Η Ασπασία Κράλλη υπηρέτησε όλα τα είδη του θεάτρου, στο Εθνικό Θέατρο, στο Θέατρο Τέχνης, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στο Ημικρατικό Θέατρο Κρήτης, στην Όπερα της Βοστώνης, όπου ερμήνευσε στα ελληνικά το ρετσιτατίβο στον ρόλο της Μήδειας του Κερουμπίνι, και ακόμα σε πολλούς ιδιωτικούς θιάσους στην Αθήνα.
Το 1993 δημιούργησε το Θέατρο της Σιωπής. Το θέατρο της σιωπής είναι ένα είδος θεάτρου: θέατρο χωρίς λόγια. Έκτοτε, ασχολήθηκε κυρίως με το είδος αυτό, γράφοντας, σκηνοθετώντας και ερμηνεύοντας 7 θεατρικά έργα με σύγχρονα κοινωνικά θέματα, καθώς και θέματα εμπνευσμένα από τους αρχαίους ελληνικούς μύθους. Επίσης έχει σκηνοθετήσει παραστάσεις λόγου και έχει συμμετάσχει σε κινηματογραφικές ταινίες, ελληνικές και ξένες, καθώς και σε τηλεοπτικές εκπομπές. Το 1995 ίδρυσε με τον σύζυγό της, τον ηθοποιό Χρήστο Βαλαβανίδη, το Από Μηχανής Θέατρο.
*Τώρα έβγαλε το πρώτο της βιβλίο απ’ τις εκδόσεις Βακχικόν, μια εξαιρετική συλλογή με διηγήματα – κάποια απ’ τα οποία είχα την χαρά να διαβάσω πολλά χρόνια πριν τελικά εκδοθούν.
ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ Η ΙΔΙΑ:
Πως γράφει κάποιος το ΠΡΩΤΟ του βιβλίο;
Το μυαλό είναι το ποιο ανεξερεύνητο όργανο του ανθρώπινου οργανισμού. Πώς λειτουργεί; Από πού έρχεται η έμπνευση; Πώς πιάνει το χέρι ένα μολύβι ή μάλλον, τώρα πιά, πώς αρχίζουν τα δάχτυλα να πληκτρολογούν στο κομπιούτερ;
Αναπάντητα ερωτήματα.
Σε μένα λοιπόν συνέβη το εξής:

Αφού τελείωσα την Νομική Σχολή στο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, την πόλη από την οποία κατάγομαι, έφυγα για το Παρίσι με μια υποτροφία για Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. Αυτό ήταν κάπως παράλογο, μια και τα νομικά δεν με ενδιέφεραν και τα σπούδασα μόνο και μόνο για να κάνω το χατίρι των γονιών μου (άλλες εποχές τότε). Εκεί λοιπόν στο Παρίσι, αντί να πηγαίνω στο πανεπιστήμιο της νομικής σχολής, άρχισα να πηγαίνω και να παρακολουθώ μαθήματα στην Ecole des etudes theatrales, γιατί από πάντα ήθελα να γίνω ηθοποιός. Άρχισα συγχρόνως να προσπαθώ να μπω σε μια σχολή θεάτρου, αλλά τα γαλλικά μου ήταν μέτρια και η προφορά μου χάλια και έτσι δεν με δέχτηκαν σε καμία. Κάποια στιγμή όμως ανακάλυψα πως υπάρχει η σχολή παντομίμας του Marcel Marceau.
Έχοντας δει τότε μια καταπληκτική και ιστορική πια ταινία, «Τα παιδιά του Παραδείσου», όπου ο Jean Louis Bareault έκανε μια εκπληκτική παντομίμα που με είχε γοητεύσει, αποφάσισα να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις …..και ω του θαύματος! πέρασα. Οι γονείς έξαλλοι. Η υποτροφία φυσικά κόπηκε και άρχισα να κάνω διάφορες δουλειές για να πληρώνω την σχολή και για να ζώ. Οι γονείς τελικά με λυπήθηκαν και άρχισαν να με χρηματοδοτούν. Έτσι άρχισε η ιστορία μου με το θέατρο, αφού γυρνώντας στην Ελλάδα έδωσα εξετάσεις και πέρασα στην Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Μετά από κάποια χρόνια, ο Marceau ήρθε στην Ελλάδα για να δώσει παραστάσεις και μια και δεν είχαμε χάσει ποτέ επαφή, σε ένα τραπέζι που του έκανα μου είπε ότι έπρεπε να ασχοληθώ με το είδος μια και θεωρούσε ότι είχα ταλέντο σ’ αυτό. Μ’ αυτήν την επίμονη παρακίνηση του, έκανα την πρώτη μου παράσταση με τίτλο «Μήδεια από σιωπή» που ήταν ένας σιωπηλός μονόλογος.

Έτσι έραψα το πρώτο μου θεατρικό έργο χωρίς λόγια. Μετά ακολούθησαν και άλλα έργα με τον τρόπο αυτό. Ο «Άδης Δωματίου» αφορμή μου έδωσε ο μύθος του Ορφέα και της Ευρυδίκης , ο «Πενθέας Πάσχων» από τον μύθο των Βακχών, ο «Έρωτας Δαγκώνει» σύγχρονο έργο με μαθητές μου από τα σεμινάρια που άρχισα να κάνω, «Η άτακτη τάξη» πάλι σύγχρονο, και στο τέλος το «Αναζητώντας τον Οιδίποδα» που μετά την παράσταση του στο Φεστιβάλ Αθηνών, πήρε τον δρόμο του για το Μακάο της Κίνας και το Mime Festival στο Λονδίνο.
Όλα αυτά τα εξιστορώ γιατί μπορεί να μην ήταν βιβλία αυτά τα θεατρικά χωρίς λόγια έργα, δεν παύει όμως να είναι πρωτογενής δημιουργική δουλειά, όπως είναι και η συγγραφή ενός βιβλίου… Κάποτε λοιπόν τελείωσα με την σιωπή [*εδώ πρέπει να επισημάνω ότι η θεατρική γλώσσα της σιωπής, Η ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ, είναι αρχαίο ελληνικό θεατρικό είδος που προηγείται της τραγωδίας, (βλέπε το βιβλίο «Μίμος και Μίμοι» του Μάριου Πλωρίτη εκδώσεις Καστανιώτη) και δεν είναι γαλλικό όπως πολλοί νομίζουν], μια και κανένας δεν είναι προφήτης στον τόπο του. (Ναι).
Μια μέρα, εκεί που τα κουτσόπινα με φίλες σε μία ταβέρνα, είδα να μπαίνει στην αίθουσα, μια οικογένεια με ένα παραπληγικό παιδί. Με άγγιξε βαθιά ο τρόπος που λειτούργησαν οι γονείς του νεαρού παραπληγικού, τόσο που όταν γύρισα το βράδυ στο σπίτι κάθισα στο κομπιούτερ και χωρίς να το πολυσκεφτώ έγραψα το πρώτο μου διήγημα με τίτλο «Στα Σκαλοπάτια».
Μια άλλη μέρα καθώς βρισκόμουν στην πλατεία Βάθης, είδα μια μεσήλικη, κατάκοπη γυναίκα που έγερνε από το βάρος της τσάντας που κρατούσε. Έτσι μου προέκυψε το διήγημα «Η βαριά τσάντα».

Δεν είχα καθόλου στον νου μου να τα δημοσιεύσω, θεωρώντας ότι οι συγγραφείς είναι πια πιο πολλοί από τους αναγνώστες. Όμως παρακινούμενη από φίλους που μου έλεγαν ότι είναι ωραία και πρέπει να δημοσιευτούν, πήγα σε δύο κατά σειρά εκδοτικούς οίκους. Ο πρώτος δεν τα δέχτηκε. Ο δεύτερος μου ζήτησε χρήματα… οπότε δεν δέχτηκα εγώ.
Τελικά κάποιος σκηνοθέτης που θα δουλέψω τον χειμώνα μαζί του, μου ζήτησε να τα διαβάσει. Του άρεσαν και μου σύστησε τον εκδοτικό οίκο «Βακχικόν» που τα δέχτηκε αμέσως χωρίς πολλά πολλά, ο νοών νοείτω..
Έτσι έγραψα και δημοσίευσα το πρώτο μου βιβλίο.
Μετά απ’ αυτό θα ακολουθήσει μια νουβέλα που δημιουργείται σιγά-σιγά μέσα στο πιο ανεξερεύνητο όργανο του ανθρώπινου οργανισμού… στο μυαλό μου.
