Μία πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση ελληνικού ενδιαφέροντος έγινε στην τουρκική εκδοχή του δημοφιλούς τηλεπαιχνιδιού “Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος” όπως είδαμε σε ανάρτηση του Νίκου Σαραντάκου στο twitter.
Η ερώτηση, ήταν:
Από ποια γλώσσα προέρχονται οι λέξεις αφέντης, θεμέλιο, ανοιχτήρι (κλειδί στα τουρκικά), λιμάνι, λάχανο, μαϊντανός. Α) Αραβικά Β) Περσικά Γ) Ελληνικά (Ρωμαίικα) Δ)Γαλλικά.
JavaScript is not available.
No Description
Το αφέντης, επειδή το έχουμε συνδυάσει πολύ με τα τούρκικα λίγο με προβλημάτισε και ο μαϊντανός που μου έκανε κάτι σε γαλλικό (και όπως θα δείτε παρακάτω έχει πολύ ενδιαφέρουσα ετυμολογία), αλλά νομίζω οι λέξεις που το έδωσαν ότι προέρχονται από τα ελληνικά ήταν ξεκάθαρα οι λέξεις ανοιχτήρι (αφού είναι από το ανοίγω) και η λέξη θεμέλιο.
Γράφουν στα σχόλια:
&
Είχα κάποιες αμφιβολίες αλλά το λιμάνι μου τις διέλυσε. Από τα ελληνικά.
— Το νευριασμένο καγκουρό (@AngryKangoo) August 31, 2024
nbsp;
Ο μαϊντανός σίγουρα θα τον μπέρδεψε, έχει πολυ ενδιαφερουσα ετυμολογική πορεία
— Σολιτόνιο (@egia_thiliko) August 31, 2024
Όπως έλεγε ο παππούς μου, με λίγη σοβαρότητα σε έναν μήνα τα μαθαίνεις εύκολα τα Τούρκικα…
— Christos T Nakas (@CNakas) August 31, 2024
Το έχω. Το έχω!
Από το Γ και μάλλον από το εντός παρενθέσεως (χρονικά).— Le cygne qui parle (@Cygno_parlante) September 1, 2024
Αναλυτικότερα η ετυμολογία όλων των λέξεων της ερώτησης:
Αφέντης:
Από τη μεσαιωνική λέξη “αφέντης”, που προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “αὐθέντης” (αὐτός + ἕντης), που αρχικά σήμαινε “ο αυτουργός”, δηλαδή “αυτός που ενεργεί από μόνος του”. Με τον καιρό, η λέξη πήρε την έννοια του κυρίου ή άρχοντα.
Θεμέλιο:
Από την αρχαία ελληνική λέξη “θεμέλιον”, η οποία είναι ουδέτερο του επιθέτου “θεμέλιος” που σημαίνει “θεμελιώδης, βασικός”. Η λέξη “θεμέλιος” παράγεται από το ρήμα “τίθημι” (τοποθετώ, βάζω), υποδηλώνοντας κάτι που τοποθετείται στη βάση.
Ανοιχτήρι:
Παράγωγο της λέξης “ανοίγω” από την αρχαία ελληνική λέξη “ἀνοίγω” (ἀν + οἴγω, που σημαίνει “ανοίγω”). Η λέξη “ανοιχτήρι” δημιουργήθηκε κατά τα νεότερα χρόνια για να περιγράψει το εργαλείο που χρησιμοποιείται για να ανοίγει κάτι.
Λιμάνι:
Από την αρχαία ελληνική λέξη “λιμήν” (γενική: λιμένος), που σημαίνει “λιμάνι” ή “καταφύγιο”. Η λέξη αυτή έχει τις ρίζες της στην πρωτο-ινδοευρωπαϊκή ρίζα *lei-, που σημαίνει “να ρέει” ή “να κατεβάζει”.
Λάχανο:
Από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη “λάχανον”, που σημαίνει “λαχανικό”. Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “λάχανον”, που χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει κάθε είδους λαχανικό, ιδίως τα βρώσιμα φύλλα.
Μαϊντανός:
Από την ιταλική λέξη “maddano”, που σημαίνει “μαϊντανός”, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την λατινική λέξη “petroselinum”. Η λατινική λέξη παράγεται από το ελληνικό “πέτρος” (πέτρα) και “σέλινον” (σέλινο). Ο μαϊντανός ονομάστηκε έτσι λόγω της προτίμησής του να φυτρώνει σε πετρώδη εδάφη.

