Μιλήσαμε με τον εκδότη –δημοσιογράφο και μεταφραστή κόμικς Γιάννη Ιατρού, για την αγάπη του προς τα κόμικς και ιδιαίτερα τα ιταλικά, για το πώς από μικρός αναγνώστης και ερασιτέχνης μεταφραστής έγινε επαγγελματίας συνεντευξιαστής δημιουργών, και τελικά εκδότης. Μας μίλησε για την έκδοση της Προφητείας του Αρμαντίλλο στα ελληνικά, την ανταπόκριση του διάσημου Ιταλού δημιουργού της Προφητείας, Τζεροκαλκάρε για την ελληνική έκδοση, μας είπε ποιο ελληνικό κόμικς θα ήθελε να δει στο Netflix, και τα μελλοντικά σχέδια της DocMZ Publishing.
Γιάννη, πώς ξεκίνησε η αγάπη σου για τα κόμικς και ιδιαίτερα για τα ιταλικά;
Διαβάζω κόμικς από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βασικά έμαθα να διαβάζω μέσα από τα κόμικς – κάτι που εξηγεί τη διαχρονική αδυναμία μου στον σωστό τονισμό των λέξεων, αφού τα διάβαζα όλα κεφαλαία. Έτυχε να γαλουχηθώ μέσα από τις σελίδες των περιοδικών Ντόναλντ και Αλμανάκο, αλλά και των υπόλοιπων εκδόσεων κόμικς με ήρωες του Ντίσνεϋ από τις εκδόσεις Νέα Ακτίνα (Μίκυ Μάους, Κλασικά, ΚΟΜΙΞ), επομένως διέκρινα το σχέδιο των αμέτρητων Ιταλών καλλιτεχνών που δημοσιεύονταν στις σελίδες του: Τζόρτζιο Καβατσάνο, Μάσιμο Ντε Βίτα, Σίλβια Τζίκε, Λούτσιο Λεόνι, ήταν μερικά από τα ονόματα που ξεχώρισα από παιδί, αναζητώντας ενστικτωδώς το σχέδιό τους καθώς ξεφύλλιζα τα επόμενα τεύχη που μου αγόραζαν οι γονείς μου.
Μεγαλώνοντας, μου καλλιεργήθηκε το ενδιαφέρον για τη μετάφραση και τη δημοσιογραφία. Ξεκίνησα μαθήματα ιταλικών και ήδη σε ηλικία 13 ετών βρέθηκα να πραγματοποιώ συνεντεύξεις με γνωστούς δημιουργούς κόμικς με ήρωες του Ντίσνεϋ, κατά βάση Ιταλούς. Ανοίγοντας τους αναγνωστικούς μου ορίζοντες, σταδιακά άρχισα να εξερευνώ όλο και περισσότερο την πλούσια παράδοση των ιταλικών κόμικς, ανακαλύπτοντας καλλιτέχνες όπως ο Μίλο Μανάρα, ο Τανίνο Λιμπερατόρε, ο Αντρέα Πατσιέντζα, ο Αλτάν, ο Βιτόριο Τζαρντίνο, ο Ούγκο Πρατ, ο Τιτσιάνο Σκλάβι και άλλοι τόσοι ακόμα. Είχα την τύχη να περάσω ένα εξάμηνο ως φοιτητής Erasmus στη Ρώμη και να επισκεφτώ όσο περισσότερα φεστιβάλ κόμικς μπορούσα, βιώνοντας από κοντά τη ζωντάνια και την αμείωτη πειραματική διάθεση της ιταλικής σκηνής κόμικς.
Πώς φτάνουμε από αναγνώστης και δημοσιογράφος κόμικς να γίνεσαι εκδότης;
Παραμένω και τα δύο προηγούμενα πάντως! (γέλια) Η πιο ειλικρινής απάντηση είναι ότι το ένα έφερε το άλλο.Το μικρόβιο της μετάφρασης μου είχε ήδη μπει από τότε που ο Χρήστος Τερζόπουλος των εκδόσεων Νέα Ακτίνα μου είχε προτείνει να μεταφράζω Disney κόμικς από αγγλικά και ιταλικά… Μετά έκλεισαν και έμεινα με το απωθημένο.Είχα γνωρίσει έναν μεγάλο αριθμό δημιουργών κόμικς, όχι μόνο μέσα από τη δημοσιογραφική μου δραστηριότητα, αλλά και από τη συμμετοχή μου στη διοργάνωση διαφόρων φεστιβάλ κόμικς ανά την επικράτεια (AthensCon, The Comic Con, Chaniartoon – International Comics & Animation Festival), όπου συνήθως αναλαμβάνω χρέη υπεύθυνου διεθνών καλεσμένων, διερμηνέα ιταλικών και επιμελητή εκθέσεων.
Πολλοί από τους καλλιτέχνες με τους οποίους είχα επαφές, ενδιαφέρονταν να δουν τα λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα τους να δημοσιεύονται στην Ελλάδα – μεταξύ μας, πιστεύω ότι πολλοί εξ αυτών αναζητούν τρόπο να ξανάρθουν. (γέλια) Στην αρχή πρότεινα σε άλλους Έλληνες εκδότες να βγάλουν κάποιους από τους τίτλους που μου φαίνονταν ενδιαφέροντες, αλλά, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, δεν ανταποκρίθηκαν. Επομένως σκέφτηκα: γιατί δεν το κάνω εγώ κατευθείαν;
Το πρώτο βιβλίο κόμικς που κυκλοφόρησε από την DocMZ Publishing ήταν το Infierno!, ένα βουβό κόμικς δίχως καμία λεζάντα και κανένα συννεφάκι διαλόγου, δια χειρός Τίτο Φαράτσι και Σίλβια Τζίκε. Οι δυο τους με βοήθησαν σημαντικά στα πρώτα εκδοτικά μου βήματα, αφού είχαμε γίνει ήδη φίλοι –με την Τζίκε γνωρίζομαι από τα 13 μου– άρα υπήρχε απόλυτη εμπιστοσύνη και ανοχή στους πειραματισμούς και την απειρία μου. Ο Φαράτσι εδώ και μερικά χρόνια είναι υπεύθυνος των εκδόσεων κόμικς ενός από τους μεγαλύτερους ιταλικούς εκδοτικούς οίκους, του Feltrinelli, επομένως οι συμβουλές του ήταν καθοριστικές – εξίσου υποστηρικτικοί, βέβαια, υπήρξαν και πολλοί Έλληνες συνάδελφοι στους οποίους κάθε τόσο προστρέχω για βοήθεια. Το καλό με την επιλογή ενός βουβού κόμικς σαν πρώτη έκδοση ήταν ότι δεν υπήρχε ο επιπλέον κόπος της μετάφρασης και της συνακόλουθης επιμέλειας (lettering, διορθώσεις, διορθώσεις, διορθώσεις), κάτι που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε στους επόμενους δύο τίτλους που κυκλοφόρησαν τον πρόσφατο Μάιο, των Σμάλτο & Τζόννυ των Τζόρτζιο Πετσίν και Τζόρτζιο Καβατσάνο και Όλυμπος Α.Ε. των Βιντσέντζο Τσεράμι και Σίλβια Τζίκε. Η εμπειρία από τις δύο τελευταίες εκδόσεις απεδείχθη πολύτιμη για την προετοιμασία της Προφητείας του Αρμαντίλλο, του πρώτου ολοκληρωμένου έργου του Τζεροκαλκάρε, στα ελληνικά.
Πώς αποφασίσατε να βγάλετε την Προφητεία του Αρμαντίλλο στα ελληνικά και ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε;
Η Προφητεία του Αρμαντίλλο ήταν από τα πρώτα κόμικς χωρίς παπιά και ποντίκια που διάβασα! Ήταν δώρο ενός παιδικού φίλου μου που είχε επισκεφτεί τη Ρώμη το 2015, ο οποίος είχε ζητήσει απ’ το κομιξάδικο που το αγόρασε «το καλύτερο ιταλικό κόμικς που κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή». Μαγεύτηκα αμέσως από την αμεσότητα της αφήγησης και την απλότητα του σχεδίου, αλλά και τη φυσικότητα με την οποία εναλλάσσει διαρκώς τη συναισθηματική κατάσταση των χαρακτήρων του – και κατ’ επέκταση του αναγνώστη. Μετά το κλείσιμο του Μπλε Κομήτη όπου πρωτοδημοσιεύτηκαν ιστορίες του (Kobane Calling), οι εκδόσεις Polaris κυκλοφόρησαν ένα βιβλίο του Τζεροκαλκάρε (Στον μακαρίτη Αϊ-Βασίλη) το 2021 αλλά δε συνέχισαν.
Το 2023 ξεκίνησα να συνεργάζομαι με το φεστιβάλ κόμικς και κινουμένων σχεδίων Chaniartoon. Συζητώντας με τον διοργανωτή του φεστιβάλ, Μάριο Ιωαννίδη, το ενδεχόμενο να προσκαλέσουμε τον Τζεροκαλκάρε σε κάποια επόμενη διοργάνωση, συμφωνούσαμε ότι θα είχε περισσότερο νόημα αν είχαν κυκλοφορήσει περισσότερα έργα του στα ελληνικά. Έτσι, ήταν μία από τις πρώτες βλέψεις αμφότερων όταν, την επόμενη χρονιά, ξεκινήσαμε την εκδοτική μας δραστηριότητα – έτσι συνεργαστήκαμε για να φέρουμε σε πέρας το ομολογουμένως φιλόδοξο πρότζεκτ της μεταφοράς στην Ελλάδα του συνόλου της βιβλιογραφίας του Ιταλού καλλιτέχνη-φαινόμενο. Η μεγαλύτερη δυσκολία θα έλεγα πως ήταν το κομμάτι της μετάφρασης, καθώς ο Τζεροκαλκάρε χρησιμοποιεί διαρκώς ιταλική και ειδικότερα ρωμαϊκή αργκό στα κείμενά του. Επομένως έπρεπε να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να αποδοθούν σωστά οι διάλογοι στα ελληνικά – καθοριστική γι’ αυτό ήταν η συμβολή του ελληνόφωνου Ιταλού συνεργάτη της DocMZ Publishing, Τζόναθαν Τσικαρέλι, ο οποίος επισφραγίζει με την παρουσία του στην ομάδα την γλωσσική πιστότητα.
Ποια ήταν η αντίδραση του Τζέρο όταν του κάνατε κρούση για να κυκλοφορήσει το κόμικς στα ελληνικά;
Είχα γνωρίσει τον Τζεροκαλκάρε κατά τη διάρκεια του Erasmus μου, στην πρώτη μεγάλη έκθεση που αφιέρωσε σε αυτόν το Μουσείο Τέχνης του 21ου Αιώνα (MAXXI) στη Ρώμη το 2019. Τον είχα πλησιάσει δειλά-δειλά και του ζήτησα να μου υπογράψει τα βιβλία μου με τα σπαστά ιταλικά μου. Ήταν πολύ προσηνής και φιλικός, μου είχε κάνει πολύ καλή εντύπωση γιατί δεν ήθελε να με ξεπετάξει, αλλά αφιέρωσε αρκετό χρόνο για να συζητήσουμε, παρά τα ανυπόμονα βλέμματα των επόμενων από μένα στην ουρά. Κρατήσαμε επαφή, συναντηθήκαμε ξανά μερικούς μήνες αργότερα στη Νάπολη, όπου το έδωσα μερικά τεύχη του Μπλε Κομήτη που δημοσίευαν το Kobane Calling σε συνέχειες, και αργότερα του έστειλα ένα αφιέρωμα που είχα γράψει για εκείνον και το έργο του στο Καρέ Καρέ της Εφημερίδας των Συντακτών. Οι συνεννοήσεις για την μετάφραση του βιβλίου στα ελληνικά έγιναν απευθείας με την Bao Publishing, τον εκδοτικό οίκο με τον οποίο συνεργάζεται, επομένως τις προ άλλες που τον συνάντησα ξανά στη Νάπολη και του αποκάλυψα ότι είμαι ένας από τους δύο Έλληνες εκδότες του, φάνηκε να είναι μια ευχάριστη έκπληξη και για εκείνον. Μου απάντησε «τώρα που έκανα τη σύνδεση είμαι δύο φορές χαρούμενες που θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά!», ενώ σχολίασε με νόημα πως δεν έχει έρθει ποτέ στην Ελλάδα… ακόμα.
Η αφίσα της πρώτης σειράς του Τζεροκαλκάρε στο Netflix, Κατά Μήκος της Διακεκομμένης Γραμμής.
Γιατί πιστεύεις ότι ο Τζεροκαλκάρε είχε τόσο μεγάλη επιτυχία παγκοσμίως;
Νομίζω ότι το εξηγεί καλύτερα ο ίδιος στη συνέντευξη που μου παραχώρησε για την κυκλοφορία του νέου βιβλίου στα ελληνικά, επομένως θα παραπέμψω απευθείας στην απάντησή του. Λέει ο Τζεροκαλκάρε: «Εν μέρει, προφανώς ένα από τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης είναι ότι σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις έχουμε τα ίδια πολιτιστικά καταναλωτικά αγαθά: βλέπουμε τα ίδια κινούμενα σχέδια, τις ίδιες ταινίες, παίζουμε τα ίδια βιντεοπαιχνίδια, τρώμε τα ίδια πράγματα κλπ. Μερικά από αυτά τα πράγματα είναι κοινές εμπειρίες. Όμως, το θέμα είναι ότι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής για να καταφέρεις να συντονιστείς με αυτό που διηγούμαι είναι να βιώνεις το ίδιο αίσθημα ανεπάρκειας, ίσως ανασφάλειας ή και ευθραυστότητας, που στην πραγματικότητα δεν έχει ηλικιακούς ή γεωγραφικούς περιορισμούς. Αν το ‘χεις μέσα σου, είναι κάτι που σου επιτρέπει να αναγνωρίσεις την παράνοια που βιώνει ο χαρακτήρας μου. Αντίθετα, αν ήσουν ένα πολύ ήρεμο άτομο, γεμάτο αυτοπεποίθηση, ίσως ακόμα κι αν είσαι από τη Ρώμη, από τη γειτονιά μου και στην ηλικία μου, πάλι να μην κατάφερνες να ταυτιστείς με αυτό που αφηγούμαι».

Το κόμικς γράφτηκε το 2011. Τι πιστεύεις ότι το κάνει να είναι τόσο επίκαιρο 14 χρόνια μετά;
Πριν από μένα, το ίδιο πρέπει να πίστεψε και το Netflix για να βασίσει την πλοκή της πρώτης σειράς του Τζεροκαλκάρε πάνω του. (γέλια) Το ενδιαφέρον με αυτό το έργο είναι ότι, ενώ περιγράφει μία πολύ συγκεκριμένη και σαφώς οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή και χρονική περίοδο σαν background της ιστορίας που αφηγείται, δομείται με τέτοιο τρόπο που μπορείς να αντιληφθείς ακριβώς το συνολικό πνεύμα του, ακόμη κι αν δε μοιράζεσαι τα ίδια ή παρόμοια ερεθίσματα, αφού μπορείς πολύ εύκολα να το φέρεις στα μέτρα του δικού σου πού και του δικού σου πότε. Μπορεί να μην έχουμε Σπακαροτέλα, αλλά έχουμε τον Κορκονέα, δεν έχουμε Κάρλο, αλλά έχουμε Παύλο… κατάλαβες. Από την άλλη, πολλές από τις πολιτισμικές του αναφορές είναι πράγματι καθολικές: ταινίες όπως Star Wars και Jurassic Park, μάνγκα και άνιμε όπως το Fist of the North Star, κόμικς όπως το Blacksad… Αλλά πέραν όλων αυτών, ο συναισθηματικός αντίκτυπος της ανθρώπινης απώλειας και η εξομολογητική διήγηση μιας νεανικής ανθρώπινης σχέσης είναι μερικά από τα απολύτως άχρονα στοιχεία αυτού του εξαιρετικού κόμικς του Τζεροκαλκάρε – δεν είναι τυχαίο ότι έχει μεταφραστεί σε άλλες επτά γλώσσες μέχρι σήμερα.
Ποιο ελληνικό κόμικς θα ήθελες να δεις σε μια μεγάλη τηλεοπτική πλατφόρμα;
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ταινίες και σειρές –τόσο με ηθοποιούς όσο και κινουμένων σχεδίων– οι οποίες αντλούν την έμπνευσή τους από τα κόμικς να κατακλύζουν τον κινηματογράφο και τις διάφορες τηλεοπτικές πλατφόρμες. Το Happy! και το Watchmen στο HBO, το Κατά Μήκος της Διακεκομμένης Γραμμής και το πρόσφατο Eternauta στο Netflix, το Invincible και το The Boys στο amazon prime, για να μη μιλήσουμε για το Disney+. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αυτή η κουλτούρα – ειδικά σε ό,τι αφορά τις ενήλικες σειρές κινουμένων σχεδίων, έχουμε να δούμε κάτι άξιο λόγου από το Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος, ενώ τα ελληνικά κόμικς, αν και βρίσκονται σε ανοδική πορεία, δεν είναι το πιο εξαγώγιμο προϊόν μας, ενώ παραμένουν στην κοινή αντίληψη εν πολλοίς στο φάσμα του niche, για να απασχολήσουν σοβαρά μία ελληνική εταιρεία παραγωγής. Στην Ελλάδα μόνο Τα Χρονικά του Δρακοφοίνικα με τον Αδάμαστο και τα Κουραφέλκυθρα με το 5λεπτο short στο Cinobo το έχουν καταφέρει με έναν τρόπο μέχρι στιγμής – αλλά μιλάμε για μια εξαίρεση στον κανόνα. (Τα Κουραφέλκυθρα είχαν και μια αριστουργηματική live action μεταφορά του Θείου Αιμιλίου στην εκπομπή του Βασίλη Λεβέντη, αλλά τι σας λέω κι εγώ τώρα…) Επομένως, δυστυχώς μία τέτοια συζήτηση δε μου φαίνεται ρεαλιστική αυτή τη στιγμή.
Θα μου επιτρέψεις όμως να μη βάλω φραγμούς στη φαντασίωσή μου και να αναφερθώ σε περισσότερα από ένα κόμικς που θα ήθελα να μεταφερθούν στη μικρή οθόνη. Θα μπορούσα να δω πολύ άνετα το Hard Rock, τη χιουμοριστική σειρά με αυτοαναφορικά στοιχεία του Tasmar, ως σειρά κινουμένων σχεδίων – πιστεύω θα είχε μεγάλη επιτυχία γιατί συνδυάζει μια εύπεπτη εικαστικά αισθητική με ένα πολύ φρέσκο στόρι. Πλάκα-πλάκα, το σχεδιαστικό και αφηγηματικό ύφος του Τάσου Μαραγκού είναι πολύ κοντά σε αυτό του Τζεροκαλκάρε. Αντίστοιχα, θα ήθελα πολύ να δω τον ξεκαρδιστικό Φωτογράφο των Βαβαγιάννη-Δερβενιώτη σε σειρά κινουμένων σχεδίων, ή ακόμα και μια σειρά σύντομων επεισοδίων με σενάρια α λα Κουραφέλκυθρα. Μιας και τα άνιμε κερδίζουν διαρκώς έδαφος στις προτιμήσεις του δυτικού τηλεθεατή, θεωρώ ότι μια καλή περίπτωση για αυτό θα ήταν το Galaxia του Μάνου Λαγουβάρδου, μια διαγαλαξιακή περιπέτεια δράσης με manga αισθητική. Τέλος, μπορώ εύκολα να φανταστώ την ιστορική σειρά του Θανάση Καραμπάλιου 1800 ως σειρά εποχής ζωντανής δράσης – τώρα που το σκέφτομαι, αν κρίνω από τις τάσεις της ελληνικής τηλεόρασης τα τελευταία χρόνια, το τελευταίο θα μπορούσε να μην προϋποθέτει τη συμμετοχή κάποιας μεγάλης τηλεοπτικής πλατφόρμας.
Τι άλλο ετοιμάζει η DocMZ Publishing το επόμενο διάστημα;
Η DocMZ Publishing είναι μία από τις πτυχές της DocMZ Entertainment, ενός φιλόδοξου πρότζεκτ με αναφορά στην ευρύτερη ποπ κουλτούρα, το θέαμα και την ψυχαγωγία. Γεννήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη μου να δω στα ελληνικά κόμικς που αγαπώ να διαβάζω ο ίδιος, να μπορέσω να μοιραστώ με την υπόλοιπη κοινότητα που αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να τα διαβάσει εύκολα λόγω γλώσσας. Πολλά ιταλικά χιουμοριστικά κόμικς σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν μεταφραστεί καν στα αγγλικά. Μερικές φορές νιώθω σαν να τα μεταφράζω για να τα δείχνω στους φίλους μου και να μπορώ επιτέλους να συζητήσω με κάποιον για αυτά. (γέλια) Η αρχική προσέγγιση ήταν η μετάφραση μη Disney κόμικς Ιταλών καλλιτεχνών που είναι γνωστοί στην Ελλάδα κυρίως για την δουλειά τους με την Disney. Αν δείτε τους πρώτους, αλλά και πολλούς από τους επόμενους τίτλους μας, αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό.
Η περίπτωση του Τζεροκαλκάρε και η συγκυρία της συνέκδοσης –της σύμπραξης δηλαδή δύο εκδοτικών οίκων για την κυκλοφορία ενός κοινού βιβλίου– μου αποκάλυψαν τη γοητεία αυτού του μοντέλου συνεργασιών, οι οποίες δεν είναι και πολύ συνηθισμένες στο χώρο μας. Ωστόσο, νομίζω ότι είναι ένα μονοπάτι που θα ήθελα να εξερευνήσω, καθώς ο νεοσύστατος εκδοτικός μας οίκος αναζητά το βηματισμό και την ταυτότητά του. Έτσι λοιπόν, τα προσεχή σχέδιά μας περιλαμβάνουν δύο κατηγορίες εκδόσεων. Η πρώτη αφορά στις καθαρά δικές μας εκδόσεις, οι οποίες θα κινηθούν στο ίδιο μοτίβο, με την κυκλοφορία νέων βιβλίων των καλλιτεχνών με τους οποίους συνεργαζόμαστε ήδη όπως η Σίλβια Τζίκε και ο Τζόρτζιο Καβατσάνο, αλλά και με άλλους. Μπορώ να αναφέρω ενδεικτικά το έργο των Στέφανο Τουρκόνι και Τερέζα Ραντίτσε όπως το Porto proibito (Το Απαγορευμένο Λιμάνι) για το οποίο έχουμε ήδη συζητήσει, αλλά και ιερών τεράτων που δε βρίσκονται πλέον στη ζωή, όπως ο Λουτσιάνο Μποτάρο. Η δεύτερη αφορά στις «συνεταιρικές» εκδόσεις, οι οποίες μας δίνουν τη δυνατότητα να πειραματιζόμαστε με διαφορετικά είδη και να μεταφράζουμε έργα μεγάλων Ιταλών –και όχι μόνο– καλλιτεχνών. Σε αυτό το μήκος κύματος, θα δείτε πολλές εκπλήξεις το επόμενο διάστημα, για τις οποίες δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα, τόσο αναφορικά με τους συνεργαζόμενους καλλιτέχνες, όσο και με τους εκδοτικούς οίκους με τους οποίους θα ενώσουμε δυνάμεις.
Η παρουσίαση του κόμικ θα γίνει στις 14/6 στις 20:30 στο Πεδίον του Άρεως στο πλάισιο του Φεστιβάλ Beer’s and books 2025!






