σε ,

«Δε σου χτυπάει η Λάιφο κάθε μέρα την πόρτα»

Η Σοφία Νικολαΐδου επιστρέφει και μοιράζεται μαζί μας ένα απόσπασμα απ’ το νέο της βιβλίο Το Χρυσό Βραχιόλι

Λέει η Σοφία Νικολαΐδου για το νέο της βιβλίο:

18076715 1421129201286569 7404314349864641496 o
Η συγγραφέας Σοφία Νικολαϊδου (Φωτό Ντέμη Κουτσοσταμάτη)

Κάποια στιγμή, ανακατεύοντας τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες στο πατρικό μου, έπεσα πάνω στο απολυτήριο της μάνας μου. Εκεί, δίπλα στον άριστο βαθμό, είδα για πρώτη φορά τη διατύπωση «κόρη εργάτη» (στα απολυτήρια εκείνης της εποχής αναγραφόταν το επάγγελμα του πατέρα). Δεν ξέρω, κάτι μου έκανε. Και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα γράψω αυτό το βιβλίο.

Σιγά σιγά, στα ταξίδια μου ανά την Ελλάδα άρχισα να μιλάω συστηματικά με ανθρώπους: Μακεδονία, Πελοπόννησος, Κρήτη, Αττική. Κέρκυρα και Κύπρος. Πρέβεζα και Τρίκαλα. Από τα χωριά του Έβρου ως τον κάμπο της Λάρισας και από τη Φλώρινα ως το Καρπενήσι.

Εδώ αληθινοί άνθρωποι αφηγούνται τις ιστορίες τους και ζωντανεύουν μια χώρα και μια εποχή. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι πρώτοι στην οικογένειά τους που σπούδασαν. Όλοι τους φόρεσαν το χρυσό βραχιόλι. Το πτυχίο είναι χρυσό βραχιόλι στο χέρι του παιδιού, έτσι δεν έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες στα χωριά της Μακεδονίας;

χαρ 12Σιγά σιγά και ενώ οι αφηγήσεις πύκνωναν, άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα ότι το «χαρτί»  ήταν για πολλά χρόνια το μέσο για μια ειρηνική επανάσταση που ζήσαμε στην Ελλάδα του 20ού αιώνα: μια επανάσταση με όπλο τις σπουδές και τα γράμματα. Με το πτυχίο στο χέρι, άνθρωποι που γεννήθηκαν στη φτώχεια, από γονείς που ήξεραν λίγα ή ελάχιστα γράμματα, βρήκαν δουλειά και άλλαξαν ζωή. Έφυγαν από το χωριό και ήρθαν στην πόλη. Αγροτόπαιδα που έγιναν γιατροί, εργατόπαιδα που σπούδασαν δικηγόροι. Κορίτσια που πάλεψαν για το αυτονόητο: μια δουλειά και το δικό τους πορτοφόλι.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου μιλούν τρεις γενιές Ελλήνων: η γενιά των γονιών μας, η δικιά μας γενιά και η γενιά των παιδιών μας. Όλες μαζί φτιάχνουν ένα μωσαϊκό από φωνές – σαν τα παλιά μωσαϊκά στα σπίτια που μεγαλώσαμε.

Μπορεί να είναι η ιδέα μου, όμως πίσω από τις ιστορίες τους ακούγεται ένα μουρμούρισμα που χάνεται σιγά σιγά. Είναι οι φωνές των παλιών που πίστευαν ότι τα γράμματα σε κάνουν άνθρωπο. Ένα τραγούδι που το ρεφρέν του το ξέρουμε καλά. Είναι η φωνή που λέει, εμείς μπορεί να πεινάσουμε, αλλά το παιδί θα σπουδάσει.

Σοφία Νικολαΐδου

Η αφήγηση του Μύρου Ζέκα απ’ το «Το χρυσό βραχιόλι» που μόλις κυκλοφόρησε:

Μύρος Ζέκα (γεν. 1997)

Screenshot 9 2

Αν δε διαβάζεις, εδώ είναι τα θερμοκήπια

Οι γονείς μου γεννήθηκαν σε ένα χωριό, κοντά στο Μπεράτ της Αλβανίας. Εγώ γεννήθηκα το 1997 και τον αμέσως επόμενο χρόνο ο πατέρας μου μετανάστευσε στην Ελλάδα. Δύο χρονών ήρθα κι εγώ με τη μάνα μου.

Μεγάλωσα σ’ ένα χωριό της Κρήτης, το Τυμπάκι. Οι γονείς μου ήταν εργάτες σε θερμοκήπια. Δούλευαν για Έλληνες. Λαχανικά, ντομάτες, πιπεριές, τέτοια. Ώσπου το 2009, σκέφτηκαν, μιας και είχαν μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια κάποια λεφτά, να φτιάξουν κάτι δικό τους. Ξεκίνησαν με ένα θερμοκήπιο ένα – δύο στρέμματα και τώρα έχουν φτάσει να έχουν περίπου δέκα στρέμματα δικά τους. Τα τελευταία χρόνια καλλιεργούν πιπεριές, επειδή είναι ελαφριές και οι γονείς μου δεν μπορούν πια να σηκώνουν βάρος.

Όταν ήρθαν οι γονείς μου, δεν είχαν ούτε ποδήλατο. Δεν είχαν τίποτα. Δούλευαν οχτάωρο, από τις 7.00 ως τις 15.00. Ξεκουράζονταν μία δυο ώρες και μετά πήγαιναν σε δεύτερη δουλειά, για να πάρουν άλλα δεκαπέντε ευρώ. Για να μην κάθομαι μόνος μου, πήγαινα σε μια γειτόνισσα. Μεγάλη γυναίκα, γριά. Αυτή ήθελε παρέα, εγώ ήθελα παρέα. Είχε πολλές εφημερίδες κι όσο εγώ βαριόμουν στο σπίτι, ξεφύλλιζα. Εκεί αποδίδω την αγάπη μου για τις εφημερίδες. Δεν είχα άλλα παιχνίδια, έπαιζα με τις εφημερίδες.

Αν δε διαβάζεις, εδώ είναι τα θερμοκήπια, έλεγε η μάνα μου. Δε μου το έλεγε για να με τρομοκρατήσει, έτσι είναι η ζωή. Ή θα διαβάσεις ή βλέπεις ποια είναι η εναλλακτική… Όποτε παίρναμε τους ελέγχους, έκανε ένα μικρό κήρυγμα και ο μπαμπάς.

Ποτέ δεν ένιωσα ότι το σχολείο είναι βαρετό. Εντάξει, βαριόμουνα, αλλά πάντα ένιωθα ότι πρέπει να το κάνω. Πρέπει να γίνει. Πρέπει να σπουδάσω.

Πήγαινα κάποιες ώρες στο θερμοκήπιο, επειδή δεν είχαν πού να με αφήσουν κι έβλεπα πόσο χάλι είναι. Ήξερα ότι δε θέλω να κάνω αυτό.

Μου άρεσαν πολύ τα Αγγλικά και ήθελα Αγγλική Φιλολογία. Μετά στη Β΄ Λυκείου άρχισε να με ιντριγκάρει η δημοσιογραφία. Ανακάλυψα ιστοσελίδες, πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με την ενημέρωση. Πρώτη φορά που οι ειδήσεις άρχισαν να με ενδιαφέρουν.

Θα βρεις μια πόρτα να μπεις. Έστω ένα παράθυρο

Η Δημοσιογραφία δεν έχει ταβάνι. Αν πήγαινα στην Αγγλική Φιλολογία, ένιωθα ότι θα γίνω καθηγητής και μέχρι εκεί. Ενώ σαν δημοσιογράφος ένιωθα ότι θα μπορούσα να κάνω τεράστια καριέρα. Αν προσπαθείς και το θέλεις αρκετά, γιατί όχι; (Γελάει). Δεν είναι κάτι το εξωπραγματικό. Είναι δύσκολο, αλλά δεν είναι εξωπραγματικό. Γι’ αυτό είμαι αισιόδοξος.

Για παράδειγμα, να κυνηγήσεις ευκαιρίες. Εγώ γνώρισα τη Lifo στο πρώτο έτος. Άρχισα να τη διαβάζω και έβλεπα συνεχώς άρθρα του Α. (λέει ένα όνομα). Ουάου, γράφει πολύ ωραία, θα ’θελα κι εγώ μια μέρα να γίνω έτσι. Ήθελα να συνεργαστούμε, να στέλνω μια στο τόσο κάποιο κείμενο. Χωρίς να σκεφτώ πολύ, έστειλα ένα μήνυμα. Βρήκα θετική ανταπόκριση. Στο πρώτο έτος έγραφα συχνά, μετά όχι και τόσο, γιατί χάνεις το κίνητρο από ένα σημείο και μετά. Αν δεν πληρώνεσαι, ξεχνιέσαι με την καθημερινότητα…

Και η ανταμοιβή ήρθε τώρα. Πριν από δύο μήνες περίπου μού έκανε πρόταση. Και λέω δε θα τη χάσω. Προτιμώ να καθυστερήσω λίγο τη Σχολή, που λέει ο λόγος, γιατί δε σου χτυπάει η Lifo κάθε μέρα την πόρτα (γελάει). Αυτό εννοώ να κινείσαι έξυπνα. Να βλέπεις με ποιους ανθρώπους θέλεις να συνεργαστείς, ποια μέσα έχουν προοπτικές, ποια διαβάζονται… Να δεις ποιοι χώροι έχουν άνθιση και πώς μπορείς να μπεις κι εσύ. Και γενικά να παρακολουθείς. Αν έχεις καλή γνώση του τοπίου, θα βρεις μια πόρτα να μπεις. Ένα παράθυρο τουλάχιστον (γελάει).

Να μη φοβηθώ. Να βγω μπροστά

Η μάνα μου δε θέλει να μιλάει για μένα, δεν της αρέσει. Αλλά όταν πήγε στο παζάρι και της έλεγαν συγχαρητήρια που πέρασε ο γιός σου… Μεγάλωσε η καρδιά μου, έτσι έλεγε (μιμείται τη φωνή της μάνας του). Θαυμάζει αυτό που κάνω, με θεωρεί πανέξυπνο (γελάει).

Τα άρθρα μου τα διάβαζε πολύ στην αρχή, αλλά μετά, επειδή καμιά φορά γράφω και πράγματα πιο ανάλαφρα, τα οποία θεωρεί βλακείες, δεν τα διαβάζει (γελάει). Και με τη δουλειά, χάνεται λίγο. Για παράδειγμα, κάνω ραδιόφωνο εθελοντικά. Στην αρχή άκουσε μία-δύο εκπομπές, μετά όχι. Η μάνα μου είναι άνθρωπος της λογικής. Έχει λογική προσέγγιση, όχι τόσο συναισθηματική. Ας πούμε, το ραδιόφωνο, ναι, ωραία, της αρέσει. Αλλά δε βγάζεις, λέει, λεφτά από αυτό. Αν έπαιρνα πολλά χρήματα, τότε θα το άκουγε. Εντάξει, της αρέσει πιο πολύ η τηλεόραση, είναι άλλο η εικόνα…

Τη γλώσσα άρχισα να την μαθαίνω στο νηπιαγωγείο. Στην Α΄ Δημοτικού δεν την ήξερα άπταιστα. Αλλά οι γονείς επέμειναν, με κράτησαν αφοσιωμένο και δεν άφησαν τα προβλήματα να με αποσπάσουν. Στην Α΄ Δημοτικού η μάνα μου, παρόλο που δεν ήξερε να γράφει ελληνικά, προσπαθούσε να μου δείξει πώς σχεδιάζονται τα γράμματα. Αν δεν είχε κάτσει μαζί μου, δεν ξέρω, μπορεί να έβρισκα πάλι τον δρόμο μου, μπορεί και όχι. Ήταν μεγάλη ώθηση η στήριξη στην αρχή…

Δε φοβάμαι να μιλήσω για κάποια πράγματα. Δεν ντρέπομαι. Δεν ήμουν πάντα έτσι, ήμουν πολύ συνεσταλμένος, δεν ήθελα να πειράζω κανέναν. Με το που μπήκα στο Πανεπιστήμιο, είδα τεράστια αλλαγή. Απέκτησα θάρρος. Πίστεψα στον εαυτό μου. Και με τον ακτιβισμό κάπως έτσι πάει, πίστεψα πως με το να μιλήσω μπορώ να καταφέρω πράγματα. Να μη φοβηθώ. Να βγω μπροστά. Παρότι δεν ήταν οι συνθήκες σε όλες τις περιπτώσεις ευνοϊκές, εγώ είχα το θάρρος να το παλέψω…

*

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια