Το Kennedy Magazine είναι ένα pool έμπνευσης, ρευστής αποτύπωσης ενός τρόπου ζωής βαθιά αθηναϊκού και καθόλου ταυτόχρονα. Ο Chris Kontos, φωτογράφος (και ο φακός πίσω από τη νέα πνοή των φανελών της ομάδας της Καλλιθέας, που έκαναν το ελληνικό ποδόσφαιρο viral για λόγους αισθητικής), μαζί με τον Αγγέλου Παντελίδη, εν μέσω οικονομικής κρίσης, αποφάσισαν να εκδώσουν ένα περιοδικό, erga omnes. Από το 2012 που η ιδέα γεννήθηκε ως το 2013 που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος έχουν αλλάξει τα πάντα. Τίποτα δεν έχει μείνει ίδιο, μόνο ο πυρήνας μιας ελληνικότητας που τα αλέθει όλα αδιέργαστα και άτσαλα.
Αυτή η συνέντευξη ξεκίνησε ως αφορμή για συζήτηση για έναν καλλιτέχνη που έχει αφιερωθεί στα aesthetics (όχι με την ειρωνική χροιά του όρου) και κατέληξε κάπως σαν ωμό θρόουμπακ στα χρόνια της ελληνικής κρίσης. Στα χρόνια που τα blogs ήταν στα χάι τους και για μερικούς, στο άνθος της παραγωγικής τους ηλικίας, ένας τρόπος να μην τινάξουν τα μυαλά τους στον αέρα. Σε ένα reminder πως η περιέργεια είναι κινητήριος δύναμη και ότι η δημιουργικότητα θα μας σώσει. Εγγυημένα. Τουλάχιστον από τους εαυτούς μας.
-Hello, αρχικά πώς είσαι;
Καλησπέρα. Πολύ καλά, στο σπίτι προσπαθώντας μάταια να συγκεντρωθώ και να δουλέψω. Είναι αρκετά απαιτητική περίοδος με πολλά πρότζεκτ να τρέχουν και μια καθημερινότητα που τρέχει αμείλικτα! Νιώθω πως θα είναι ξαφνικά Χριστούγεννα και δεν θα έχω προλάβει τίποτα! Άσε που όλα τα μαγαζιά πουλάνε ήδη Χριστουγεννιάτικα. Δεν ξέρω πως νιώθω με αυτό όταν έξω έχει 28 βαθμούς!
-Πώς θα περιέγραφες το Kennedy σε κάποιον που δεν έχει ιδέα τι είναι;
Καθόλου εύκολο! Μια φορά είχα πει σε κάποιον το Kennedy είναι ένα περιοδικό που ασχολείται με αληθινούς ανθρώπους. Ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Γενικά το Kennedy είχε σκοπό πάντα μέσα από τις ιστορίες ανθρώπων που θαυμάζω να παρουσιάζει μια αληθινά αισιόδοξη πλευρά της ζωής, ένα έντυπο που θα σε κάνει να ονειρεύεσαι πως υπάρχει κάτι καλύτερο εκεί έξω. Σε πείσμα των καιρών προσπαθώ ακόμα να κάνω αυτό. Στην τελική το Kennedy είναι πώς θα ήθελα να είναι η ζωή μου.
-Πώς γεννήθηκε σαν ιδέα;
Γεννήθηκε σαν ιδέα εν μέσω της μεγαλύτερες κρίσης (2012) στην Ελλάδα, και αρχικά ήταν η ιδέα εμένα και του Αγγέλου Παντελίδη σαν cartes de visite, σαν ένα τρόπο να πούμε “εμείς είμαστε εδώ αυτό κάνουμε”, να ανοίξουμε ένα παράθυρο στον κόσμο ενώ ζούσαμε (και ζούμε ακόμα) σε μια αποπνικτικά μικρή αγορά στον χώρο της δημιουργίας.
-Τι έχει αλλάξει στον τρόπο που αντιμετωπίζεις το Kennedy Magazine από το 2013 που πρωτοκυκλοφόρησε, ως και σήμερα;
Πάρα πολλά. Αρχικά το Kennedy ήταν μια έκδοση χωρίς θέμα. Ήταν ένα ημερολόγιο κυρίως με συνεντεύξεις και θέματα από συνεργάτες η φίλους που μου άρεσαν να φιλοξενήσω στις σελίδες του. Μετά το 10 τεύχος αφιερωμένο στην Ελλάδα το Kennedy έγινε ένα πιο θεματικό έντυπο. Ακολούθησαν το τεύχος για την Ιαπωνία την Νέα Υόρκη, το βιβλίο με συνταγές Εating With Friends και τώρα το τεύχος Family. Ο κύκλος των συνεργατών μίκρυνε, το περιοδικό έγινε ακόμα περσότερο προσωπική υπόθεση και κατέληξε εν μέσω Covid και κατακλυσμικών αλλαγών να βγαίνει κάθε δυο χρόνια αντί για κάθε έξι μήνες. Επίσης, από το 8ο τεύχος το σχεδιάζει η γυναίκα μου η Αθηνά Δεληγιάννη, άρα έχει γίνει ένα πρότζεκτ σπιτικό εντελώς. Παλιότερα έτρεχα κάθε μήνα σε άλλη πόλη για την παρουσίαση του νέου τεύχους. Τώρα έχω σίγουρα χαλαρώσει τους ρυθμούς. Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι ποιο θα είναι το επόμενο βήμα μετά από 10 χρόνια. Πρόσφατα διάβαζα παλιά τεύχη του Vanity Fair. Θέλω να τρέχω πίσω σε αυτά και να βλέπω μια εποχώ πιο ξένοιαστη, με μια χαρά στην ζωή που λείπει τώρα. Βομβαρδιζόμαστε καθημερνά από κακές ειδήσεις, πολέμους διχασμό. Θέλω να γίνω ακόμα πιο ρομαντικός με το Kennedy. Να προβάλλω πως υπάρχει κάτι άλλο για το οποίο αξίζει να ζούμε. Μια ουτοπία.
-Αλήθεια, τι θυμάσαι από το 2013; Δύσκολοι καιροί έτσι;
Τόσα πολλά… Και από το 2012. Θυμάμαι ήταν η τελευταία χρόνια μιας επίπλαστης ευδαιμονίας. Το πάρτυ τελείωνε σιγά σιγά. Η τελευταία χρόνια που δούλεψε το Ποπ στην Κλειτίου. Μετά έφυγα για τις μεγαλύτερες διακοπές που έχω κάνει ποτέ στην ζωή μου. Αντίπαρος, Πάτμος, Νίσυρος, Λείψοί Αρκιοί… Γύρισα στην Αθήνα άφραγκος και αποφάσισα να κάνω ένα περιοδικό εν μέσω τρικυμίας. Το Βήμα στο οποίο δούλευα απέλυε του πάντες, ενώ όλα γύρω μου κατέρρεαν. Θυμάμαι αρχές του 13 στο Υπερωκεάνειο να κάνω σχέδια για το μέλλον. Θυμάμαι να κλαίω για την ζωή μου στον καναπέ βλέποντας Sex and the City. Έψαχνα μεροκάματα να πληρώσω το νοίκι. Που ήταν 250 ευρώ. Ξέρεις κάτι; Ήταν δύσκολοι καιροί, όλα ήταν άραχνα και μαύρα, αλλά ένιωθα ότι όλο αυτό είχε νόημα. Και κάτι να ελπίζεις. Μου άρεσε η κατήφεια της Αθήνας πριν τα ροδάκια από βαλίτσες να σου τρυπάνε τα αυτιά. Τα άδεια καμένα κτίρια υπήρχαν εκεί σαν φαντάσματα από κάτι που τελειώνει. Τώρα δεν ξέρω σε τι να ελπίσω. Σε πιο πολλά ξενοδοχεία; Που πήγε η μνήμη; Τον Αύγουστο του ’13 τον οποίο πέρασα στην Αθήνα πίνοντας, πέθανε ο Άγγελος και το Kennedy έμεινε μισόρφανο. Μάζεψα τα κομμάτια μου και συνέχισα. Η ζωή δεν ήταν ποτέ πια ίδια, αλλά το διαφορετικό είναι αρκετό μερικές φορές.
-Έχεις κερδίσει σημαντικά μαθήματα από τις συνεργασίες σου;
Σίγουρα όλοι οι άνθρωποι που γνώρισα μέσα σε αυτά τα χρονιά μέσα από το Kennedy μού έμαθαν τόσα πολλά. Οφείλω ότι είμαι πια σε πολλούς από αυτούς. Κατάφερα να γνωρίσω και να συνεργαστώ με ανθρώπους που θεωρούσα θρύλους. Ανθρώπους που πολλοί από αυτούς δεν είναι πια εδώ. Θυμάμαι είδα μια φορά στην Αθήνα τον Lawrence Weiner στην Gagosian. Ήταν ήδη άρρωστος με καρκίνο του πνεύμονα. Του είπα πως λυπάμαι. Θυμάμαι μου απάντησε ”δεν έχει σημασία, είναι αυτό που είναι, πρέπει να συνεχίζουμε να φτιάχνουμε ένα κόσμο έξω από τον δικό τους, στον οποίο μπορουμε να ζήσουμε μέσα’’. Ήταν η εποχή του Τραμπ. Θυμάμαι δεν μου είχε κάνει τόσο εντύπωση μέσα στα χρόνια.
-“Biannual Journal of Curiosities”. Πόσο από εσένα βρίσκουμε σε αυτό το tagline;
Πολύ γιατί ήταν το όνομα του παλιού μου blogspot που μετουσιώθηκε σε Kennedy. Ήταν ένας τρόπος να μην τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα σε μια πόλη που πάντα ένιωθα πως ασφυκτιούσα. Έγραφα συνταγές, κριτικές για ταινίες, για την καθημερινότητά μου εδώ. Το Kennedy έχει πολύ από εμένα επίσης. Έκανα μέχρι και ένα φωτορεπορτάζ με τον γάμο μου στο τεύχος 7.
-Τι είναι η “περιέργεια” btw; Καύσιμο ζωής;
Αν δεν είσαι περίεργος δεν ανακαλύπτεις τίποτα. Άρα δεν ζεις. Άρα ναι είναι καύσιμο ζωής. Δεν θα σταματήσω ποτέ να είμαι περίεργος.
-Πότε κατάλαβες πως θα γίνεις φωτογράφος; Και πώς;
Στα 15-16 βλέποντας μανιωδώς σινεμά σε vhs. Ειδικά Ερίκ Ρομέρ, Γουόνγκ Καρ Γουάι. Η φωτογραφία του Christopher Doyle με έκανε να θέλω να βγάλω τέτοιες εικόνες.
-Νομίζω πως στην αισθητική σου έχει αποτυπωθεί έντονα το πώς έχεις βρει μια αισθητική πατρίδα στο Λονδίνο. Η Αθήνα μπορεί να γίνει αισθητική πατρίδα για έναν καλλιτέχνη; Έχει what it takes;
Πιστεύω πως όχι. Η Αθήνα, μια πόλη λουσμένη στο φως έχει κάτι πένθιμο. Κάτι κυνικό. Είναι βαριά η ιστορία παντού. Για εμένα ίσως έχει καταφέρει να γίνει γιατί το έχω αγκαλιάσει αυτό. Αν δεν μπορείς να αποδεχτείς την κατήφεια της Αθήνας που είναι δύσκολο να κρυφτεί κάτω από το Αθηναϊκό φως, την απαισιοδοξία των κατοίκων της δεν μπορείς να δημιουργήσεις εδώ. Η Αθήνα θα σε ξεράσει σαν κάτι ξένο.
-Κλισέ ερώτηση, αλλά αναπόφευκτη. Τι σε εμπνέει;
Σίγουρα πάντα το κλειστό μου περιβάλλον φίλων και η οικογένεια μου. Τα ταξίδια όσο και να τα έχω μειώσει.
-Η οικογένειά σου γίνεται έμπνευση για τη δουλειά σου. Σε τρόμαξε ποτέ αυτό; Σε ένα επίπεδο -ας πούμε- υπερέκθεσης;
Κοιτά έχω βάλει τόσο από την οικογένεια μου σε ότι κάνω που ναι ίσως το έχω παρακάνει μερικές φορές. Αλλά θέλω πάντα να είμαι ειλικρινής. Να είμαι γυμνός μπροστά τους αναγνώστες μου. Δεν με τρομάζει όχι. Η έκθεση μου στο Παρίσι τον Ιούνιο είχε τον τίτλο “Η οικογένεια μου”. Στο νέο Kennedy μιλάω για τον χωρισμό μου.
-Πώς οραματίζεσαι αυτό τον χειμώνα;
Με ζεστά όμορφα βραδιά δίπλα στην γυναίκα μου και τον γιο μου, και με κρασάκι και καλή παρέα στο νέο πρότζεκτ που ετοιμάζω. Και όλα αυτά πάντα με υγεία πρώτα! Όλα τα αλλά γίνονται.







