Η τοξική συμπεριφορά κερδίζει συνεχώς έδαφος. Πώς να την αναγνωρίσουμε και πώς να προφυλαχθούμε. Από το αφιέρωμα του psychologytoday
Τοξικότητα στις προσωπικές σχέσεις
Στη δουλειά, πολλές φορές ο στόχος είναι να ξεφεύγουμε από τους τοξικούς ανθρώπους. Στην ιδιωτική μας ζωή, όμως, έχουμε την ικανότητα να τους προσκαλούμε κοντά μας – κάτι που είναι πιθανότερο να συμβεί κατά την αναζήτησή μας για αγάπη.
Οι τοξικοί άνθρωποι συχνά έχουν ελκυστικά χαρακτηριστικά, όπως αυτοπεποίθηση. Οι πιο χειριστικοί από αυτούς ποτέ δεν αποκαλύπτουν την πραγματική τους φύση από την αρχή. Αντί γι’ αυτό, είναι πιθανότερο να επιδοθούν σε μια επίθεση γοητείας, διεξάγοντας μια «εκστρατεία» προσοχής και κολακείας, μαζί με δημόσιες επιδείξεις στοργής για να κερδίσουν τον θαυμασμό και την εμπιστοσύνη ενός δυνητικού συντρόφου – ας πούμε, σας στέλνουν μια φανταχτερή ανθοδέσμη στο γραφείο, με στόχο να εντυπωσιάσουν τους συναδέλφους σας όσο και εσάς. Κινούνται γρήγορα.
Μέχρι να αρχίσουν να παρουσιάζουν αμφισβητήσιμη συμπεριφορά (όπως το να έχουν παράλογες απαιτήσεις), λέει η νευροψυχολόγος Rhonda Freeman, έχουμε ήδη δεθεί συναισθηματικά μαζί τους. Μόλις τρυπώσουν στην ψυχή μας, τους βλέπουμε μέσα από ένα παραμορφωτικό φακό. Αντιδρούμε στα φάουλ τους (π.χ. όταν ξεσπάνε επάνω μας με εκατοντάδες τρόπους, κατηγορώντας μας για τα προβλήματά τους, αγνοώντας τις ανάγκες και τα αιτήματά μας) προσπαθώντας να εκλογικεύσουμε ή να δικαιολογήσουμε την κακή συμπεριφορά τους: «Είναι που έχει πολύ άγχος», ή «Κατά βάθος είναι καλή κοπέλα»…
Μπορεί ακόμη και να ρίξουμε το φταίξιμο στον εαυτό μας: «Είμαι πολύ ανασφαλής». Ή: «Έχει δίκιο. Είμαι πολύ τυχερός που έχω σχέση μαζί της. Ποια άλλη θα με άντεχε;» H Freeman λέει ότι μια τέτοια δυναμική είναι ιδιαίτερα πιθανή σε άτομα που βίωσαν συναισθηματική ή σωματική κακοποίηση στο οικογενειακό τους περιβάλλον καθώς μεγάλωναν.
Όσο πιο κοντά έρθουμε με ένα τοξικό άτομο, τόσο μεγαλύτερη ζημιά μπορεί να μας κάνει. Όσο περισσότερα γνωρίζουν για εμάς οι τοξικοί άνθρωποι, τόσο περισσότερο προσκολλώμαστε σε αυτούς συναισθηματικά, τόσο περισσότερο τους αφήνουμε να εισχωρήσουν στη ζωή μας. Απλούστατα, αποκτούν περισσότερες πληροφορίες με τη βοήθεια των οποίων μπορούν να μας χειραγωγήσουν ή να μας καταφέρουν άλλα χτυπήματα. Επίσης, σημειώνει η Freeman, όταν έχουμε δεθεί με ένα άτομο, καταβάλλουμε ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια για να αποφύγουμε τα επώδυνα συναισθήματα απώλειας που σχετίζονται με την «αποκόλλησή» μας από αυτό.
Οι σύντροφοι πρέπει πάντα να διαπραγματεύονται τη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη φροντίδα και τη στοργή από τον έλεγχο. Μερικές από τις πιο βλαπτικές συμπεριφορές στις σχέσεις συμβαίνουν όταν ο ένας σύντροφος σκοπίμως συνηθίζει να προβαίνει σε κατάχρηση εμπιστοσύνης προκειμένου να υπερβεί αυτή τη γραμμή και να ελέγξει τον άλλο. Η χειραγώγηση είναι πάντοτε μια κατάχρηση εξουσίας, όμως η σύγκρουση της δόλιας πρόθεσης ενός συντρόφου με την υπόθεση-παραδοχή του άλλου για θετική θεώρηση των πραγμάτων μπορεί να αποβεί ιδιαιτέρως αποσταθεροποιητική.
Μια από τις πιο διαβόητες μορφές ρομαντικής χειραγώγησης είναι το λεγόμενο love bombing (βομβαρδισμός αγάπης), το οποίο περιέγραψε η ψυχολόγος Margaret Singer (1923-2003), που έγινε ευρέως γνωστή για τη συμβολή της στην αποκάλυψη των τακτικών που εφαρμόζουν αιρέσεις και παρόμοιες οργανώσεις. «Ο βομβαρδισμός αγάπης – ή η προσφορά άμεσης συντροφικότητας – είναι ένα παραπλανητικό τέχνασμα στο οποίο οφείλονται πολλές επιτυχημένες εκστρατείες στρατολόγησης», έγραψε η Singer στο βιβλίο της Cults in Our Midst (Οι αιρέσεις ανάμεσά μας, 1996). Η τεχνική τού love bombing περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «να πλημμυρίζεις τους ‘νεοσύλλεκτους’ με κολακείες – λεκτική αποπλάνηση», με τρυφερά, στοργικά αγγίγματα και με «πολλή προσοχή σε κάθε τους σχόλιο».
Ο βομβαρδισμός αγάπης είναι ένα έντονο, γεμάτο προσοχή φλερτ που ξαφνικά δίνει τη σειρά του σε ακραίες απαιτήσεις. Οι «βομβιστές» – άλλοι εξαιτίας των δικών τους ανασφαλειών, άλλοι λόγω της εκμεταλλευτικής τους φύσης – επιδιώκουν να κρατούν τον σύντροφό τους για τον εαυτό τους, απομονωμένο από φίλους και οικογένεια και πλήρως εξαρτώμενο, καθιστώντας τους εαυτούς τους το μοναδικό επίκεντρο της προσοχής. Όταν κάποια στιγμή ο στόχος φέρει αντίρρηση, ή ο ελεγκτικός σύντροφος βαρεθεί το παιχνίδι, αρχίζει η υποτίμηση-απαξίωση. Για τον βομβιστή, πάντοτε φταίει και πρέπει να κατηγορείται ο στόχος.
Μπορεί να χρειαστούν πολλοί κύκλοι καταδίωξης και υποτίμησης μέχρι να «ξυπνήσει» ο στόχος και να κινηθεί προς τον τερματισμό της σχέσης. Κάποιους ανθρώπους μπορεί να τους τραβούν ιδιαιτέρως οι «βομβιστές αγάπης». Όσοι έχουν έλλειψη αυτοπεποίθησης, είναι αβέβαιοι για το ποιοι είναι ή προς τα πού πορεύονται στη ζωή, ή δεν είναι σίγουροι ότι δικαιολογούνται να διατυπώσουν στη γνώμη τους, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε προσωπεία αγάπης. Και όπως οι τραμπούκοι ειδικεύονται στο να ξεχωρίζουν αυτούς που δεν υπερασπίζονται τον εαυτό τους, οι βομβιστές αγάπης μπορούν να είναι εξαιρετικά επιδέξιοι στο να «μυρίζονται» όσους αμφιβάλλουν για τον εαυτό τους.
Η πιο ύπουλη μορφή χειραγώγησης στις προσωπικές σχέσεις
Η πιο ύπουλη μορφή χειραγώγησης είναι το λεγόμενο gaslighting. Παρότι σαφώς δεν αποτελεί αποκλειστικότητα των αισθηματικών σχέσεων, η μεγάλη οικειότητα που μοιράζονται οι σύντροφοι το καθιστούν δυνητικά ως την πιο υπονομευτική-ανατρεπτική τοξική συμπεριφορά. Αποσταθεροποιώντας το άτομο-στόχο, το gaslighting υπονομεύει την ίδια την επαφή του ατόμου με την πραγματικότητα.
Το gaslighting, λέει ο ψυχολόγος Robin Stern, αναπλ. διευθυντής του Kέντρου Συναισθηματικής Νοημοσύνης του Yale και συγγραφέας τού βιβλίου The Gaslight Effect, «είναι η συστηματική απόπειρα ενός ατόμου να διαβρώσει την πραγματικότητα ενός άλλου – λέγοντάς του ότι αυτό που βιώνει δεν είναι όπως νομίζει – και η σταδιακή παραίτηση από πλευράς τού άλλου ατόμου». Το gaslighting περιλαμβάνει πάντα ένα άτομο που χρειάζεται να έχει τον έλεγχο για να διατηρήσει την αίσθηση του εαυτού του, και ένα άλλο «που χρειάζεται τη σχέση για να διατηρήσει την αίσθηση του εαυτού του, και είναι πρόθυμο να συναινέσει».
Ο όρος gaslighting προέρχεται από ένα θεατρικό έργο τού 1938 με τίτλο Gaslight, γραμμένο από τον Patrick Hamilton. Στο έργο αυτό, που αργότερα έγινε κινηματογραφική ταινία με πρωταγωνίστρια την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ένας σύζυγος πείθει τη γυναίκα του ότι τα βήματα που εκείνη ακούει τη νύχτα (και είναι δικά του) και η μείωση της φωτεινότητας στις λάμπες αερίου που υπάρχουν στο σπίτι (κι αυτό δική του δουλειά, καθώς ψάχνει κρυφά στη σοφίτα για κρυμμένο θησαυρό) είναι αποκυήματα της φαντασίας της.
Όσοι έχουν συντρόφους που διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα για τους δικούς τους σκοπούς (επιμένοντας, π.χ.: «Είσαι υπερευαίσθητη», ή «Δεν έχεις πρόσβαση στο είδος των πληροφοριών που έχω εγώ»), φτάνουν να αμφιβάλλουν για τις πεποιθήσεις και τις αντιλήψεις τους και να βλέπουν τον εαυτό τους ως κακό/ή σύντροφο επειδή τολμούν να αμφισβητήσουν τη σοφία τού/τής συντρόφου τους.
Όπως και τα τοξικά αφεντικά, οι gaslighters κατά κανόνα δείχνουν μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, λέει ο Stern. Αυτό τους δίνει ακόμη μεγαλύτερη ισχύ στην αμφισβήτηση της κρίσης τού/τής συντρόφου. Από την ίδια του τη φύση, το gaslighting ακυρώνει τα ένστικτα που μπορεί να δίνουν σήμα πως κάτι πάει στραβά. Για να κάνουν τη ζημιά ακόμη χειρότερη, οι gaslighters – ή οι επιπτώσεις της συμπεριφοράς τους – έχουν την τάση να απομονώνουν τον στόχο τους από άτομα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανίχνευση της σκληρότητας ή να ελέγξουν τους στρεβλούς ισχυρισμούς με βάση τα πραγματικά γεγονότα.
*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:



