Με τον μέχρι και σήμερα άγνωστο άνθρωπο που θα μου μάθαινε σε λίγα δευτερόλεπτα πως το θέμα με τα κλισέ είναι ότι καθημερινά βρίσκουν μια δικαιολογητική βάση για να εδραιώνουν την αξία τους, έχουμε μια κοινή αγάπη: την παραλία Έμπλυση, στην Κεφαλονιά. Τον άγνωστο πατέρα και delusional παντογνώστη που πέρσι ίδιες μέρες με έκανε να δω την ημιμάθεια να μεταδίδεται με σιγουριά σε δευτερόλεπτα, με το θύμα της να κολυμπάει ανέμελο με την αθωότητα και την ευκολοπιστία των 10 του (νομίζω) χρόνων στα νερά του νησιού, τον πέτυχα και φέτος σε διπλανή ομπρέλα, ανάμεσα σε ταπεράκια και αντηλιακά με SPF 50. Με το ίδιο κόκκινο μαγιό. Αυτή τη φορά δεν ασχολήθηκε μαζί μου. Βεβαιώθηκε πέρσι, άλλωστε, πως προφανώς και είμαι «Μασόνα».
Τον περασμένο Αύγουστο ο πατέρας ενός δεκάχρονου το πολύ παιδιού, κολυμπούσε στα ρηχά της παραλίας Έμπλυση, έξω από το Φισκάρδο. Είχα μόλις σηκωθεί από την πετσέτα, για μια ακόμα βουτιά, ανάμεσα σε κάτι σαν κινήσεις ζεϊμπέκικου που προσπαθούν να μη γίνουν κραυγαλέες όταν πρόκειται για παραλία με μεγάλες πέτρες. Έμπαινα αργά και μισονυσταγμένη αλλά και ευτυχισμένη, στο νερό. Τότε ο δεκάχρονος γιός του, που κολυμπούσε δίπλα του, τον ρώτησε χαμηλόφωνα, αλλά με μια αδιαφορία για το αν ακούω, εικάζοντας προφανώς πως είμαι μια ακόμα τουρίστρια (μια από τις Ιταλίδες που αγαπούν τα Επτάνησα ίσως): «μπαμπά, τι σημαίνει το τατουάζ στην πλάτη της;», αναφερόμενος στο αφηρημένο σκίτσο ενός ματιού που έχω κάνει τατουάζ στην πλάτη μου εδώ και πολλά χρόνια και που συχνά ξεχνάω την ύπαρξή του λόγω του σημείου στο οποίο βρίσκεται.
Θα μιλούσαμε απλώς για τη γλυκιά αδιάκριτη περιέργεια των παιδιών μέχρι και λίγο πριν την εφηβεία που έρχεται με μπουσταρισμένο το αίσθημα της ντροπής ή μάλλον δεν θα μιλούσαμε καν για ένα τόσο ασήμαντο περιστατικό αν δεν είχα ακούσει τη συνέχεια. «Αυτό είναι το μάτι του Ρα, παιδί μου. Όλοι οι Μασόνοι το έχουν αυτό το τατουάζ», απάντησε ο πατέρας στον γιο του, παρατηρώντας με αδιάκριτα, πιστεύοντας επίσης πως δεν καταλαβαίνω τη δύσκολη ελληνική του γλώσσα.
Το πρόβλημα του «πολύξερου» κηδεμόνα ξεκινούσε από την ανάγκη του να αναφερθεί στο αιγυπτιακό σύμβολο, χωρίς να μπορεί να το αναγνωρίσει. Βλέπετε, δεν είναι όλα τα μάτια, το μάτι του Ρα ή πιο σωστά Μάτι του Ώρου ή ουτζάτ (ναι, είναι παρόμοια, αλλά διαφορετικά σύμβολα). Έπειτα, το πρόβλημα αποκτούσε μια έξτρα στρώση. Ακόμα και υποθετικά, αν δηλαδή το τατουάζ μου ήταν όντως το ουτζάτ, αυτό δεν θα σήμαινε σε καμία περίπτωση πως είμαι Μασόνα. Πρόκειται για αιγυπτιακό σύμβολο που υποτίθεται δηλώνει βασιλική προστασία και καλή υγεία. Και στο κάτω κάτω το έχει χτυπήσει τατουάζ η μισή Ελλάδα. Είναι η μισή Ελλάδα Μασόνοι; Σίγουρα όχι. Βέβαια, για τον συγκεκριμένο πατέρα, μπορεί και ναι.
Διατηρώντας το οσκαρικό τολμώ να πω πόκερ φέις μου και καθυστερώντας τη βουτιά μου όσο περισσότερο γίνεται, προσπαθώ να ακούσω τη συνέχεια του διαλόγου. Σιωπή. Το παιδί κατένευσε θετικά, πιστεύοντας κάθε λέξη που άκουσε. Στα μάτια του πλέον ήμουν «Μασόνα, παιδί μου».
Υπάρχει ένα στάδιο απαραίτητο για την προσωπική ανάπτυξη που οδηγεί ή τέλος πάντων είναι κομμάτι της ενηλικίωσης στα πρώτα της στάδια: η πλήρης αποδόμηση του γονεϊκού προτύπου, η πλήρης αμφισβήτηση του πατέρα και της μητέρας ως αυθεντίες και ως εκπροσώπους του πώς λειτουργούν τα πράγματα και πώς έχει δομηθεί ο κόσμος.
Φαντάστηκα τη ζωή του 10χρονου λίγα χρόνια μετά να ψάχνει στην αναζήτηση του Google το ουτζάτ να και συνειδητοποιεί πως δεν έχει καμία σχέση με τη μασονία, που λογικά ακόμα και τότε θα παίρνει διαστάσεις αόρατου και θεόρατου εχθρού στο μυαλό του, κληρονομιά από τον μπαμπά του. Τον φαντάστηκα μετά, κλικ στο κλικ, να διαβάζει στο τάμπλετ πως αυτό που είχε στο μυαλό του ο οχυρωμένος πίσω από θεωρίες συνωμοσίας πατέρας ήταν το “μάτι που βλέπει τα πάντα”, το πιο διάσημο μασονικό σύμβολο. Μετά να μπερδεύεται με κάτι ψεκασμένα blog που συνδέουν τον Παντεπόπτη Οφθαλμό με το μάτι του Ώρου και στο τέλος να αφήνεται να αποφασίσει αν θα αρχίσει να κυνηγάει τους illuminati ή αν θα τα κλείσει όλα ζαλισμένος από τον υπερπληροφόρηση η αξία της οποίας παίζεται και θα ανοίξει το Tinder κάνοντας swipe left και right σαν υπνωτισμένος. Μέχρι τότε θα απορροφούσε σαν σφουγγάρι κάθε ψευδαίσθηση του πατέρα του.
Τελικά, βούτηξα. Βγαίνοντας, στη διπλανή πετσέτα βρήκα την Π.
«Να σε ρωτήσω κάτι;», της λέω, «με τι σου μοιάζω;».
«Με νυσταγμένο ζαμπόν.»
«Άλλο;»
«Με εκείνη την τύπισσα στο πλοίο που είχε βάλει τα πόδια της πάνω στο ταμπλό του αυτοκινήτου».
«Όχι με Μασόνα;».
«Μακάρι να έμοιαζες με Μασόνα».
«Ούτε με Ιταλίδα;».
«Θα ‘θελες.»



