Αν τύχει να επισκεφθείτε το Λούβρο για να δείτε τη Μόνα Λίζα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, θα διαπιστώσετε ότι δεν μπορείτε να πλησιάσετε πολύ κοντά. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο πλήθος των επισκεπτών που τραβούν φωτογραφίες με τα κινητά τους, και ακόμη περισσότερο στο γεγονός ότι ο πίνακας είναι τοποθετημένος πίσω από ένα ξύλινο φράγμα και κλεισμένος μέσα σε ένα παχύ γυάλινο κουτί. Ωστόσο, δεν υπήρχαν πάντα τόσο αυστηρά μέτρα ασφαλείας, και μάλιστα η Μόνα Λίζα δεν είχε πάντα την ίδια ανεκτίμητη αξία, αναφέρει το openculture.
Το βράδυ της Κυριακής 20 Αυγούστου 1911, ο Vincenzo Peruggia, ένας Ιταλός μετανάστης που εργαζόταν στο Λούβρο ως καθαριστής μπήκε στο μουσείο φορώντας ένα παλτό των υπαλλήλων του μουσείου. Την επόμενη μέρα, βγήκε από το μουσείο, το οποίο ήταν κλειστό για το κοινό κάθε Δευτέρα. Τι ακολούθησε μπορείτε να το ανακαλύψετε στο βίντεο του Primal Space, που απεικονίζει βήμα-βήμα τη ληστεία και τα επακόλουθά της.
Όταν ανακαλύφθηκε δύο χρόνια αργότερα, έχοντας κρύψει τον πίνακα στον ψεύτικο πάτο μιας βαλίτσας, ο Peruggia παρουσιάστηκε ως Ιταλός πατριώτης που ήθελε να επιστρέψει ένα κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς στην πατρίδα του. Μια άλλη εκδοχή, που αναπτύσσεται στο βίντεο, είναι ότι δεν ήταν παρά ένα πιόνι σε ένα ευρύτερο σχέδιο που είχε οργανώσει ο πλαστογράφος Eduardo de Valfierno, ο οποίος σχεδίαζε να δημιουργήσει αρκετά αντίγραφα του χαμένου αριστουργήματος και να τα πουλήσει σε εύπιστους Αμερικανούς εκατομμυριούχους.
Αυτή, πάντως, είναι η εκδοχή που παρουσιάστηκε σε ένα άρθρο του Saturday Evening Post το 1932, αν και στην πραγματικότητα, είναι πολύ πιθανό ο Peruggia να έδρασε μόνος του, λόγω της ανάγκης για χρήματα. Όπως κι αν συνέβη η ληστεία, δεν θα είχε πραγματοποιηθεί αν το αντικείμενό της δεν ήταν ήδη αρκετά γνωστό, τουλάχιστον στους λάτρεις της τέχνης. Ωστόσο, λίγο μετά την επιστροφή της La Gioconda στη θέση της, ο πίνακας έγινε σύμβολο της τέχνης — και ο λόγος για τον οποίο τα μουσεία πλέον λειτουργούν πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι στις αρχές του 20ού αιώνα.

