σε

Πώς ζούσαμε τα ταξίδια με τα πλοία στα ’90s χωρίς ίντερνετ και χωρίς προορισμό

«Σα βγεις στον πηγαιμό για ‘ινσερτ ραντομ νησι του Αιγαίου’, να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.»

ploos

Τα ταξίδια με τα πλοία της γραμμής για κάποιο νησί το καλοκαιράκι, 2 και 3 δεκαετίες πριν, δεν ήταν ο “περίπατος στο πάρκο” που ζούμε στην εκμορντερνισμένη εποχή μας. Τότε προ της 5ης βιομηχανικής επανάστας, το ταξίδι για μικρές Κυκλάδες ή για ανατολικό Αιγαίο ήταν μια πολύωρη (ενίοτε και πολυήμερη) περιπέτεια. Κάτι μεταξύ του “το κυνήγι για τον κόκκινο Οκτώβρη” εκεί που περιφέρεσαι στα μεταλλικά “λαγούμια” του πλοίου, τα πάρκινγκ και τα ψυγεία με τους γρασομένους σωλήνες και των τελευταίων σκηνών του Τιτανικού, εκεί που έρχεσαι σε επαφή με το ερκοντίσιον του καραβιού.

448058411 1620836925366950 1390001103207587216 n

Η εμπειρία με το πλοίο τότε, ήταν κάτι το ξεχωριστό, κάτι που μπορούσε από παιδί να σε κάνει ενήλικα εν μια νυκτί. Μια ολιστική εμπειρία που έτσι όπως πάμε ολοταχώς προς τα πίσω, μπορεί να επιστρέψει (εδώ επέστρεψε η ευλογιά των πιθήκων) και θα πρέπει οι νέες γενιές να είναι προετοιμασμένες για τι θα τους περιμένει.

Το ταξίδι (με ή χωρίς εισαγωγικά) ξεκινούσε με την προσπάθεια αποκρυπτογράφησης του ηχητικού μηνύματος που ακουγόταν από τα ηχεία, μέσα από λευκό θόρυβο και μεγαχέρζ που μπορούσαν να τρελάνουν ένα κοπάδι από όρκες, ακουγόταν μια μακροσκελής λέξη:

ολπασετζερζαρκαιντλιρικουεστενττοντιζεμπαρκ…”

Oι μύστες, οι άνθρωποι δηλαδή που είχαν φάει τα νιάτα τους στα βαμμένα, πράσινα, μεταλλικά πατώματα των καταστρωμάτων, σου εξηγούσαν με τη γλώσσα των ναυτικών που είχαν φάει τη θάλασσα με το κουτάλι (ή πιει; δεν ξέρω) “φεύγουμε”.

28872444 785791681609642 3789216986882375680 n
Άλλος για Χίο τράβηξε πήγε και άλλος για Μυτιλήνη, με κάτι καράβια που όταν τα “εγκαινίαζαν” στην Ελλάδα ήταν ήδη στο 50o έτος της ηλικίας τους και βετεράνοι της σκανδιναβικής γραμμής Γκοθεμποργκ-Σκαγκεν. Μετά το ηχητικό μήνυμα για το να φύγουν οι μη έχοντες σκοπό να ταξιδέψουν, αν δεν είχες καμπίνα (ποιος είχε καμπίνα ρε; τι ήμασταν τίποτα πελούσιοι;) έτρεχες μπας και καβατζάρεις καμία θέση στο σαλόνι της τρίτης θέσης (τουτέστιν της πλέμπας) ή βουρ για κατάστρωμα. Άφηνες μπαγκάζια και πήγαινες αμέσως να συμβιβαστείς με το μαρτύριο που σε περίμενε και ποιος ο καλύτερος τρόπος για αυτό, με το να έρθεις σε επαφή με τον διαβόητο “καραβίσιο φραπέ”. Φρέντοι, εσπρέσοι και λοιποί Ρωμαίοι ευγενείς δεν υπήρχαν τότες για τις “Αιγαιοπελαγίτικες γαλέρες” που είχαν σχεδιαστεί ξεκάθαρα για να σου θυμίζουν ότι είσαι ένας γαμημένος πληβείος. Το μόνο στοιχείο που έδειχνε ότι “όχι κυρία και κύριε μου δε σας βλέπουμε σαν καποι@ χαχόλο που θα τον πετάγαμε, αν δεν είχε εισιτήριο, στη θάλασσα να τόνε φάνε τα σκυλόψαρα και οι γλάροι” ήταν οι τιμές που πλήρωνες (για να επανέλθουμε στο ζήτημα του καραβίσιου φραπέ) στην καφετέρια-ΚΨΜ του πλοίου. Εκεί που σου έμπαιναν οι σκέψεις ότι το μονίμως παγωμένο σαλόνι σε θερμοκρασία “επαναπατρισμού Εσκιμώων στη Λαπωνία” και όχι εκδρομέων που πάνε για ελεύθερο στην Ηρακλειά, εξυπηρετούσε τους σκοπούς μεταφοράς των αφαιρεμένων νεφρών που χρειάστηκαν για να πληρώσεις έναν καφέ και ένα τοστ, ζαμπόν τυρί.

MTV AEGEAN GLORY.jpg

Καφέ είπα;… πουλάκια μου… Σε ένα αντιοικολογικό, πλαστικό, άσπρο ποτηράκι (σαν αυτά που πλέον χρησιμοποιούν μόνο οι οδοντίατροι για να φτύνουμε) ο μπαρίστας που εκτελούσε και χρέη καμαρωτού και που αν εξαιρέσεις τα τατουάζ μανίκια που (ακόμα) δεν είχε, είχε όλο το μπλιννκ του σύγχρονου τράπερ. Χρυσές αλυσίδες με περίτεχνους σταυρούς που ανακατεύονταν στο δασύτριχο στέρνο του και αριστοτεχνικά δαχτυλίδια που κοσμούσαν, τεράστια, μακρουλά νύχια στο μικρο δαχτυλάκι, χρήσιμο για ανασκαφές. Σίγουρα αυτός ο ανθρωπότυπος ήταν άμεσος πρόγονος των σημερινών μας τράπερζ-σεφ-μπαρίστας-μπαρμπέριδων. Στο λευκό ποτηράκι λοιπόν, σου έβαζε τη χρυσή αναλογία νερού , φρέσκου γράσου και γλυφών παγακίων και στα ανακάτευε με το “μηχανάκι” με το οποίο είχε ανακατέψει 6666666 καφέδες τα τελευταία 10 χρόνια χωρίς φυσικά να το πλύνει (το γράσο “όλα τα σβήνει”) και στο σέρβιρε με ένα κίτρινο καλαμάκι που δεν έβλαπτε τότε το περιβάλλον γιατί είχαμε ακόμα 90ς.

Αν αυτό το σκεύασμα το συνόδευες με την καραβίσια τυροπιτά που είχε γεύση χαρτί με λάδι, πιθανότατα γιατί αυτά ήσαν και τα βασικά της συστατικά, σου έχω άσχημα νέα φιλαράκο, θα έπρεπε να έρθεις αντιμέτωπος με τις καραβίσιες τουαλέτες. Ξέχνα τους κανόνες υγιεινής που μας επέβαλαν οι σφουγγοκωλάριοι της ΕΟΚ, εδώ θα έβλεπες το “αληθινό σκατό”, “δε ρίαλ σιτ” που θα έλεγε και ο αγγλόφωνος τουρίστας που θα είχε το θάρρος να περάσει έστω απ’έξω από τα wc με τις “μισελληνικές”, τούρκικες τουαλέτες. Νερό τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε ούτε για καζανάκι ούτε για πλύση χεριών, χαρτί; Ας γελάσω μικρέ μου λόρδε. Οι τουαλέτες έζεχναν σαν νεκρό κουναβι ξεχασμένο σε βάλτο στο κέντρο χωματερής, κυρίως γιατί ο υπεύθυνος καθαρισμού τους, εκτελούσε και χρέη μπαρίστα. Το μόνο που σταματούσε τη μυρωδιά από το να επεκταθεί σε όλο πλοίο και όλοι εμείς να πηδάμε σαν αρουραίοι που προσπαθούν να σωθούν από έναν “σκυλοπνίχτη” που βουλιάζει ήταν η ψυχή που σαν αόρατο τείχος κρατούσε τις οσμές μακριά και τα νεφρά φρέσκα για τον νέο τους ιδιοκτήτη.

“Και τι κάνατε ρε Γιώργο να περνάει η ώρα ασούμε, τότε που δεν υπήρχε ίντερνε, έξυπνα κινητά, λάπτοπ, τάμπλετ και τα λοιπά; Τότε οι άνθρωποι επικοινωνούσατε; Τότε οι σχέσεις ήταν πραγματικές και οι γνωριμίες αυθεντικές;”

Ναι θα σου απαντήσω φιλαράκι, τότε τα πάντα ήταν αληθινά γιατί τότε υπήρχαν στα πλοία τα ηλεκτρονικά και οι ντισκοτέκς! Τότε δεν υπήρχε η “μοναξιά του μοναχικού ταξιδιώτη”, αν είχες 20αρικα (δραχμαί) και μετά πενηντάρικα (δραχμαί), έμπαινες στο δωμάτιο με τα ηλεκτρονικά, άραζες με το τσιγάρο και το νερωμένο γράσο σου μπροστά στο Μπούμπλε Μπούμπλε ή στο Νταμπλ Ντράγκον και μοίραζες πόνο. Όσο καλύτερος ήσουν, τόσο περισσότερο κοινό μάζευες και τότε γινόσασταν όλοι μια παρέα. Μια παρέα που σου πρήζε το συκώτι “φιλαράκο να παίξουμε και εμείς” “φίλε θες να στο περάσω” “χαχαχα τώρα θα χάσεις” κλπ κλπ. ‘Όταν είχες φάει ένα μηνιάτικο (ή το ποσό που αναλογούσε σε μια καραβίσια τυροπιτά) στα μπλιμπλίκια και ο ήλιος είχε δύσει, η φάση ήτανε ΝΤΙΣΚΟΤΕΚ. Εκεί που ο μπάρμαν ήταν ο μπαρίστα που είχε “ξεχάσει” πάλι να πάει να καθαρίσει τους καμπινέδες. Η ντισκοτέκ του πλοίου ήταν ένας χώρος που θύμιζε έντονα, μέρος αυτοκτονίας θρησκευτικής σέκτας των ’70ς, με ντισκομπάλα, καθρέφτες για τοίχους και μουσική από παραπεταμένη κασέτα νταλικέρη, με ποτ πουρί Γερολυμάτου, που βρήκε ο μπάρμαν στο γκαράζ όταν εκτελούσε χρέη παρκαδόρου. Οι θαμώνες, εκτός από 2-3 ξένους τουρίστες που είχαν μπει τυχαία γιατί νόμιζαν ότι ήταν κάποιος ναός μίας αρχαίας, παγανιστικής, κιτς, νεοελληνικής θρησκείας, αποτελούνταν αμιγώς από ιερείς της θρησκείας του Scania του 16βαλβιδου, νταλικέρηδες που κοινωνούσαν με ουίσκι (Tσόνι), ασετόν και νερό, μέχρι την ώρα που έκλεινε η ντίσκο γιατί ο ντιτζέι που εκτελούσε και χρέη μπάρμαν έπρεπε να πάει στην πρύμνη και να πετάξει το καραβόσκοινο για να δέσει το πλοίο στον κάβο.
Όπως έχει πει και ένας σπουδαίος Έλλην, ο Γιώργαρος ο Μαργαρίτης
“Χρόνια στα καράβια
Μες στη θάλασσα
Με τρώει η αρμύρα
Τα νιάτα τσάκισα
Χρόνια στα καράβια
Μες στη θάλασσα.”

Έτσι ένιωθες μετά από ένα 18ωρο ταξίδι για τη Σίκινο την δεκαετία του ’90.
Αλλά, όπως είχε πει και ένας άλλος σπουδαίος,
«Σα βγεις στον πηγαιμό για “ινσέρτ ράντομ νησί του Αιγαίου”, να εύχεσαι να ‘ναι μακρύς ο δρόμος, γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.»
Και Αυτό μας εξασφάλιζαν τα σάπια πλοία που μας μετέφεραν στις διακοπές μας σε έναν άλλο αιώνα και μια άλλη χιλιετία. Την περιπέτεια και τη γνώση. Μπορεί πλέον τα πλοία να είναι πολύ πιο σύγχρονα, αλλά οι τιμές των ακτοπλοϊκών είναι τόσο υψηλές, που πλέον πολλοί λιγότεροι Έλληνες έχουν τη δυνατότητα να ταξιδεύουν με τα πλοία για διακοπές…

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια