Από τον Ελσόν Ζγκούρη
Τον περασμένο μήνα βρέθηκα σε μια επαρχιακή πόλη της βόρειας Ελλάδας, όπου αντίκρισα μια – πλέον κλειστή – επιχείρηση με την επιγραφή “ΕΓΓΡΑΦΑ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ”, και από κάτω, σαν κάποιου είδους μετάφραση, τη φράση “DOKUMENTA PER SHQIPETARE”. Η μετάφραση είναι, φυσικά, ανακριβής, όμως αν λάβει κανείς υπόψη του ότι στην περιοχή αυτή, εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, η συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστών προέρχεται από την Αλβανία, είναι απολύτως λογικό η επιχείρηση να απευθυνόταν πρωτίστως σε Αλβανούς μετανάστες.
Η λέξη χαρτιά — dokumenta ή letra στα αλβανικά — ήταν ίσως η σημαντικότερη λέξη για τους Αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα. Μια λέξη-κλειδί, που συνόψιζε μια ταυτότητα, μια ιδιότητα, αλλά και μια μόνιμη υπενθύμιση της οδύσσειας που βίωσαν. Ήταν συνώνυμο του άγχους, της αβεβαιότητας και της αγωνίας για την παραμονή, που δεν σταματούσε ποτέ, όπου κι αν βρισκόταν κανείς.
Μέχρι το 1998, ελάχιστοι Αλβανοί και άλλοι μετανάστες διέμεναν νόμιμα στη χώρα. Για χρόνια, το ελληνικό κράτος τους άφησε να ζουν σε ένα καθεστώς παρατυπίας, χωρίς προστασία, χωρίς αναγνώριση, χωρίς δικαιώματα. Από αυτό το καθεστώς δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι Έλληνες ομογενείς — πολλοί από τους οποίους είχαν γεννηθεί ή μεγαλώσει στην Αλβανία — οι οποίοι υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν την ίδια εξαντλητική διαδικασία νομιμοποίησης όπως και οι υπόλοιποι μετανάστες. Η ελληνική πολιτεία αρνήθηκε να τους χορηγήσει ιθαγένεια μέχρι και το 2008, διατηρώντας τους για σχεδόν δύο δεκαετίες σε ένα καθεστώς αναμονής και αβεβαιότητας[1].
Το παράτυπο καθεστώς στο οποίο βρίσκονταν για χρόνια οι μετανάστες —δηλαδή το να μην έχουν χαρτιά— εξυπηρετούσε φυσικά συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα, καθώς διατηρούσε τα ημερομίσθια σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Ο μεγαλύτερος φόβος κάθε μετανάστη ήταν η απέλαση, γεγονός που τον καθιστούσε ιδιαίτερα ευάλωτο στην εκμετάλλευση, όπως εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς.
Με αφορμή τον φετινό εορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς, θυμήθηκα μια απεργία διαρκείας που είχαν οργανώσει οι Αλβανοί εργάτες γης στην περιοχή όπου μεγάλωνα, διεκδικώντας υψηλότερα μεροκάματα. Ενδεικτικά, αμείβονταν με 2.000 έως 4.000 δραχμές ημερησίως, τη στιγμή που το κατώτατο ημερομίσθιο, σύμφωνα με τον ΟΑΕΔ, ανερχόταν τότε στις 5.700 δραχμές.
Τρέφω βαθύ σεβασμό και θαυμασμό για τέτοιες απεργίες, ενέργειες αξιοπρέπειας και συλλογικής διεκδίκησης ιδιαίτερα όταν πραγματοποιούνται υπό ένα τέτοιο καθεστώς αβεβαιότητας!
Στους αστυνομικούς ελέγχους της ΕΛ.ΑΣ. σε μετανάστες, η πρώτη ερώτηση ήταν πάντα ίδια — λιτή, αυστηρή, σχεδόν μηχανική: Χαρτιά; Μια λέξη που για πολλούς μπορεί να φαντάζει τυπική, αλλά για εμάς, τους μετανάστες, κουβαλούσε πάντα άγχος, φόβο και εκείνη την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή μπορείς να βρεθείς “εκτός” — εκτός νόμου, εκτός κοινωνίας, εκτός χώρας.
Ήμουν έφηβος όταν μου συνέβη για πρώτη φορά. Δεν είχα μαζί μου τα χαρτιά μου – το διαβατήριο, μέσα στο οποίο βρισκόταν και η άδεια παραμονής μου στην Ελλάδα. Η απουσία αυτών των εγγράφων στάθηκε αρκετή για να βρεθώ στο αστυνομικό τμήμα. Δεν είχε σημασία ότι μεγάλωνα εδώ, ότι φοιτούσα σε ελληνικό σχολείο, ότι μιλούσα τη γλώσσα. Το μόνο που είχε σημασία ήταν τα πολυπόθητα “χαρτιά” μου.
Η λέξη “χαρτιά” έχει εγγραφεί βαθιά στη συλλογική μνήμη των μεταναστών ως κάτι ιδιαιτέρως δυσάρεστο, μια κανονική πληγή. Δεν παραπέμπει σε έγγραφα, αλλά σε αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι όταν διασχίζεις έναν δρόμο και βλέπεις περιπολικό, το τελευταίο που ελέγχεις πριν φύγεις από το σπίτι. Και ακόμα κι αν είχες τα χαρτιά σου πάνω σου, ο έλεγχος δεν ήταν ποτέ κάτι ευχάριστο. Θυμάμαι που μια φορά βρισκόμουν στον σταθμό των ΚΤΕΛ στη Θεσσαλονίκη και κι ενώ μιλούσα (αλβανικά) στο τηλέφωνο με πλησίασε ένας κύριος με πολιτικά και όταν τελείωσε το τηλεφώνημα μου έδειξε κάτι το οποίο δεν πρόλαβα να δω λέγοντάς μου ότι είναι από την Ασφάλεια. Ζήτησε να δει τα χαρτιά μου, κοφτά. Όταν του έδωσα κι ενόσω τα ήλεγχε με συνεχάρη γιατί, όπως δήλωσε, χάρηκε που μιλούσα τόσο καλά τα ελληνικά, καλύτερα κι από εκείνον! Δεν σχολίασα τίποτα και αυτό φαίνεται πως τον έκανε να καταλάβει ότι είχα ενοχληθεί. “Τη δουλειά μου κάνω”, δήλωσε και απομακρύνθηκε διακριτικά ψάχνοντας ποιος άλλος δε μιλάει ελληνικά.
Το ότι μια ολόκληρη κοινότητα βιώνει τη γραφειοκρατία ως απειλή, δεν είναι σύμπτωση. Είναι το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Η αργή, εξαντλητική και συχνά ταπεινωτική διαδικασία νομιμοποίησης, σε συνδυασμό με τους συνεχείς ελέγχους και την έλλειψη πραγματικής ένταξης, διαμορφώνει ένα καθεστώς διαρκούς προσωρινότητας. Ένα καθεστώς που χαϊδεύει τα αφτιά του ακροδεξιού ακροατηρίου, κρατά τόσους και τόσους ανθρώπους ευάλωτους και εξαρτημένους, με μοναδικό αντίτιμο ένα “χαρτί” διάρκειας λίγων χρόνων.
“Το 1998, οι μετανάστες νομιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Τότε, για 2-3 χρόνια, οι έλεγχοι της αστυνομίας ήταν κυριολεκτικά σαν να ήθελαν να μας τσακίσουν. Σταματούσαν λεωφορεία και τρόλεϊ και μας κατέβαζαν κάτω για να μας ελέγξουν”, γράφει ο Φατός Ρόσα στο βιβλίο του “Εγώ ο λαθρομετανάστης”[2].
Όταν ξεκίνησε η πρώτη νομιμοποίηση των μεταναστών στην Ελλάδα, είχα ήδη συμπληρώσει δεκάδες αιτήσεις για συμπατριώτες μου[3]. Αρχικά για συγχωριανούς μας, γνωστούς και φίλους της οικογένειας, κι αργότερα, καθώς η “φήμη” μου μεγάλωνε, και για αγνώστους. Οι περισσότεροι μου έδιναν ένα μικρό χαρτζιλίκι ή μου αγόραζαν ένα παγωτό ως ευχαριστώ. Κάθε φορά που ξεκινούσε μια νέα διαδικασία νομιμοποίησης, ξεπηδούσαν παντού “υπηρεσίες” και μικρές επιχειρήσεις που υπόσχονταν βοήθεια στους μετανάστες – τόσο στη χώρα υποδοχής όσο και στη χώρα καταγωγής τους. Βλέπετε, η μετανάστευση δεν γεννά “χρυσές ευκαιρίες” για γρήγορο κέρδος μόνο όταν είναι παράτυπη. Ακόμη και η νομιμοποίηση της μετατρέπεται συχνά σε εργαλείο εκμετάλλευσης.
Όταν πια ήμουν φοιτητής έπρεπε, βάσει νόμου, να βγάλω μη εξαρτώμενη (από κηδεμόνες) άδεια παραμονής. Χρειάστηκε να ταξιδέψω τρεις φορές μέσα σε δέκα μέρες ανάμεσα στον τόπο διαμονής των γονιών μου και την πόλη στην οποία θα σπούδαζα καθότι οι υπάλληλοι διαφωνούσαν στην ερμηνεία του νόμου για το που θα έπρεπε να υποβάλλω την αίτηση. Οι περισσότεροι της πρώτης γενιάς των Αλβανών μεταναστών στην Ελλάδα έμαθαν να διαβάζουν ελληνικά. Λόγω ανασφάλειας οι μετανάστες συχνά προτιμούν να πληρώσουν ένα μικρό ή μεγάλο “αντίτιμο” για την συμπλήρωση και κατάθεση των εγγράφων τους. Έτσι, όταν πήρα στο χέρι μου την αίτηση για την άδεια παραμονής η οδηγία που πήρα από τους γονείς μου ήταν ότι πρέπει να τη συμπληρώσει λογιστής. Αν και απόρησα με το “λογιστής” ακολούθησα τη συμβουλή τους και πήγα στο γραφείο ενός λογιστή που μου υπέδειξαν. Η συμπλήρωση της αίτησης από πλευράς του θα κόστιζε 10 ευρώ, όπως φρόντισε να με ενημερώσει ο ίδιος με το που εισήλθα στο γραφείο του. Ύστερα από λίγα μόλις λεπτά ο ίδιος με ρώτησε, με μια ζωγραφισμένη απορία στο πρόσωπό του, εάν γνώριζα να γράφω και να διαβάζω ελληνικά, εντυπωσιασμένος από τον προφορικό μου λόγο, όπως σχολίασε σχετικά. Όταν του απάντησα ότι ήμουν έτοιμος να ξεκινήσω τις σπουδές μου εκείνος μου επέστρεψε τα 10 ευρώ και μου είπε ότι ο μόνος λόγος που το κάνει αυτό είναι επειδή κάποιοι μετανάστες δεν μπορούν να διαβάσουν ελληνικά και κάνουν συχνά λάθη στην αίτηση. Έτσι, από τις ανάγκες και την αγωνία των μεταναστών, είχε γεννηθεί άλλη μια επικερδής δραστηριότητα.
Η (πρώτη του 1998) διαδικασία νομιμοποίησης των μεταναστών γινόταν μέσω του ΟΑΕΔ, εκεί πραγματοποιούνταν η πρώτη εγγραφή όπου και έπαιρναν μια βεβαίωση, ένα χαρτί ουσιαστικά, τη λεγόμενη “λευκή βεβαίωση”. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι ο μετανάστης ήταν πλέον νόμιμος καθότι πλέον ασφαλισμένος. Μετά από αυτό ακολουθούσε η λεγόμενη “μπλε βεβαίωση”, ένα μπλε χαρτί δηλαδή. Αυτή η βεβαίωση ήταν ο προάγγελος της πρώτης άδειας παραμονής, της περίφημης “πράσινης κάρτας”. Όμως για να πάρει κανείς αυτή την μπλε βεβαίωση χρειαζόταν μια βεβαίωση καθαρού ποινικού μητρώου από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και μια ιατρική βεβαίωση από δημόσιο νοσοκομείο. Εκεί είναι που άνθιζαν, στις μεγάλες πόλεις κυρίως, και οι “επικερδείς επιχειρήσεις”, τα “φακελάκια” και τα εξτραδάκια στους μεσάζοντες. “Όταν είχα πάει το πάρω το πιστοποιητικό υγείας από το νοσοκομείο είχε πολύ κόσμο αλλά αν είχες λεφτά τελείωνες πιο γρήγορα”, γράφει ο Ρόσα στο βιβλίο του. Όλα αυτά για να πάρουν συνήθως τότε οι μετανάστες μια άδεια παραμονής διάρκειας μόλις ενός έτους! Μετά από αυτό οι μετανάστες χρειάζονταν άλλη μια βεβαίωση, από το ΙΚΑ αυτή τη φορά όπου θα φαίνονταν τα ένσημά τους, όχι όμως του τελευταίου εξαμήνου, αυτά έπρεπε να τα συλλέξουν οι ίδιοι από τους εργοδότες και τους τόπους στους οποίους εργάστηκαν. “Σε κάθε γραφείο”, όπου υπήρχε δηλαδή ταλαιπωρία για τους μετανάστες, “είχαν φτιαχτεί κυκλώματα για τα κονομάνε”, συνεχίζει ο Ρόσα.
Στη δική μου περίπτωση, που γλίτωσα ακόμα και εκείνα τα 10 ευρώ στον λογιστή, το μόνο έξτρα κόστος που είχα, ήταν τα εισιτήρια των λεωφορείων από και προς την πόλη όπου θα σπούδαζα. Όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Έξι μήνες αργότερα, στις διακοπές του Πάσχα συγκεκριμένα, βρέθηκα στην Αλβανία. Όταν έφτασα στα σύνορα για την επιστροφή μου στην Ελλάδα η αλβανική πλευρά δε μου επέτρεπε να εξέλθω της χώρας γιατί δεν είχα ολοκληρώσει τις στρατιωτικές μου υποχρεώσεις. Είχα φυσικά μια βεβαίωση σπουδών μαζί μου την οποία όμως ο αστυνομικός αρνήθηκε να δεχθεί μιας και ήταν μόνο στα ελληνικά. Η επί τόπου “μετάφραση” μου κόστισε 20 ευρώ. Όταν έφτασα στην ελληνική πλευρά ο αστυνομικός υπάλληλος μου διεμήνυσε ότι δεν μπορώ να εισέλθω στην Ελλάδα διότι από τη λήξη της τελευταίας (εξαρτώμενης) άδειας παραμονής μου μέχρι την έναρξη της νέας (φοιτητικής) άδειας παραμονής μου υπήρχε ένα κενό δέκα ημερών. Ήταν εκείνα τα ταξίδια που με υποχρέωναν να κάνω οι υπάλληλοι των δύο πόλεων μέχρι να αποφασίσουν ότι τελικά πρέπει να καταθέσω τα χαρτιά μου στην πόλη όπου θα σπούδαζα. Ενώ τον λογιστή παραλίγο να τον πληρώσω στην πόλη διαμονής των γονιών μου. Έτσι, γύρισα πίσω, διανυκτέρευσα στην Αλβανία και πέρασα τα σύνορα με την Ελλάδα από άλλον μεθοριακό σταθμό. Εκεί, στην αλβανική πλευρά, χρειάστηκε να κάνω ξανά μια επί τόπου “μετάφραση” της βεβαίωσης σπουδών, φθηνότερα αυτή τη φορά. Στην ελληνική πλευρά δεν είχα πρόβλημα και μπήκα στην Ελλάδα για να συνεχίσω τις σπουδές μου όπου κάθε χρόνο έπρεπε να ανανεώνω την άδεια παραμονής μου καταβάλλοντας και το αντίστοιχο παράβολο.
Τους τελευταίους μήνες πριν τις γερμανικές βουλευτικές εκλογές του περασμένου Φεβρουαρίου, πετάγονταν στην οθόνη του υπολογιστή και του κινητού μου τηλεφώνου διάφορες διαφημίσεις από γραφεία τα οποία προσέφεραν υπηρεσίες για “στήριξη” στην αίτηση για την απόκτηση της γερμανικής ιθαγένειας. “Μετά από τον ΟΑΕΔ, μας πέρασαν στη Νομαρχία και στον Δήμο. Ξαφνικά ξεφύτρωσαν δεκάδες γραφεία δικηγόρων σε όλη την Αθήνα”, γράφει ο Ρόσα στο βιβλίο του. Σε πολλές ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μεταναστών, Ελλήνων και Αλβανών στη δική μου περίπτωση, τα περισσότερα μηνύματα ή ερωτήσεις αφορούν υποθέσεις “χαρτιών”, για αιτήσεις και δικαιολογητικά που χρειάζονται για τη μία ή την άλλη υπηρεσία. Πολλά μηνύματα αφορούν επίσης την εύρεση στέγης, ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα πλέον, ένα πρόβλημα που για τους μετανάστες είναι ακόμα μεγαλύτερο. Έχω παρατηρήσει ότι ακόμα κι όταν τα πράγματα είναι ξεκάθαρα οι μετανάστες έχουν ακόμα αυτή την ανασφάλεια να μην κάνουν κάτι λάθος, να μην καταλάβουν, σε μια ξένη γλώσσα, κάτι λάθος και χάσουν κάτι κι έτσι συνεχίζουν να ρωτάνε σε ομάδες συμπατριωτών τους.
“Σε ότι αφορά την ιθαγένεια, γενικά πόσο δύσκολα έχω περάσει εγώ και η οικογένειά μου… κάθε δύο χρόνια να ανανεώνουμε την άδεια διαμονής για να είμαστε νόμιμα εδώ είναι ένα πονεμένο θέμα. Κόντευα να εκπροσωπήσω την Ελλάδα στη Γιουροβίζιον κι εγώ ταλαιπωριόμουν να ανανεώνω κάθε χρόνο και κάθε δυο χρόνια την άδεια παραμονής μου. Ευτυχώς το 2022 πήρα επιτέλους την ιθαγένεια και δεν μπορώ να κρύψω ότι ήταν πολύ δύσκολα, ειδικά στην αρχή. Είναι ακόμα δύσκολα για τη μητέρα μου, για παράδειγμα η οποία πέρασε αυτές τις εξετάσεις με 85% επιτυχία στις εξετάσεις, με την ελπίδα ότι θα έπαιρνε την ιθαγένεια. Ένας άνθρωπος στα 72 της έκατσε κι έμαθε την ελληνική ιστορία, γεωγραφία. Πολύ περήφανη ήταν όταν μου είπε ότι πέρασε με 85% όπως κι εγώ ήμουν πολύ περήφανη γι’ αυτήν. Παρόλα αυτά δεν καταφέραμε να πάρει την ιθαγένεια και το πιο συγκινητικό για μένα είναι πως δεν είναι ότι ουσιαστικά η μαμά μου το χρειάζεται αυτό για κάτι. Νόμιμα μένει απλά είναι πολύ μεγάλη ταλαιπωρία κάθε χρόνο, κάθε δυο χρόνια να μπαίνει στη διαδικασία να μαζεύει αυτά τα χαρτιά. Αλλάζουν συνέχεια οι νόμοι. Δηλαδή σήμερα ισχύει αυτό, αύριο ισχύει κάτι άλλο. Υπάρχει έτσι συνεχώς στρες, άγχος και φόβος ότι ξαφνικά μπορεί να σου ζητήσουνε κάτι, ενώ ζεις εδώ 30 χρόνια, που να μην μπορείς να το παρέχεις και αναγκαστείς να φύγεις. Αγχωτικό. Δηλαδή εγώ τα θυμάμαι όλα αυτά και υπάρχει ένας φόβος”, δήλωσε πρόσφατα η Τάμτα σε συνέντευξη της στο MEGA στις 15.05.2025[4].
Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό που είναι απογοητευτικό είναι ότι δεν φαίνεται να μαθαίνει από την εμπειρία, τα λάθη του παρελθόντος της, στη μεταναστευτική πολιτική. Ακόμα και μετανάστες με 30 και πλέον χρόνια παραμονής στη χώρα, με συνεισφορές στην οικονομία και σε άλλους τομείς, καλούνται να καταβάλλουν ένα σωρό δικαιολογητικά για να ανανεώσουν τις άδειες παραμονής τους οι οποίες έχουν μικρή διάρκεια αφού οι επί μακρόν διάρκειας άδειες παραμονής καταργήθηκαν με τον τελευταίο μεταναστευτικό κώδικα[5] ενώ με τις τροποποιήσεις του Ν. 4735/2020 (με υπουργό Εσωτερικών τον Μάκη Βορίδη) η απόκτηση της ιθαγένειας έγινε ακόμα πιο δύσκολη, καθώς θεσπίστηκαν για πρώτη φορά συγκεκριμένα και πολύ αυστηρά οικονομικά κριτήρια[6]. Επίσης, ο Μάκης Βορίδης, προερχόμενος από την ακροδεξιά, από τη στιγμή που ανέλαβε υπουργός Μετανάστευσης, δεν σταμάτησε να κάνει αντιμεταναστευτικές δηλώσεις αλλά και κινήσεις[7].
Όπως επισημαίνει ο Κοσμάς Μαρινάκης, Καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης στο Singapore Management University, η προσέλκυση μεταναστών που καλύπτουν πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, υπό νόμιμες συνθήκες και με δυνατότητα κοινωνικής ένταξης, αποτελεί την πιο αποτελεσματική και άμεση λύση για την αντιμετώπιση της δημογραφικής γήρανσης και της ασφαλιστικής κρίσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, η μετανάστευση έχει αποδειχθεί ιστορικά ως βασικός μοχλός οικονομικής ανάπτυξης σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, συμβάλλοντας τόσο στη διάσωση των ασφαλιστικών συστημάτων όσο και στη συνολική οικονομική πρόοδο.
“Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η αναλογιστική μελέτη του 2024 εκτιμά πως η αύξηση των μεταναστευτικών ροών μπορεί να βελτιώσει την συνταξιοδοτική δαπάνη κατά 2,2% του ΑΕΠ – κάτι που δεν είναι καθόλου αμελητέο κι αν συνέβαινε θα έβαζε το σύστημα σε τροχιά βιωσιμότητας με σημαντικά μικρότερη μείωση συντάξεων από αυτήν που επέβαλαν τα μνημόνια”[8].
Έτσι, η λέξη “χαρτιά” ή “έγγραφα αλλοδαπών”, όπως αναφέρει η επιχείρηση στην πρώτη φωτογραφία, παραμένει μία λέξη η οποία φέρει μαζί της ένα συλλογικό άγχος, φόβο και αβεβαιότητα. Δεν είναι απλώς διοικητικός όρος — είναι μια υπενθύμιση ότι η παρουσία των μεταναστών στη χώρα, όσο χρόνια κι αν περάσουν, όσες συνεισφορές κι αν καταθέσουν, δεν θεωρείται ποτέ αυτονόητη. Μέσα σε αυτή τη μία λέξη κρύβεται όλο το βάρος μιας αόρατης ζωής: η διαρκής αναμονή, ο έλεγχος, η αγωνία να μη λείπει κανένα έγγραφο, καμία βεβαίωση, να μην γίνει τέλος πάντων κάπου λάθος. Και όσο αυτή η πραγματικότητα διαιωνίζεται, τόσο η ένταξη θα παραμένει ένας θεωρητικός στόχος, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην πράξη. Είναι τόσο παράλογο όλο αυτό με τα “χαρτιά” που μου θυμίζει τον μύθο του Σίσυφου[9], το δοκίμιο για το παράλογο το οποίο έγραψε ο Albert Camus και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1942.
Αναφορές:
[1] “Ποιος είναι Έλληνας πολίτης; Δυο αιώνες ιθαγένεια”, Δ. Χριστόπουλος, εκδόσεις Βιβλιόραμα, 2019.
[2] “Εγώ ο λαθρομετανάστης”, Φατός Ρόσα, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 2017.
[3]https://www.tanea.gr/1998/10/01/greece/oi-80-prwtes-prasines-kartes/
[6]https://g2red.org/el/is-naturalization-finally-abolished/
[8]Θα Καταρρεύσει το Συνταξιοδοτικό; | Greekonomics #48
[9] “Ο μύθος του Σίσυφου. Δοκίμιο για το παράλογο”, Albert Camus, εκδόσεις Καστανιώτης, 2010.



