Η πολυσχιδής και πάντοτε ανήσυχη καλλιτεχνικά Φένια Παπαδόδημα ρίχνει φως στη σπουδαιότερη ελληνική φωνή της Αμερικής των αρχών του 20ού αιώνα, τη Μαρίκα Παπαγκίκα, και γράφει το «Marika’s dream», χαρίζοντάς μας έναν καταιγιστικό μονόλογο μετά μουσικής στο Μικρό Γκλόρια. Η Φένια, μάλιστα, συνδέει την ζωή της Μαρίκας Παπαγκίκα με την ζωή μιας άλλης εμβληματικής τραγουδίστριας, της Μπίλι Χόλιντεϊ που ξεκινάει την καριέρα της στο Χάρλεμ το 1929, όταν η Μαρίκα μεσουρανεί ακόμη στο Μανχάταν τραγουδώντας στο δικό της κλαμπ, το περίφημο «Marika’s»!
Το τρέιλερ της παράστασης:
Άλλωστε, το μπλουζ δεν έχει πατρίδα. Με αφορμή την παράταση που δόθηκε στην μουσική αυτή παράσταση, τα Μικροπράγματα απευθύνουν 5 ερωτήσεις στον άνθρωπο που δίνει φωνή και πνοή στις ιστορίες της Μαρίκας και της Μπίλι.
- Τι είναι για σένα το ρεμπέτικο τραγούδι και πού συναντάται με το μπλουζ και την τζαζ μουσική;
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι η κατάθεση μίας βιωμένης αλήθειας χωρίς κανένα επίκτητο, επεξεργασμένο στολίδι, έκφραση του πόνου, του αδιέξοδου, της μοναξιάς του ανθρώπου, μέσα από μουσικούς δρόμους απλούς αλλά ιδιαίτερα δυνατούς, που έχουν στόχο κατευθείαν την καρδιά του ακροατή, προσφέροντας του μία θεραπευτική μέθεξη.
Όλα αυτά έτσι ακριβώς συμβαίνουν και στο μπλουζ. Αυτός που τραγουδάει ένα ρεμπέτικο ή ένα μπλουζ , μιλάει από την ίδια θέση. Η ζωή τον ξεπερνάει. Μας μιλάει για τη συντριβή, την ανημπόρια, το παράπονο, το πάθος του ή για μια χαρά φευγαλέα που πάντα κρύβει μια μελαγχολία. Ποτέ όμως δεν εκφράζεται από θέση ισχύος. Το ρεμπέτικο και το μπλουζ υπάρχουν γιατί κάποιος πάσχει. Πονάει κι έχει ανάγκη από λύτρωση. Η τζαζ μουσική όσο κι αν δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας στοιχεία του μπλουζ και της λαϊκής αμερικάνικης μουσικής, αποτελεί ωστόσο ένα διαφορετικό μουσικό ρεύμα. Δεν πρόκειται για «λαϊκή» μουσική – αν και αυτό σηκώνει μεγάλη κουβέντα καθώς ο όρος τζαζ εμπεριέχει πολυποίκιλα μουσικά και στιχουργικά δείγματα ως προς το ύφος και την προέλευση τους. Παρ’ όλα αυτά πρόκειται για μία πιο σύνθετη μουσική έκφραση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «λόγια» σε σχέση με το μπλουζ.
Στην παράσταση αυτά τα μουσικά ρεύματα συναντιούνται μέσα από την δική μου πορεία, την δική μου σχέση με το τραγούδι έτσι όπως εξελίχτηκε μέσα στα χρόνια. Από μικρή τραγουδούσα ρεμπέτικα και spirituals γιατί ο πατέρας μου είχε πολύ διαφορετικά ακούσματα. Έζησα πολλά χρόνια στο Παρίσι, το πολυπολιτισμικό μουσικό κέντρο του κόσμου, πέρασα και από την Νέα Υόρκη, συνεχίζοντας τις σπουδές μου στην τζαζ, για να επιστρέψω στη βυζαντινή και την ελληνική παραδοσιακή μουσική μετά από ένα μεγάλο μουσικό και προσωπικό ταξίδι. Εκτός από το τραγούδι, το πιο σημαντικό για μένα είναι ότι μπορώ πλέον να ασκώ την ψαλτική τέχνη, να ψάλλω και να συμμετέχω με τη φωνή μου στις ακολουθίες της εκκλησίας. Κάτι που ουδέποτε θα φανταζόμουν ότι θα μου συμβεί. Κάτι που ήταν εντελώς εκτός «κάδρου» για μένα πριν κάποια χρόνια. Από εκεί προέρχεται και η διαφορετικότητα αυτής της παράστασης, από την δική μου ιδιαίτερη ζωή, όπως διαμορφώθηκε μέσα από τα ταξίδια, τις σπουδές και τους διαφορετικούς τόπους διαμονής μου.
2. Πότε πρωτογνώρισες/πρωτοάκουσες την Μαρίκα Παπαγκίκα και πώς αισθάνθηκες; Και την Μπίλι Χόλιντεϊ;
Την φωνή της Παπαγκίκα την άκουσα στο Σμυρναίικο μινόρε για πρώτη φορά και ομολογώ ότι ένιωσα αυτό που έγραψε γι’ αυτήν ο λάτρης της μουσικής Ίαν Ναγκόσκι που την ανακάλυψε τυχαία το 2005. «Τα τραγούδια της θυμίζουν την πρώτη κραυγή του ανθρώπου». Πράγματι η φωνή της φέρει μία ήσυχη δύναμη και μία συγκίνηση που ξεπερνούν την απλή «λαϊκή» έκφραση. Γι’ αυτό κι ο κιθαρίστας Γιώργος Κατσαρός που είχε ζήσει στην Αμερική και τον οποίον είχε ηχογραφήσει ο Παναγιώτης Κουνάδης, έλεγε για την Παπαγκίκα ότι είναι μία σπάνια «βυζαντινή» φωνή που τραγουδούσε πολύ όμορφα τα σμυρναίικα, τα τζιβαέρια, τα ρεμπέτικα. Ο Παναγιώτης Κουνάδης πολύ σωστά λέει για την Παπαγκίκα ότι ήταν η μόνη που μπορούσε να τραγουδήσει από κλασικές άριες μέχρι τα πιο βαριά χασικλίδικα. Θέλω να πω ότι δεν έχει σημασία το τι τραγουδούσε, αλλά ο ήχος της. Το πώς «ηχεί» τελικά μία φωνή έχει να κάνει με την απεύθυνση αυτού που τραγουδάει. Με όσα κρύβει και όσα αποκαλύπτει. Κι ακόμη βαθύτερα ο λόγος για τον οποίον τραγουδάει ή παίζει μουσική. Διαβάζοντας την βιογραφία ενός καλλιτέχνη καταλαβαίνουμε καλύτερα και τον τρόπο έκφρασής του.Γνώρισα την Μπίλι Χόλιντεϊ μέσα από την βιογραφία της όσο ήμουν στην Νέα Υόρκη. Από μικρό παιδί είχα μία έντονη ευαισθητοποίηση, ίσως μέσα από τα spirituals που άκουγα με τον πατέρα μου, σε ότι είχε να κάνει με το ζήτημα των σκλάβων που έφτασαν στην Αμερική από την Αφρική. Λες και το είχα ζήσει από κοντά. Μάλιστα σ’ ένα ταξίδι – περιπέτεια, είχα επισκεφθεί για μία μέρα ,τον νησί της Γκορέ στη Σενεγάλη, εκεί όπου συγκέντρωναν τους ανθρώπους που είχαν σκοπό να στείλουν με τα καράβια σαν σκλάβους στο Νέο κόσμο. Μία φρικτή ιστορία. Η γιαγιά της Μπίλι σκλάβα και η μαμά της υπηρέτρια. Όλη της η ζωή φέρει τα στίγματα αυτής της καταγωγής. Έκλαιγα ώρες διαβάζοντας τα όσα έζησε αλλά και τα όσα κατάφερε να κάνει! Είναι μοναδική όπως και ο τρόπος με τον οποίον τραγουδάει. Με την μεγαλύτερη απλότητα πετυχαίνει μία ακραία πύκνωση της έκφρασης. Αξεπέραστη. Στην Νέα Υόρκη έγραψα την θεατρική νουβέλα «Μια γάτα που την λέγαν Μπίλι Χόλιντευ» (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013), που παίξαμε με τον Ντέιβιντ Λιντς στο Θέατρο Πορεία σε σκηνοθεσία του Θ. Αμπαζή.
Το 1929 κι ενώ η Μαρίκα Παπαγκίκα μεσουρανεί στο Μανχάταν (άπιαστο όνειρο για κάθε αφροαμερικάνο καλλιτέχνη της εποχής), τραγουδώντας στο δικό της κλαμπ, το περίφημο «Marika’s», η Μπίλι περνάει την πρώτη της οντισιόν λίγους δρόμους βορειότερα, σ’ έναν άλλο όμως πλανήτη. Στο Χάρλεμ. Τα χρόνια ανάμεσα στο 1929 και το 1932, όταν το Marika’s κλείνει οριστικά, είναι η περίοδος που η Μπίλι Χόλιντευ ανεβαίνει, τραγουδάει με σπουδαίες ορχήστρες, ηχογραφεί, και θεωρώ αδύνατον το να μην γνώριζε την περίφημη Μarika!…Σίγουρα όχι προσωπικά, αλλά σαν καλλιτέχνη και σαν κλαμπ, χωρίς καμία αμφιβολία. Άλλωστε, δεν υπήρχαν ακόμη εκατοντάδες μουσικά στέκια. Έτσι γράφοντας το στόρυ για τη Μαρίκα Παπαγκίκα, και καθώς ονειρευόμουν την ατμόσφαιρα εκείνης της Νέας Υόρκης, μου φάνηκε αδιανόητο να μην αναφερθώ στον παράλληλο αγώνα της Μπίλι, που μόλις ξεκινούσε. Όχι μόνο γιατί ήταν παλιά και αγαπημένη μου «γνώριμη» και φίλη, αλλά γιατί μου έδινε την ευκαιρία να μιλήσω για την κοινωνία, τον ρατσισμό, την σκληρότητα του τοπίου μέσα στο οποίο πάλεψαν αυτές οι δύο σπουδαίες γυναίκες.
3. Ηθοποιός, μουσικός, σκηνοθέτρια, δραματουργός, συγγραφέας. Πού διαξιφίζονται και πού παντρεύονται οι ιδιότητες αυτές; Ποια βρίσκεται βαθύτερα ριζωμένη και γιατί;
Δεν ένιωσα ποτέ ότι οι διαφορετικές πλευρές της δημιουργικότητας μου διαξιφίζονται. Αντίθετα, πάντα καταλάβαινα ότι η μία είναι αναγκαία για την άλλη όπως τα διαφορετικά όργανα του σώματος με τις τόσες θαυμαστές λειτουργίες τους. Σπούδασα θέατρο στο Conservatoire Superieur Νational d’ Art Dramatique στο Παρίσι. Μπορεί να φαίνεται κάτι ιδιαίτερο αυτό στην Ελλάδα, ωστόσο έξω είναι αρκετά σύνηθες ένας ηθοποιός να τραγουδάει, να γράφει και να σκηνοθετεί. Από πολύ μικρή σπούδαζα πιάνο, χορό και θέατρο. Δεκαεννέα χρονών σκηνοθέτησα την πρώτη μου μικρού μήκους ταινία που βραβεύτηκε και συμμετείχε σε πέντε διεθνή φεστιβάλ. Από τότε δεν έχω σταματήσει να κάνω ταινίες, να δουλεύω σαν ηθοποιός, τραγουδίστρια και σκηνοθέτης στην Ελλάδα και στο Παρίσι. Το ότι έτυχε να γράψω κάποια κείμενα δεν με κάνει απαραίτητα συγγραφέα, όμως ήταν αναγκαίο να το κάνω την συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το ίδιο ισχύει και με την δραματουργία. Αυτό που είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή μου είναι η αναγκαιότητα της έκφρασης μου μέσα από τη φωνή. Το τραγούδι αλλά περισσότερο η υμνωδία, η βυζαντινή μουσική. Αν με ρωτούσαν τι δεν θα ήθελα ποτέ και με τίποτα να σταματήσω θα έλεγα αυτό. Την βυζαντινή.
4. Ποια είναι η καλλιτεχνική συνεργασία που θα σου μείνει αξέχαστη και για ποιους λόγους;
Τα γυρίσματα, η έρευνα, το μοντάζ και γενικότερα όλη η δημιουργία της πρώτης μου μεγάλου μήκους ταινίας – ένα ντοκιμαντέρ συμπαραγωγή του Ελληνικού κέντρου κιν/φου και της ΕΡΤ με τίτλο «Το καταφύγιο στην Ομόνοια», που θα προβληθεί στις αίθουσες από το νέο έτος – υπήρξε μία διαδικασία αναγέννησης σε όλα τα επίπεδα. Το θέμα του ντοκιμαντέρ είναι η Πολυκλινική Αθηνών, το θρυλικό αυτό νοσοκομείο στην Ομόνοια, εκεί όπου δούλευε η μητέρα μου και όπου έζησα τα παιδικά μου χρόνια, η ίδια η Ομόνοια με όλο της το χάος, και η ζωή ενός ερημίτη, του αγίου Πορφύριου που βρέθηκε από το Άγιον ¨Ορος στην Ομόνοια, στον άγιο Γεράσιμο της Πολυκλινικής, μέσα στη βουή του κόσμου, κι έσωσε πολλούς δυστυχισμένους στην περιοχή και όχι μόνο. Η όλη εμπειρία που έπεσε μέσα στην περίοδο του lock down, με μεταμόρφωσε βαθιά. Θυμάμαι το πριν και το μετά. Ως προς τις θεατρικές συνεργασίες θα ξεχώριζα τρεις.
Τον Ξεπεσμένο δερβίση του Α. Παπαδιαμάντη που είχαμε παρουσιάσει στην Εναλλακτική Λυρική Σκηνή με τους Γιώργο Παλαμιώτη, Ντέιβιντ Λιντς, Αντρέα Πολυζωγόπουλο και Παναγιώτη Κωστόπουλο. Το Άνθος του γιαλού στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης με τους Γιώργο Παλαμιώτη, Γωγώ Ξαγαρά και Ήβη Παπαθανασίου και την Νέκυια στο φεστιβάλ του Ελαιώνα με τους Νίκο Σιδηροκαστρίτη, Δημήτρη Θεοχάρη, Γιάννη Παπαδόπουλο, Λεωνίδα Σαραντόπουλο και μία ομάδα εξαιρετικών νέων ηθοποιών. Και στις τρεις περιπτώσεις είχα την αίσθηση ότι μουσική και λόγος είχαν γίνει ένα και έρεαν με απόλυτη ακρίβεια και καθαρότητα, αβίαστα. Σαν να ζούσαμε σ’ ένα όνειρο που είχε ήδη κινηματογραφηθεί πριν το βιώσουμε. Η επικοινωνία με το κοινό ήταν πρωτόγνωρη, συγκινητική. Είναι αυτό που συμβαίνει και στην παράστασή μας τώρα, στο «Marika’s dream. Αν μ’ αγαπά κι ειν’ όνειρο». Μία απρόσμενη ευλογία!
5. Τι θα ήθελες να πάρει μαζί του ο κόσμος φεύγοντας από το Μικρό Γκλόρια; Τι παίρνεις εσύ από κάθε παράσταση;
Μία απερίγραπτη ανάταση, χαρά και συγκίνηση. Το κοινό συμμετέχει, κρατάει τον ρυθμό, τραγουδάει μαζί μου. Νιώθω ότι κάτι συμβαίνει πέρα από την ιστορία. Κάτι βιώνουμε όλοι μαζί που μας δίνει δύναμη. Αυτό είναι τόσο υπέροχο. Δεν το είχα φανταστεί. Είναι ένα ξαλάφρωμα, ένα είδος κάθαρσης .
Οι ηρωίδες της παράστασης πάλεψαν, τσακίστηκαν κυριολεκτικά από την ζωή, άνοιξαν όμως μέσα από απλά τραγούδια ένα πολύ βαθύ κανάλι επικοινωνίας με τον απέναντι συνάνθρωπο- ακροατή, όποιος κι αν είναι αυτός. Όποιος κι αν είναι. Πώς γίνεται αυτό; Πόσο δύσκολο είναι. Αυτό προσπαθώ να ψηλαφίσω σε κάθε παράσταση. Νομίζω ότι το κατάφεραν γιατί είχαν την δυνατότητα να μπαίνουν στη θέση του άλλου. Όποιος κι αν είναι όμως. Χωρίς προϋποθέσεις. Αγάπη χωρίς καμία προϋπόθεση. Αυτό παίρνω από το κοινό κι αυτό προσπαθώ να δίνω με όλη μου την ψυχή. Ωραία τα λόγια περί αγάπης θα πει κανείς…Μα σήμερα δεν είμαστε άξιοι ούτε λίγη συμπόνια να νιώσουμε. Συμφωνώ. Όμως όσα δεν μπορούν οι άνθρωποι καμιά φορά τους τα φέρνει μπροστά τους ο Θεός, δωράκι «ενθύμησης»!
Info:
Marika’s dream
Μαρίκα Παπαγκίκα – Μπίλι Χόλιντεϊ
Δύο εμβληματικές καλλιτέχνιδες με παράλληλες ζωές
Κείμενο – ερμηνεία- τραγούδι: Φένια Παπαδόδημα
Μουσικοί: Παναγιώτης Βέργος, σαντούρι / Γιώργος Μικρός, πιάνο / Γιώργος Παλαμιώτης, ηλεκτρικό μπάσο
Φένια Παπαδόδημα, κείμενο, ερμηνεία, τραγούδι
Θέατρο Μικρό Γκλόρια: Ιπποκράτους 7, Αθήνα, τηλ. 2103642334
Κάθε Παρασκευή στις 18:00 έως 29 Δεκεμβρίου / Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/marikas-dream



