα ότι βρίσκονται σε ένα ήρεμο μέρος να μιλήσουν σχετικά μακριά από την πόλη – σαν καταφύγιο από το θόρυβο. Και καθώς περνάει η ώρα και περπατούν, ξαναμπαίνουν στους δρόμους της πόλης, σωπαίνουν εκείνοι, και η βαβούρα επιστρέφει.
-Γιατί επέλεξες το ασπρόμαυρο;
-Ποιες ήταν οι κριτικές για την ταινία που σε άγγιξαν; αρνητικές ή θετικές.
-Πες μας πως προέκυψε η συνεργασία με το cinobo ;
-Ποια τα επόμενα πλάνα και για την ταινία και για κάποιο μελλοντικό πρότζεκτ.
Η ταινία ακόμα κάνει τον κύκλο της και όσο βρίσκει το κοινό της αισθάνομαι πως πηγαίνει πολύ καλά. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν διάφορες ιδέες για μεγάλου και μικρού μήκους ταινίες που δουλεύω παράλληλα, και ελπίζω σιγά σιγά να προχωρήσουν στο στάδιο της χρηματοδότησης και αργότερα της πραγμάτωσης. Σίγουρα είναι μια συναρπαστική περίοδος και ανυπομονώ να δω τι επιφυλάσσει το μέλλον!






