Ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης έγραψε στα Νέα ένα κείμενο με αφορμή το θάνατο του συνθέτη Θάνου Μικρούτσικου.
Η ΜΟΙΡΑ ΣΟΥ ΕΣΥ ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΙΣΑΙ
Μεταμορφώνοντας τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία σε τραγούδια ο Θάνος Μικρούτσικος πέτυχε το πιο σημαντικό. Να φωτίσει, να αναδείξει τον στίχο, ενίοτε να ξεκλειδώσει και κρυφά νοήματά του. Να εξοικειώσει προσέτι τους ακροατές με ένα ιδίωμα ναυτικό, γεμάτο άγνωστες λέξεις.
Δεν ήταν εύκολο αυτό, κάθε άλλο. Αφότου ξεκίνησαν παρ’ημίν οι μελοποιήσεις, από τα τέλη των 50’ς με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη (το 1926 ο Δημήτρης Μητρόπουλος είχε βάλει μουσική σε δεκατέσσερα ποίηματα του Καβάφη, η εργασία του ωστόσο δεν έφτασε στο πλατύ κοινό), πολλοί συνθέτες αποπειράθηκαν να συνδεθούν με κάποιον ταλαντούχο ποιητή. Κάποιοι είχαν την κατάληξη των πρωτόβγαλτων ταυρομάχων που το θηρίο τούς γκρεμίζει από τη ράχη του και τους ποδοπατάει ανελέητα. Άλλοι -σαν τους κακούς μαγείρους που φλομώνουν τα φαγητά στις σάλτσες- πασάλειψαν τους στίχους με τις νότες τους, τούς κατήντησαν αγνώριστους. Λίγων το αποτέλεσμα στάθηκε ευτυχές. Ανάμεσά τους αναμφίβολα συγκαταλέγεται ο «Σταυρός του Νότου».
Και ξαφνικά βρεθήκαμε να τραγουδάμε για το καραντί που θα μάς μπατάρει, για τον πυρετό στους τροπικούς και για του Ρίο τη μαλαφράντζα… Η συγκυρία ήταν απολύτως ευνοϊκή για κάτι τέτοιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Ιστορία μας γύριζε σελίδα. Μπαίναμε στην ΕΟΚ (πρόδρομο της Ευρωπαϊκής Ένωσης), ξέφευγαμε -οριστικά έμοιαζε- από τη φτώχεια και την υπανάπτυξη. Η πατρίδα δεν θα έδιωχνε πλέον τα παιδιά της στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές, δεν θα τους έβγαζε φυλλάδιο για να μπαρκάρουν και να στέλνουν εμβάσματα, με τα οποία θα ζούσε η οικογένεια στο νησί. Είχαμε πιά την ψυχική πολυτέλεια όχι απλώς να συμφιλιωθούμε αλλά και να μυθοποιήσουμε τα τραύματα του παρελθόντος. Να κάνουμε τον πόνο άρπα όπως θα’λεγε ο Καρυωτάκης.
Εάν η ναυτοσύνη μας υμνήθηκε όπως τής άξιζε, το ίδιο δεν συνέβη με το έπος τής μετανάστευσης. Εκεί μονάχα «Θείες από το Σικάγο» βλέπαμε και πικραμένες «Νύφες». Ίσως τα επιτεύγματα των ομογενών παραήταν εντυπωσιακά για να τα αποδεχθούν οι απόγονοι εκείνων που είχαν μείνει στα χωριά τους – πώς αλλιώς να ερμηνεύσουμε ότι σχεδόν αποσιωπάται πως εκτός από τον Μάικλ Δουκάκη και η Μαρία Κάλλας και ο Ελία Καζάν και ο Νίκος Γκάλης υπήρξαν Ελληνοαμερικάνοι; Ίσως απλώς να μην έχει έρθει ακόμα η ώρα να γραφτεί, να τραγουδηθεί, να κινηματογραφηθεί η ιστορία του παιδιού που ξεριζώθηκε από τον Μοριά, την Ήπειρο, τη Μικρασία και διέπρεψε στην Αμερική ή στην Αυστραλία…
Για να επιστρέψουμε στον Καββαδία και στον Μικρούτσικο, συνέβη το εξής διόλου παράδοξο. Όσο απομακρύνονταν οι Έλληνες από τον γενάρχη τους Οδυσσέα, «τον άντρα τον πολύτροπο», και βούλιαζαν στην τρυφηλή ζωή των διορισμών και των επιδοτήσεων, τόσο μεράκλωναν με τον «Σταυρό του Νότου».
Οι σχολές του εμπορικού ναυτικού άδειαζαν από σπουδαστές – «πού να θαλασσοπνίγεται το παιδί; ο βουλευτής μας θα τον βολέψει σε γραφείο με σφραγίδες!». Στις μουσικές όμως σκηνές οι θαμώνες τρέκλιζαν (βοηθούσε και το αλκοόλ) λες κι είχαν μόλις δέσει το καράβι τους. Ο Θάνος Μικρούτσικος βροντούσε το πιάνο φορώντας κασκέτο καπετάνιου και το κοινό μύριζε στα σινιέ του ρούχα το ψαρόλαδο. Όταν πάλι άλλαζε σκοπό και τραγουδούσε «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη!», οι αποκάτω αφηνίαζαν, έτοιμοι έμοιαζαν να ξεπαρκάρουν τα τσερόκι τους και να πάνε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Μιλάμε για μαζική παραίσθηση, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία όχι μόνο του κράτους αλλά και της κοινωνίας.
Μπαίνοντας στο 2020, ευελπιστούμε ότι χάρη στην κρίση οι Έλληνες έχουν απαλλαγεί, σε ένα σημαντικό βαθμό, από τις αυταπάτες τους. Δεν αναζητούν πλέον επαναστάσεις στα όνειρά τους. Δεν πλαισιώνουν κάθε σημαίας τις ιστούς σαν ιδεώδεις -νωθροί στο μυαλό- υποτακτικοί. Έχουν επιτέλους εμπεδώσει τον άλλο στίχο που μελοποίησε ο Μικρούτσικος απ’το θεατρικό «Φουέντε Οβεχούνα»: «Η μοίρα σου εσύ μονάχος είσαι. Στα χέρια κανενός μην την αφήνεις.»
Ο Θάνος Μικρούτσικος πέθανε στην αγκαλιά των πιο δικών του, κηδεύτηκε πάνδημα με αγάπη και με θαυμασμό. Τα τραγούδια του μένει να βρουν την αληθινή τους σημασία, το γνήσιο νόημά τους. Να λειτουργούν στο εξής όχι σαν παρηγοριές και σαν φαντασιώσεις. Αλλά ως εγερτήρια.-
****
Κάποιες απ’ τις φράσεις του προκάλεσαν αντιδράσεις:
Η πιο ενδιαφέρουσα αντίδραση ήταν της δημοσιογράφου Ναταλί Χατζηαντωνίου
Nathalie Hatziantoniou
Μια ένσταση. Ο Χωμενίδης δεν είναι λογοτεχνικά ανύπαρκτος και η κριτική σε ό,τι είπε, όσο οργισμένοι κι αν είμαστε πολλοί με την μικροψυχία του, δεν μπορεί νομίζω να εκκινά από κάτι που δεν ισχύει. Ο…
Μια ένσταση. Ο Χωμενίδης δεν είναι λογοτεχνικά ανύπαρκτος και η κριτική σε ό,τι είπε, όσο οργισμένοι κι αν είμαστε πολλοί με την μικροψυχία του, δεν μπορεί νομίζω να εκκινά από κάτι που δεν ισχύει. Ο Χωμενίδης είναι λογοτέχνης και ίσως από τους πιο ενδιαφέροντες της γενιάς του. Όμως επεδίωξε με πολύ μεγαλύτερο «ταλέντο» και ορμή και υπερπολλαπλασιασμένο προβοκατιβ ναρκισσισμό να κάνει δημόσιες σχέσεις και να λάβει ηγετική θέση στην ιδεολογική εκπροσώπηση του ακραίου κέντρου που γλυκοκοίταζε (και) τη Ν.Δ..
Ο αδυσώπητος ναρκισσισμός και η απομάκρυνση από κάθε τι «λαϊκό», του κόστισε για μία ακόμα φορά σε προκλητική μικροψυχία, για να μην πω σκατοψυχιά: όταν φεύγει ένας σημαντικός δημιουργός που τον αγάπησαν τόσοι πολλοί, δεν είναι ασφαλώς η ενδεδειγμένη ώρα για να αφήσεις ένα σκατάκι σαν κατσίκα στο διάβα της μνήμης τόσων ανθρώπων. Ούτε είναι η ώρα να κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια. Διότι αυτή τη συμπεριφορά που περιέγραψε ο Χωμενίδης, στις μουσικές σκηνές την εξασκούσαν οι παρέες του και οι ομόδοξοί του. Κατά τα άλλα η «στρατηγική» του ακόμα κι αν είναι ακούσια, είναι αναγνωρίσιμη.
«Προκαλώ ακραία και οριακά για να υπάρχω», όχι επειδή πιστεύω απολύτως αυτά που λέω. Την εξασκούν με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα και ο Μπογδάνος, ο Τζήμερος ή το Μακελειό κ.ά. Ως εκ τούτου ο Χωμενίδης μπορεί να επιλέξει να έχει μικρότερο μέλλον στη λογοτεχνία και μεγαλύτερο στην αυτογελοιοποίηση, στην τζάμπα μαγκιά και στη συναισθηματική «αποξήρανση». Ένα μόνο. Όσοι δημιουργοί ακολούθησαν αυτή την οδό, απέκοψαν κάθε σχέση με τον κόσμο κι έπαψαν να σέβονται το αίσθημά του, ή ακόμα χειρότερα ασκούσαν διαρκώς επικρίσεις ως ξινισμενοι και δυσκοίλιοι Μεσσίες, εξαιρώντας βεβαίως εαυτούς από όλα τα κακώς κείμενα, έμειναν κάποια στιγμή με μία αδυσώπητα λευκή σελίδα και με μία ομάδα ιδεολογικών κλακαδόρων να τους χειροκροτούν, όσο εκείνοι που είχαν κάποτε αγαπήσει την τέχνη τους, τους είχαν γυρισει την πλάτη κουρασμένοι από την διαρκή απαίτηση τους να τους συγχωρούνται όλες οι ιδιοτροπίες, οι ακρότητες και οι μικροψυχίες τους.
Κάποια στιγμή και τα καλύτερα παιδιά κουράζονται και γυρίζουν στο σπίτι τους ακόμα και Σαββόπουλος να σαι-πολλώ δε μάλλον Χωμενίδης.
Ο Χωμενίδης απάντησε στους επικριτές του με Εμπειρίκο:
*ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:


Mεγάλο κείμενο η ένσταση, αλλα δεν βλέπω να εξηγεί τι ακριβώς την πείραξε, περισσότερο επίθεση στο πρόσωπο του Χωμενίδη βλέπω.
Η αναφορά στον Σαββόπουλο στο τέλος αναρωτιέμαι μήπως δίνει καλύτερα το στίγμα του τι θέλει να πει : “Αν υπήρξες αριστερός και απομακρύνθηκες πρέπει να πας σπίτι σου.”
Εντυπωσιάζομαι από το μένος για το κείμενο του Χωμενίδη. Δεν θίγει τον Μικρούτσικο. Είναι μια θεώρηση της εποχής εκείνης, που μπορεί κάποιος να συμφωνήσει ή όχι.
Γιατί, όσοι δεν συμφωνούν, υβρίζουν? Εκθέτουν τον εαυτό τους και όχι τον Χωμενίδη.
Ας αντιλέξουν στην ουσία του κειμένου του. Όχι όμως με ύβρεις. Περιμένουμε.