σε ,

Αντώνης Τσιρικούδης: Πώς Έγραψα το Πρώτο μου Μυθιστόρημα

“Από Παρασκευή Δευτέρα”

Στη στήλη ”Πώς Έγραψα το Πρώτο μου…”, ζητώ από συγγραφείς να μου περιγράψουν τις αναμνήσεις τους για το πρώτο τους μυθιστόρημα. 

Σήμερα καλεσμένος μου ο Αντώνης Τσιρικούδης

Ο συγγραφέας

Το “Από Παρασκευή Δευτέρα” δεν είναι το πρώτο μου βιβλίο. Είχε προηγηθεί μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Εκεί που δεν το περιμένεις”, που, απροσδόκητα, πήγε αρκετά καλά κι αυτή τη στιγμή μεταφράζεται στα Ισπανικά. Είναι όμως το πρώτο μου μυθιστόρημα, το βιβλίο για το οποίο νιώθω πραγματικά περήφανος. Το ξέρω πως δεν είναι σωστό να κάνεις διακρίσεις σε σχέση με τα παιδιά σου, την πολιτική ορθότητα όμως την αφήνω για τον εργασιακό χώρο, τη συγγραφή δεν τη βλέπω ως επάγγελμα. Ως ένα πρότζεκτ την αντιμετωπίζω περισσότερο, στο οποίο αναμειγνύω τη φαντασία με την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα κάποιοι από αυτούς που θα διαβάσουν το βιβλίο και δουν στους χαρακτήρες τον εαυτό τους να μην μείνουν ευχαριστημένοι. Και τα δύο έχουν εκδοθεί από τις Παράξενες Μέρες.

Οι πίνακες στο εξώφυλλο και των δύο βιβλίων είναι του Mathew Halpin

Από τότε που επέστρεψα στην Ελλάδα ζω σε μια γειτονιά του Ηρακλείου, τον Λάκκο, που παλιότερα, μέχρι και τη δεκαετία του εξήντα, ήταν η πλέον κακόφημη της πόλης, με πορνεία και χαμαιτυπεία. Όταν οι πόρνες εκδιώχθηκαν από την περιοχή, ο Λάκκος αφέθηκε στην εγκατάλειψη, ώσπου οι αρχές είχαν την ιδέα να γκρεμίσουν ένα μεγάλο κομμάτι του για να χτίσουν το ακόμη ανολοκλήρωτο πολιτιστικό κέντρο, το δικό μας γιοφύρι της Άρτας. Γκρεμίστηκαν κι άλλα κτίρια και στη θέση του χτίστηκαν πολυκατοικίες, ελάχιστα από τα παλιά στέκουν ακόμη. Σε ένα από αυτά εγκαταστάθηκα με τα σκυλιά, τον γάτο και τον σύντροφό μου, ο οποίος είχε την ιδέα να  παρακινήσει τους ντόπιους να διασώσουν την αρχιτεκτονική ιστορία της περιοχής με ένα καλλιτεχνικό πρότζεκτ, καθότι ζωγράφος και λάτρης των παλαιών κτιρίων.

Freddy

Το πρότζεκτ, που έφτασε στις εφημερίδες και στα κανάλια, καλούσε ζωγράφους από όλον τον κόσμο να έρθουν και να συμβάλουν με τις τοιχογραφίες τους στον εξωραϊσμό της γειτονιάς μας, λέξη και πράξη αμφιλεγόμενη, αφού κάποιοι, οι αναρχικοί της πόλης για παράδειγμα, δεν την βλέπουν με καλό μάτι, κάνοντάς την κόκκινο πανί, το κερασάκι που θα ανεβάσει ακόμη περισσότερο τα ενοίκια.

Τοιχογραφία του Zac Craig
Η Helen Proctor εν δράσει

Όλα αυτά με έκαναν να αναλογιστώ τη δική μου απόπειρα να εξωραϊστώ, προσπάθεια που ξεκίνησε από τα πρώτα μου χρόνια σε ένα χωριό της βόρειας Ελλάδας, τότε που άκουγα τις εναλλακτικές μπάντες από τη Βρετανία μετά μανίας, κι ας μην καταλάβαινα τα περισσότερα από όσα τραγουδούσαν. Σημασία είχε πως δεν ήταν οι μουσικές του πατέρα και της μάνας μου αυτές που είχα επιλέξει. Η δική μου ζωή θα ήταν διαφορετική, μέχρι και στην Αυστραλία έφτασα, δεν θα μου επέτρεπα να αυτοεγκλωβιστώ σε μια σχέση δυσλειτουργική. Οι προσδοκίες παρασάγγας απέχουσι των πράξεων κι έπεσα κι εγώ στον δικό μου λάκκο μετά από δέκα χρόνια κοινής πορείας. Μέχρι και σε ψυχολόγο πήγα για να διασώσω ό, τι θεωρούσα πως έπρεπε να διασωθεί. Να δικαιολογήσω τις επιλογές μου, τις αποφάσεις που είχα πάρει χρόνια πριν, χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει καλά καλά. Την προσκόλληση στον Άλλον.

Μέρος του πρότζεκτ ήταν κι η φιλοξενία πολλών από τους καλλιτέχνες που έρχονταν να διακοσμήσουν τη γειτονιά μας. Τους είδα ως μια πρόσκαιρη λύση στο τέλμα που αναπόφευκτα ακολουθεί μια μακρόχρονη συμβίωση, όσες κι αν είναι οι ευοίωνες προβλέψεις της αρχής. Γνώρισα πολλούς κι ενδιαφέροντες ανθρώπους, αρκετοί περνούν από τις σελίδες του βιβλίου. Με κάποιους έγινα φίλος, καλύπτοντας πρόσκαιρα το κενό της διάψευσης των προσδοκιών. Κάποιους άλλους κατέληξα να τους βλέπω στον ύπνο μου, ως εφιάλτη. Δεν είναι εύκολη η συνύπαρξη με ανθρώπους που έχουν τη δική τους ατζέντα. Από ένα σημείο και μετά όσα με απασχολούσαν από παλιά, ο φόβος πως θα επαναλάβω κι εγώ λάθη που είχα δει να συμβαίνουν μπροστά στα μάτια μου, επανήλθε και παρέσυρε με την ορμή του όσα πιστεύαμε πως είχαμε σχεδόν καταφέρει να χτίσουμε, σε θεμέλια σαθρά, οι προσδοκίες από μόνες τους δεν είναι ποτέ αρκετές. Οπότε έπεσα στον φαύλο κύκλο της προσκόλλησης στο παρελθόν, στην αρχή, τότε που όλα φαίνονταν πως μόνο καλή κατάληξη θα είχαν. Και πέρασα μήνες, χρόνια τώρα που το σκέφτομαι, αναλογιζόμενος τι είχα κάνει λάθος, χωρίς να μπορώ να δω ότι η προσέγγισή μου ήταν αυτή που διέλυσε την ισορροπία, η υφέρπουσα ελπίδα πως ο Άλλος θα δώσει το νόημα, εγώ που ποτέ δεν πίστεψα σε Μεσσίες κανενός είδους και είχα κάνει σύνθημα την επιβολή της λογικής στο συναίσθημα.

Το σπίτι

Το βιβλίο το έγραφα ενώ συνέβαιναν όλα τα παραπάνω γύρω και μέσα μου, σε κάποια σημεία η παραληρηματική γραφή να αντικατοπτρίζει την άστατη ψυχική μου κατάσταση. Τα του παρελθόντος να τα βλέπω με μεγαλύτερη καθαρότητα, τα άλλα να τα ζω ακόμη, σε κάθε περίπτωση να μου είναι δύσκολο να σκεφτώ σε μέλλοντα, λες και κόλλησα κι εγώ, όπως οι προγονόπληκτοι, σε ένα παρελθόν εξιδανικευμένο. Είναι δύσκολο να αποκολληθείς από το παρελθόν, όταν του έχεις προσδώσει τερατώδεις διαστάσεις, ακόμη πιο δύσκολο να βουτήξεις σε ένα μέλλον άδηλο, όταν έχεις καταλήξει να αναπαράγεις μοντέλα που από παλιά σε τρομοκρατούσαν.

Πρέπει να πέτυχε το εγχείρημα, αφού μάλλον βγήκα από τον δικό μου γύρο του θανάτου, γλιτώνοντας και τα λεφτά του ψυχολόγου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ζωή μου έχει πάρει την τροπή της υπόθεσης του βιβλίου. Ένα πείραμα ήταν στο κάτω κάτω και στα πειράματα τα δεδομένα, τις συνθήκες, τις θέτεις εσύ. Εν προκειμένω ο υποφαινόμενος. Αυτό που απομένει να φανεί είναι αν το βιβλίο καταφέρει να πει κάτι σε όσους το διαβάσουν. Όχι να δώσει λύσεις, σε καμία περίπτωση. Μακριά από μένα οι λύσεις, οι συμβουλές και τα διδάγματα. Μια ιστορία θέλησα να αφηγηθώ, μια ιστορία που μπορεί και να έχει συμβεί. Ένα βιβλίο κατέληξα να γράψω, ένα βιβλίο μετάβασης από τη νεότητα στη μέση ηλικία, από τον μύθο στην ιστορία, όπως μου αρέσει να λέω.

Ακόμη δεν είμαι σίγουρος για τη σημασία του τίτλου. Με μια πολύ αγαπημένη φίλη τσακωνόμαστε κατά διαστήματα για το τέλος που όλα όσα αρχίζουν εμπεριέχουν μέσα τους. Και οι σχέσεις. Μου είναι δύσκολο να το αποδεχτώ. Τη Δευτέρα ως την πρώτη μέρα της εβδομάδας τη βλέπω κι εγώ, μιας εβδομάδας που είναι συνέχεια της προηγούμενης όμως, με το Σαββατοκύριακο στο ενδιάμεσο να παίζει τον ρόλο του συνδετικού κρίκου. Η φίλη επιμένει, κάποιες φορές καταφέρνοντας να με πείσει πρόσκαιρα: “Ό, τι αρχίζει κάποια στιγμή θα τελειώσει”. Δεν βάζω το χέρι μου στη φωτιά.

Η μουσική με έχει καθορίσει ως άτομο κι ως επίδοξο συγγραφέα. Μου είναι αδύνατον να γράψω, ενώ παίζει κάποιο κομμάτι, όπως μου είναι αδύνατον να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτή. Μια σχέση λατρείας και μίσους που με είχε οδηγήσει στο παρελθόν να πετάξω, κάποια στιγμή, όλες μου τις κασέτες (ήταν αναρίθμητες), επειδή τους χρέωνα τις αναποδιές τις στιγμής. Δεν έπιασε. Η μουσική ήταν πάντα εκεί, να με κάνει να αναρωτιέμαι αν τελικά ζω και γράφω αυτά που έχω ήδη ακούσει, να έχει πάρει τη θέση των ιδεών του Πλάτωνα, κι ας διατείνομαι πως εμπειριστής είμαι. Ακολουθεί μια επιλογή με όσα άκουγα κατά της διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου, πριν και μετά δηλαδή. Εκατόν πενήντα είναι οι σελίδες του μυθιστορήματος, εκατόν πενήντα και τα κομμάτια. Καλή ακρόαση!

Από Παρασκευή Δευτέρα – YouTube

We’ll stop supporting this browser soon. For the best experience please update your browser.

ΠΩΣ ΣΟΥ ΦΑΝΗΚΕ?

0 points
Upvote Downvote

1
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

Παρακαλούμε Συνδεθείτε για να σχολιάσετε
νεότερα παλαιότερα δημοφιλέστερα
Μέλος
ioavlahou

Όχι τις κασέτες βρε Αντώνη!! Κάποτε αυτές -και τα βιβλία- ήταν όλη η περιουσία μας.