Οι μελετητές των αρχαίων κειμένων γνωρίζουν καλά πόσο αμφιλεγόμενη μπορεί να είναι η ανασύσταση χαμένων πηγών. Στα βιβλικά κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, για παράδειγμα, οι ερευνητές εντοπίζουν τα ίχνη πολλών παλαιότερων πηγών, συχνά ενωμένων πρόχειρα. Τα πρωτότυπα αυτών των πηγών δεν σώζονται σε καμία φυσική μορφή, επομένως πρέπει να ανακατασκευαστούν μέσα από τα αποτυπώματα που άφησαν πίσω τους, το λεξιλόγιο, τη σύνταξη, το ύφος και τις θεματικές τους, λέει το openculture.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη μελέτη των αρχαίων γλωσσών. Επειδή όμως ο προφορικός λόγος προϋπήρξε του γραπτού, η αναζήτηση των γλωσσικών μας προγόνων μάς οδηγεί πολύ πιο πίσω στις απαρχές του ανθρώπινου πολιτισμού. Έτσι προέκυψε σταδιακά η θεωρία της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών, μέσα από έναν αργό και επίπονο επιστημονικό διάλογο που χρειάστηκε αιώνες για να πάρει τη σημερινή του μορφή. Η πρώτη παρατήρηση για τις εντυπωσιακές ομοιότητες ανάμεσα στα σανσκριτικά και στις αρχαίες ευρωπαϊκές γλώσσες, όπως τα ελληνικά και τα λατινικά, έγινε τον 16ο αιώνα από τον Ιησουίτη ιεραπόστολοThomas Stephens, αλλά αγνοήθηκε για περίπου εκατό χρόνια. Η μεγάλη πρόοδος ήρθε στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν ο Γερμανός γλωσσολόγος August Schleicher, επηρεασμένος από τον Hegel, δημοσίευσε το Compendium of the Comparative Grammar of the Indo-European Languages.
Στο βιβλίο του, ο Schleicher επιχείρησε για πρώτη φορά να ανασυνθέσει τη μητρική γλώσσα όλων των ινδοευρωπαϊκών ιδιωμάτων, τη λεγόμενη Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή. Πίστευε πως μιλιόταν κάπου στην Ανατολική Ευρώπη, αν και αυτό παραμένει υπόθεση.
Για να δείξει πώς μπορεί να ακουγόταν, συνέθεσε ένα μικρό παραμύθι, «Το πρόβατο και τα άλογα», ως «ηχητικό πείραμα». Από τότε, το κείμενο αυτό χρησιμοποιείται και ενημερώνεται περιοδικά, σύμφωνα με τα νεότερα γλωσσολογικά δεδομένα, προκειμένου να αποδώσει όσο το δυνατόν πιο πιστά τον ήχο αυτής της εξαφανισμένης γλώσσας. Φυσικά, χωρίς γραπτά κείμενα ή φυσικούς ομιλητές, οι ειδικοί διαφωνούν έντονα· «καμία εκδοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστική».
Σήμερα, χάρη στη δουλειά του καθηγητή H. Craig Melchert του UCLA και στην ανάγνωση του γλωσσολόγου Andrew Byrd, μπορούμε να ακούσουμε μια από τις πιο σύγχρονες αναπαραστάσεις της Πρωτοϊνδοευρωπαϊκής.
Παρακάτω διαβάζει τη μετάφραση του παραμυθιού του Schleicher: «Ένα πρόβατο χωρίς μαλλί είδε άλογα: το ένα τραβούσε ένα βαρύ κάρο, το άλλο κουβαλούσε μεγάλο φορτίο και το τρίτο μετέφερε έναν άνθρωπο με ταχύτητα. Το πρόβατο είπε στα άλογα: «Η καρδιά μου πονά, βλέποντας τον άνθρωπο να οδηγεί τα άλογα.» Τα άλογα απάντησαν: «Άκου, πρόβατο, κι εμάς μας πονά η καρδιά όταν βλέπουμε αυτό: ο άνθρωπος, ο αφέντης, παίρνει το μαλλί του προβάτου και το κάνει ρούχο για τον εαυτό του. Και το πρόβατο μένει χωρίς μαλλί. Όταν το άκουσε αυτό, το πρόβατο έτρεξε μακριά, στην πεδιάδα».

