του Βήτα Ταφ
Η διαδρομή του Corey Haim έχει σχεδόν έτοιμη δραματουργία, αλλά το πιο δύσκολο κομμάτι της είναι ότι δεν χωράει εύκολες εξηγήσεις. Ξεκινά ως ντροπαλό παιδί από τον Καναδά, περνά σχεδόν αστραπιαία στη σφαίρα του teen idol, κουβαλά πάνω του την πιο φωτεινή και την πιο σκοτεινή όψη της βιομηχανίας του θεάματος, και πεθαίνει στα 38 του όχι από την εξωτερικά βολική εκδοχή ενός ακόμη overdose, αλλά από φυσικά αίτια έπειτα από χρόνια σωματικής φθοράς, πνευμονία και καρδιολογικά προβλήματα, την ώρα που το δημόσιο πρόσωπό του είχε ήδη ταυτιστεί σχεδόν αποκλειστικά με την πτώση. Το αποτέλεσμα είναι μια ζωή που διαβάζεται ταυτόχρονα ως ιστορία ταλέντου, ως χρονικό εκμετάλλευσης παιδιών στο θέαμα και ως μελέτη για το πώς η αμερικανική βιομηχανία λατρεύει να κατασκευάζει είδωλα, αλλά σπανίως ξέρει τι να κάνει όταν αυτά τα είδωλα σπάνε.
Αν υπάρχει ένας λόγος που ο βίος του συνεχίζει να στοιχειώνει, είναι ότι η υπόθεσή του δεν επιτρέπει την εύκολη ηθικολογία. Η δημόσια τεκμηρίωση δείχνει έναν άνθρωπο που υπήρξε αληθινά προικισμένος, που τραυματίστηκε νωρίς, που μπήκε σε έναν κύκλο εξάρτησης από την εφηβεία και που αργότερα βρέθηκε να κουβαλά το βάρος αλλεπάλληλων καταγγελιών για κακοποίηση μέσα σε έναν χώρο που ιστορικά δεν αγαπά να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Μια έντιμη βιογραφική ταινία για εκείνον θα έπρεπε αναγκαστικά να μιλήσει όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για τη βιομηχανία που τον έκανε εμπόρευμα πριν προλάβει να γίνει ενήλικος.
Τα παιδικά χρόνια και η οικογένεια που τον διαμόρφωσε
Γεννημένος στο Toronto το 1971, ο Haim μεγάλωσε σε εβραϊκή οικογένεια με μητέρα την Judy Haim, ισραηλινής καταγωγής και εργαζόμενη σε δουλειές γραφείου και επεξεργασίας δεδομένων, και πατέρα τον Bernie Haim, πωλητή. Είχε μεγαλύτερη αδελφή, την Cari Haim, ενώ οι γονείς του χώρισαν όταν εκείνος ήταν ακόμη παιδί, το 1982. Οι πιο αξιόπιστες βιογραφικές συνόψεις συγκλίνουν στο ότι ήταν ντροπαλό παιδί, με πραγματική αγάπη για το χόκεϊ, και ότι η μητέρα του είδε την υποκριτική όχι αρχικά ως καριέρα αλλά ως τρόπο να βγει από το καβούκι του. Αργότερα ο ίδιος έλεγε ότι πριν καταλάβει πως είχε αληθινή κλίση, ο πρώτος του ορίζοντας ήταν να γίνει επαγγελματίας χοκεΐστας.
Από όσα μπορούν να τεκμηριωθούν δημόσια, η μητέρα του λειτούργησε ως σταθερός άξονας και στην αρχή και στο τέλος της ζωής του. Εκείνη συνέδεσε την παιδική συστολή με την υποκριτική, και δεκαετίες αργότερα βρέθηκε ξανά στο κέντρο της ιστορίας, όταν ο Haim έμενε μαζί της και τη φρόντιζε όσο εκείνη έδινε μάχη με τον καρκίνο. Για τον πατέρα του υπάρχουν λιγότερα αναλυτικά δημόσια ντοκουμέντα ως προς την ψυχολογική δυναμική της σχέσης τους, όμως μετά τον θάνατό του ο Bernie Haim δήλωσε ότι μιλούσαν δύο φορές τη μέρα, στοιχείο που δείχνει ότι, ακόμη κι αν η μητέρα του έμεινε η πιο ορατή φιγούρα της ζωής του, ο πατέρας δεν ήταν εξαφανισμένος από το κάδρο. Η πιο ασφαλής ανάγνωση, λοιπόν, δεν είναι ένα απλοϊκό σχήμα κακών ή απόντων γονιών, αλλά μια οικογενειακή ιστορία με διαζύγιο, διασπάσεις, υπερπροβολή και έναν γιο που έζησε τη διασημότητα πολύ πριν αποκτήσει ψυχική άμυνα απέναντί της
Ή άνοδος από ελπιδοφόρο παιδί θαύμα σε teen idol
Η άνοδος ήταν εντυπωσιακά γρήγορη και το σημαντικότερο, δεν στηρίχθηκε μόνο στη χαριτωμενιά αλλά σε πραγματική οθονική ευφυΐα. Ξεκίνησε από διαφημίσεις και από την καναδική σειρά The Edison Twins, πέρασε στο κινηματογραφικό ντεμπούτο με το Firstborn δίπλα σε μελλοντικά μεγάλα ονόματα όπως ο Robert Downey Jr. και η Sarah Jessica Parker, και πολύ γρήγορα έδειξε ότι μπορούσε να σταθεί και σε πιο ποιοτικά περιβάλλοντα, όπως στο Murphy’s Romance δίπλα στη Sally Field και τον James Garner, μια ταινία που έφτασε μέχρι τα Oscar με δύο υποψηφιότητες. Την ίδια περίοδο έκανε και το Silver Bullet, αλλά η μεγάλη καλλιτεχνική έκρηξη ήρθε με το Lucas, όπου ο Roger Ebert έγραψε ότι δημιούργησε έναν από τους πιο τρισδιάστατους εφηβικούς χαρακτήρες της εποχής. Αυτό το σχόλιο έχει βαρύτητα όχι επειδή ανήκει σε έναν διάσημο κριτικό, αλλά επειδή περιγράφει ακριβώς τι βλέπει κανείς και σήμερα στις καλύτερες σκηνές του Haim, μια ευθραυστότητα που δεν εκβιάζει τη συμπάθεια και μια συναισθηματική ευφράδεια σπάνια για τόσο νέο ηθοποιό.
Το πέρασμα από τον ανερχόμενο ηθοποιό στον έφηβο σταρ έγινε ουσιαστικά με δύο τίτλους, το The Lost Boys του Joel Schumacher και το License to Drive. Εκεί πια δεν ήταν απλώς ταλαντούχος μικρός ηθοποιός αλλά μαζικό pop σύμβολο. Οι βιογραφικές αναδρομές μιλούν για χιλιάδες fan letters την εβδομάδα, για μια σχεδόν υστερική teen απήχηση και για τη δημιουργία του brand των Two Coreys μαζί με τον Corey Feldman, πρώτα ως κινηματογραφικό δίδυμο και αργότερα ως τηλεοπτικό και νοσταλγικό φαινόμενο. Το κρίσιμο εδώ είναι ότι ο Haim δεν ήταν απλώς όμορφο παιδί της αφίσας. Είχε timing, σπιρτάδα, νευρική ενέργεια, και μια πολύ ιδιαίτερη μελαγχολία που εξηγεί γιατί ακόμη και σήμερα οι καλύτερες εμφανίσεις του δείχνουν περισσότερο σαν υπόσχεση μεγάλου δραματικού ηθοποιού παρά σαν απλό προϊόν της teen culture των 80s.
Ο εθισμός και η αργή αποβολή από το σύστημα
Το πιο οδυνηρό στοιχείο της πτώσης του είναι ότι ο εθισμός δεν εμφανίζεται ως ξαφνική εκτροπή ενός ήδη σχηματισμένου ενήλικου, αλλά ως κάτι που αρχίζει μέσα στην εφηβεία, δηλαδή σε μια ηλικία όπου ο άνθρωπος ακόμη διαμορφώνεται. Ο ίδιος είχε αποδώσει την πρώτη χρήση μαριχουάνας στην περίοδο του The Lost Boys, ενώ αργότερα μιλούσε ανοιχτά για κλιμάκωση από κοκαΐνη σε crack και για τη μόνιμη μάχη της υποτροπής. Το 2010, η εισαγγελία της California ανακοίνωσε ότι στο τελευταίο διάστημα της ζωής του είχε πάρει τουλάχιστον 553 δόσεις συνταγογραφούμενων φαρμάκων από επτά γιατρούς και επτά φαρμακεία μέσα σε 32 ημέρες, και ότι μάρτυρες επιβεβαίωσαν κατάχρηση συνταγογραφούμενων από τα 15 του. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο τελικός θάνατός του δεν αποδόθηκε σε overdose. Δείχνει όμως πόσο παλιός, περίπλοκος και σωματικά καταστροφικός είχε γίνει ο κύκλος της εξάρτησης.
Η επαγγελματική συνέπεια αυτής της κατάρρευσης ήταν σχεδόν μαθηματική. Ο Haim κατέθεσε αίτηση πτώχευσης το 1997, δηλώνοντας χρέη για ιατρικά έξοδα και για φόρους, ενώ ήδη είχε μετακινηθεί από τις κανονικές θεατρικές κυκλοφορίες σε όλο και περισσότερες direct to video παραγωγές. Ο ίδιος παραδεχόταν ότι δεν ήταν λειτουργικός για να δουλέψει, και στα τέλη των 2000s η κατάσταση αυτή είχε γίνει μέρος του δημόσιου θεάματος. Το reality The Two Coreys, που υποτίθεται ότι θα κατέγραφε μια επανεκκίνηση, κατέληξε να εκθέτει κυρίως το μέγεθος της αποσύνθεσης. Στο περίφημο comeback ad που έβαλε στο Variety ζητούσε στην ουσία συγγνώμη στη βιομηχανία για καθυστερήσεις και καταστροφική συμπεριφορά, ενώ όταν βρέθηκε στα γυρίσματα του Lost Boys 2 εμφανίστηκε, σύμφωνα με τον Feldman, με μπερδεμένη ομιλία και χωρίς να μπορεί να πει τις ατάκες του. Εδώ η φράση ότι το σύστημα δεν τον συγχώρησε δεν είναι απλό ρομαντικό σχήμα. Είναι συμπέρασμα που στηρίζεται στο πώς η αγορά μεταχειρίζεται έναν ηθοποιό όταν η αναξιοπιστία του γίνεται παραγωγικός κίνδυνος, ανεξάρτητα από το αν ο ίδιος υπήρξε θύτης του εαυτού του ή θύμα πολύ βαθύτερων μηχανισμών.
Οι πιο αποκαλυπτικές μαρτυρίες για το πώς αυτή η πτώση έμοιαζε από κοντά δεν έρχονται από κουτσομπολιό αλλά από ανθρώπους που τον αγάπησαν. Η Nicole Eggert, με την οποία υπήρξε ζευγάρι στις αρχές των 90s και συμπρωταγωνίστησαν σε πολλές βιντεοταινίες τότε,περιέγραψε το 2024 μια πραγματικότητα στην οποία τα βράδια περνούσαν από τα επείγοντα, με τον Haim να ζητά βοήθεια όταν του τελείωναν τα χάπια, ενώ η ίδια έβλεπε ακόμη και παραγωγούς να του εξασφαλίζουν ουσίες ή συνταγές για να συνεχίζεται το γύρισμα. Η εικόνα αυτή είναι σκληρή, αλλά εξηγεί καλύτερα από κάθε θεωρία τι σημαίνει να έχεις έναν άνθρωπο που καταρρέει ενώ εξακολουθεί να παράγει για κάμερα. Για τη σχέση του με την Alyssa Milano, το τεκμηριωμένο δημόσιο υλικό είναι πιο λιτό, αλλά αρκεί για να δείξει ότι επρόκειτο για σοβαρό νεανικό δεσμό και ότι, όταν πέθανε, η πρώτη αντίδραση της Milano ήταν μια απλή και καθόλου κυνική θλίψη για ένα παιδί που είχε γνωρίσει πριν από την πλήρη παρακμή.
Η κακοποίηση και το δύσκολο πεδίο ανάμεσα σε μαρτύρια και απόδειξη
Στο πιο σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας του χρειάζεται μεγάλη προσοχή, γιατί εδώ το ηθικό βάρος είναι τεράστιο και η απόδειξη ελλιπής. Αυτό που τεκμηριώνεται είναι ότι ο Haim μιλούσε δημόσια, έστω αποσπασματικά, για σεξουαλική κακοποίηση και για ένα τραύμα που τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. Σε συνέντευξή του στο GQ το 2008 έλεγε ότι όσα του συνέβησαν θα τον απασχολούν στην ψυχή του για πάντα. Ο Feldman, από την πλευρά του, υποστήριζε για χρόνια ότι και οι δύο είχαν κακοποιηθεί ως παιδιά στη βιομηχανία, και στο ντοκιμαντέρ My Truth: The Rape of 2 Coreys επανέφερε συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι ο Charlie Sheen βίασε τον Haim στα γυρίσματα του Lucas. Ο Sheen απάντησε κατηγορηματικά ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνέβησαν ποτέ. Το μόνο έντιμο συμπέρασμα εδώ είναι ότι υπάρχουν πολύ σοβαρές επαναλαμβανόμενες καταγγελίες, ότι το τραύμα του Haim ως ανήλικου θεωρείται από πολλές πηγές πιθανό και βαθύ, αλλά ότι δεν υπάρχει δημόσια δικαστική κατάληξη που να κλείνει οριστικά το θέμα.
Υπάρχει όμως και δεύτερο επίπεδο δυσκολίας. Η Judy Haim απέρριψε δημόσια ήδη από το 2017 τη συγκεκριμένη εκδοχή που εμπλέκει τον Sheen και υποστήριξε ότι ο άνθρωπος που κακοποίησε τον γιο της ήταν ο Dominick Brascia, ο οποίος την είχε διαψεύσει πριν πεθάνει. Αργότερα, και η Judy και η Cari αντιτάχθηκαν εκ νέου στις μεταθανάτιες αφηγήσεις του Feldman, ενώ το 2025 προέκυψε και νέα διαμάχη γύρω από ντοκιμαντέρ που παρουσίαζε τον Feldman να λέει πως ο Haim είχε κάνει ανάρμοστες προτάσεις σε εκείνον στα γυρίσματα του The Lost Boys. Μετά τη δημοσιότητα, οι νομικοί του Feldman διευκρίνισαν ότι δεν ισχυριζόταν φυσική κακοποίηση αλλά ανεπιθύμητες προσεγγίσεις. Για όποιον θέλει να γράψει σοβαρά πάνω στον Haim, το συμπέρασμα είναι συγκεκριμένο. Πρέπει να διαχωρίζει αυστηρά το τεκμηριωμένο από το αμφισβητούμενο, και να μην βαφτίζει τις φήμες γνώση. Αυτό ισχύει και για τις κατά καιρούς φήμες που συνδέουν άλλα γυρίσματα, όπως το Silver Bullet, με κακοποίηση.
Τα τελευταία χρόνια,ο θάνατος και η τραγική καθαρότητα του τέλους
Τα τελευταία χρόνια του Haim είναι ίσως ό,τι πιο λυπηρό έχει αφήσει πίσω του, γιατί συνδυάζουν την απόγνωση με μια μικρή αλλά πραγματική επιθυμία επιστροφής. Πήγαινε κι ερχόταν ανάμεσα στον Καναδά και την California, προσπαθούσε να ξαναβρεί δρόμο στη δουλειά, και στο GQ περιέγραφε πόσο συγκινημένος ένιωσε απλώς και μόνο που ξαναμπήκε σε τροχιά γυρισμάτων, φτάνοντας να κλαίει μόνος στο trailer του. Την ίδια ώρα, οι άνθρωποι που δούλεψαν μαζί του στα τελευταία μικρά projects έλεγαν ότι ήταν προσηλωμένος στο να φροντίσει τη μητέρα του που έπασχε από καρκίνο. Αυτή η συνύπαρξη είναι καθοριστική για να καταλάβει κανείς τον χαρακτήρα του. Δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος που έπεφτε. Ήταν και κάποιος που, ακόμη μέσα στο χάος, προσπαθούσε να παραμείνει χρήσιμος σε εκείνον τον πολύ μικρό ιδιωτικό κύκλο που του είχε απομείνει.
Το πόσο χαμηλά είχε πέσει κοινωνικά και οικονομικά φαίνεται όχι από έναν μεμονωμένο μύθο περί αστεγίας, αλλά από ένα σύνολο πιο στέρεων ενδείξεων. Η πτώχευση του 1997, οι όλο και πιο μικρές παραγωγές, το γεγονός ότι η οικογένεια ζήτησε από θαυμαστές οικονομική βοήθεια για τα έξοδα της κηδείας, και ότι η πόλη του Toronto χρειάστηκε να διευκρινίσει πως δεν είχε λάβει καν αίτηση ώστε να καλύψει εκείνη το κόστος, συνθέτουν την εικόνα ενός πρώην σταρ που είχε απομακρυνθεί τραγικά από την οικονομία της δόξας που κάποτε τρεφόταν από το πρόσωπό του. Αν προστεθεί σε αυτά η δημόσια εικόνα των τελευταίων χρόνων, η σύγκριση με το γλυκό, καθαρό αγόρι των μέσων των 80s αποκτά σχεδόν σωματικό πόνο. Ακόμη και οι πιο συμπαθείς αναδρομές της εποχής του θανάτου του μιλούσαν για ένα πρόσωπο αλλοιωμένο, κουρασμένο, βαρύ, λες και το σώμα είχε αρχίσει πια να φωνάζει όσα το βιογραφικό του δεν μπορούσε να κρύψει.
Ο θάνατός του είναι από μόνος του μια μικρή τραγωδία παρανόησης. Όταν κατέρρευσε στο διαμέρισμα όπου βρισκόταν με τη μητέρα του, μεσούσης μιας περιόδου flu like συμπτωμάτων, η πρώτη δημόσια εντύπωση ήταν ότι επρόκειτο για άλλο ένα μοιραίο overdose. Η μεταγενέστερη εικόνα ήταν πιο σύνθετη και πιο σκληρή. Ναι, υπήρχε τεράστιο ιστορικό εξάρτησης, υπήρχε doctor shopping και υπήρχε σώμα ήδη κατεστραμμένο από χρόνια κατάχρησης. Όμως η επίσημη ιατροδικαστική κατάληξη μίλησε για φυσικό θάνατο από πνευμονία και αναπνευστικά και καρδιακά προβλήματα, με χαμηλά επίπεδα ουσιών στον οργανισμό αλλά χωρίς σημαντική συμβολή τους στον θάνατο. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν τα ναρκωτικά δεν τον σκότωσαν άμεσα εκείνη τη νύχτα, η μακρά φθορά της ζωής του τον είχε ήδη αποδυναμώσει τόσο ώστε μια σοβαρή λοίμωξη και ένα επιβαρυμένο καρδιαγγειακό υπόβαθρο να αποδειχθούν αρκετά. Αυτό δεν αθωώνει την εξάρτηση. Δείχνει όμως κάτι ίσως ακόμη πιο τραγικό, ότι στο τέλος δεν πέθανε με τον θεαματικό τρόπο που περίμενε η ταμπλόιντ φαντασία, αλλά με τον αργό τρόπο που πεθαίνουν οι ήδη εξαντλημένοι οργανισμοί.
Τι μένει τελικά απ’ τον Corey Haim
Το πιο άδικο με τον Haim είναι ότι η δημόσια μνήμη συχνά τον θυμάται σαν προειδοποίηση, ενώ οι καλύτερες ταινίες του αποδεικνύουν ότι πρώτα ήταν ηθοποιός. Στο Lucas φαίνεται ίσως πιο καθαρά από παντού πως είχε τη σπάνια ικανότητα να παίζει πληγωμένους χαρακτήρες χωρίς να τους κάνει αξιολύπητους. Στο The Lost Boys κατέγραψε την εφηβική ανασφάλεια με κωμικό νεύρο και αληθινή τρυφερότητα. Στο Murphy’s Romance και ακόμη και στο μικρότερο Firstborn διακρίνεται κάτι που δεν βρίσκεις εύκολα, μια παιδική παρουσία με ένστικτο ρυθμού και με πρόωρη επίγνωση του κάδρου. Αν είχε προστατευθεί καλύτερα, το πιθανότερο δεν είναι απλώς ότι θα ζούσε περισσότερο. Είναι ότι θα εξελισσόταν σε κανονικό, μεγάλο δραματικό ηθοποιό. Αυτό βέβαια είναι εκτίμηση, όχι ιστορικό γεγονός, αλλά στηρίζεται πειστικά στην ποιότητα των πρώτων του ερμηνειών.
Η πιο συνετή ψυχογραφική ανάγνωση που μπορεί να γίνει από τα δημόσια τεκμήρια είναι ότι ο Haim υπήρξε ένας άνθρωπος με βαθιά ανάγκη αποδοχής, υψηλή συναισθηματική ευαισθησία και σοβαρό αίσθημα ντροπής. Είχε γοητεία, χιούμορ και μια κάποια γενναιοδωρία, αλλά και την κλασική τραγική αδυναμία όσων μαθαίνουν από πολύ νωρίς να επιβιώνουν μέσα από την αγάπη του κοινού. Όταν η αγάπη αυτή αποσύρθηκε, έμεινε ένας πυρήνας παιδικού τραύματος, εξάρτησης και ανάγκης να ξαναγίνει ορατός. Σε αυτό το πλαίσιο, η μητέρα του μοιάζει περισσότερο με τον τελευταίο χώρο εμπιστοσύνης παρά με μια βολική δραματική φιγούρα, ενώ ο πατέρας του, όσο κι αν είναι λιγότερο φωτισμένος στις πηγές, παραμένει μέρος μιας οικογενειακής δομής που δεν έπαψε ποτέ να επηρεάζει την αυτοεικόνα του. Η μεγάλη του τραγωδία δεν ήταν μόνο ότι κατέρρευσε. Ήταν ότι η κατάρρευση καπέλωσε στη μνήμη του κόσμου την απόδειξη ότι κάποτε ήταν πραγματικά σπουδαίος.
Αν κάποτε γυριστεί η βιογραφική ταινία που του αξίζει, θα πρέπει να αποφύγει δύο παγίδες. Η πρώτη θα είναι να τον παρουσιάσει απλώς ως ακόμη ένα θύμα ναρκωτικών. Η δεύτερη θα είναι να τον κάνει μονοδιάστατο μάρτυρα μιας διεφθαρμένης βιομηχανίας. Η αλήθεια δείχνει κάτι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο ανθρώπινο. Ένα παιδί με σπάνιο χάρισμα μπήκε νωρίς σε ένα περιβάλλον χωρίς ασφαλή όρια, ένιωσε πάνω του τον τρόμο της εμπορευματοποίησης, της πιθανής κακοποίησης και της διασημότητας, έμαθε να αυτοκαταστρέφεται πριν ενηλικιωθεί, και ύστερα τιμωρήθηκε επαγγελματικά ακριβώς για τα συμπτώματα εκείνης της καταστροφής. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Corey Haim παραμένει τόσο οδυνηρή φιγούρα. Όχι μόνο επειδή έπεσε, αλλά επειδή η πτώση του λέει υπερβολικά πολλά για το πώς αντιμετωπίζονται τα παιδιά όταν το ταλέντο τους αποκτά εμπορική αξία.
