Στη στήλη hot takes της βρετανικής ιστοσελίδας Metro.co.uk μια συντάκτρια γράφει τους λόγους που την απογοήτευσε η Αθήνα και γιατί δε θα πάταγε ποτέ ξανά το πόδι της εκεί.
“Όσο κι αν αγαπώ τις παραλίες, ποτέ δεν ήμουν του τύπου «ήλιος και χαλάρωση». Πάντα προτιμούσα τις εξερευνήσεις σε πόλεις, και μέχρι πρόσφατα, η αγαπημένη μου ήταν η Νέα Υόρκη. Όμως φέτος το καλοκαίρι, είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ για πρώτη φορά την Αθήνα – μια πόλη που ήθελα από παιδί να δω, επηρεασμένη από τη μυθολογία και ταινίες όπως το Sisterhood of the Travelling Pants.
Η αφορμή ήταν μια κρουαζιέρα που ξεκινούσε από την Αθήνα, κι έτσι πετάξαμε μια μέρα νωρίτερα για να προλάβουμε να δούμε την πόλη. Περάσαμε την ημέρα με τον τρόπο που αγαπώ περισσότερο: χωρίς πρόγραμμα, απλώς περπατώντας και αφήνοντάς μας να μας οδηγήσει η διάθεση. Όμως, παρότι συνήθως αυτή η διαδικασία με ενθουσιάζει, στην Αθήνα δεν ένιωσα το ίδιο.

Αν και ο Παρθενώνας στο ξεκίνημα της ημέρας μάς άφησε με το στόμα ανοιχτό, σύντομα ένιωσα πως είχα δει αυτό που ήθελα – και δεν υπήρχε κάτι εξίσου δυνατό να με τραβήξει. Η πόλη μου φάνηκε κατά τόπους παραμελημένη, με πολλή φθορά, γκράφιτι και αρχιτεκτονική που δεν με συγκίνησε. Το rooftop του ξενοδοχείου, για παράδειγμα, υποσχόταν «θέα στην Αθήνα», αλλά τελικά πρόσφερε κυρίως γκρι πολυκατοικίες.
Ήταν σαν να συναντάς από κοντά τον αγαπημένο σου ποπ σταρ και να μη μοιάζει καθόλου με αυτό που είχες φανταστεί. Ή σαν να περιμένεις ώρες για να δοκιμάσεις ένα viral γλυκό και τελικά να αποδειχθεί υπερεκτιμημένο. Κάπως έτσι ένιωσα.
Υπήρχε, όμως, μια εξαίρεση: η Πλάκα. Γραφική, με λουλούδια, στενά σοκάκια και σκάλες που οδηγούν σε μαγαζάκια και καφέ. Τουριστική, ναι, αλλά όμορφη. Αν και το φαγητό στην περιοχή δεν με εντυπωσίασε (τουριστικές τιμές χωρίς ιδιαίτερη γεύση), βρήκα ένα μικρό θησαυρό: το εστιατόριο «Το Κάτι Άλλο» στην οδό Χατζηχρήστου. Μικρό, οικογενειακό, χωρίς site ή social media, με έναν μαυροπίνακα για μενού και αυθεντικές γεύσεις σε πολύ καλές τιμές. Ήταν η καλύτερη στιγμή της παραμονής μου στην πόλη.
Η Αθήνα δεν ήταν αυτό που είχα φανταστεί, και ίσως να μην μου ταίριαξε με την πρώτη. Αλλά ξέρω πως κάθε πόλη έχει το δικό της ρυθμό – κι ίσως, μια επόμενη φορά, να τη δω αλλιώς.”
Εδώ που τα λέμε, δεν έχει και πολύ άδικο

