Αύγουστος 2022. Ένας χρόνος πριν. Τζαστ. Η Νατάσα Εξηνταβελόνη ανεβάζει μια φωτογραφία στην οποία το γυμνό της στήθος έχει αντικατασταθεί με το εξίσου γυμνό στήθος ενός άνδρα στην ίδια πόζα. Viral και αναμενόμενα, μιας και αποδείκνυε με τρόπο ευφυή μέσα στην καυστική του απλότητα τον πουριτανισμό της πλατφόρμας. Η Δέσποινα Σπύρου, η ταλαντούχα φωτογράφος πίσω από το αρχικό κλικ, στο οποίο η Νατάσα Εξηνταβελόνη απολάμβανε αυτόν τον διαλογισμό του να επιπλέεις στη θάλασσα, αποφάσισε να αντικαταστήσει το στήθος της ηθοποιού με εκείνο του συντρόφου της.
Την παρακολουθώ έκτοτε στο Instagram και με έναν τρόπο με έκανε να συνειδητοποιήσω πως οι εικόνες σε αυτό το μέσο κοινωνικής δικτύωσης που θα σε μετακινήσουν, θα σε συγκινήσουν, θα σε κάνουν να σταματήσεις για λίγο τον αυτοματισμό του αέναου, τυφλού scrolling είναι εκείνες που δεν θα κάνεις story. Γίνονται τόσο προσωπικές συνδέσεις με αυτές που τις αφήνεις σχεδόν χωρίς να τους χαρίζεις καρδούλα.
Μίλησα μαζί της για την πορεία της, για την εμπειρία της ως set photographer σε ταινίες όπως ο Αστακός του Γιώργου Λάνθιμου και το Chevalier της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγγάρη σε σενάριο Ευθύμη Φιλίπου, αλλά και για το τι εννοεί όταν γράφει στο bio της αν έχει κάποιο νόημα αυτό που κάνει. Ταύτιση. Η Δέσποινα Σπύρου, που κράτησε ζωντανές μερικές χειμερινές κυκλαδίτικες στιγμές βγαλμένες από τα πιο οικεία καλοκαίρια, με τα δικά της λόγια, από κάποια παραλία της Λέσβου. Αυτόν τον Αύγουστο.
-Γεια σου Δέσποινα, πώς είσαι αυτή την περίοδο;
Σου γράφω από μια παραλία της Μυτιλήνης. Ναι, είμαι πολύ καλά αυτήν την περίοδο. Μεγαλώνοντας νιώθω όλο και πιο ολόκληρη, πρέπει να το πω. Ταλαιπωριέμαι, στεναχωριέμαι φυσικά με πολλά αλλά βαθιά μέσα μου είμαι όλο και πιο καλά. Και μόνο που υπάρχω και που υπάρχουν και οι αγαπημένοι μου άνθρωποι. Το καλοκαίρι πέρα από ωραίο βρίσκω ότι είναι και σημαντικό.
Με καλοκαίρια κυρίως υπολογίζω τη ζωή μου. Κάθε καλοκαίρι γυρίζει και μια καινούρια σελίδα.
Φέτος, πέρα από τις βουτιές και τα παγωτά, είναι το καλοκαίρι που η κόρη μου η Στέλλα τελείωσε την πρώτη δημοτικού και που εγώ βρέθηκα να δουλεύω ξανά σε μια ταινία στην Ελλάδα (του Βασίλη Κεκάτου) και χαίρομαι πολύ για αυτό. Ξέρεις, θα ήθελα κι εγώ να ρωτήσω εσένα πώς είσαι αυτή την περίοδο.
-Δεν μπορώ να μη ρωτήσω το κλισέ: πώς ασχολήθηκες με τη φωτογραφία; Ήσουν από εκείνα τα παιδιά που ήταν πάντα με μια μικρή αναλογική κάμερα μιας χρήσης στο χέρι;
Ήμουν πράγματι από εκείνα τα παιδιά με μια μικρή αναλογική κάμερα στο χέρι, αλλά όχι
μιας χρήσης, τις παλιές απλές compact κάμερες των γονιών μου και των φίλων τους. Μη νομίζεις βέβαια ότι αυτό ήταν κάτι που μου πρόσφερε μόνο χαρά και ευχαρίστηση· πιο πολύ θα έλεγα ότι μ’ έκανε να ντρέπομαι. Και εξαιτίας της ντροπής μου, μ’ έκανε να μην αποφασίζω να τραβήξω τις απίστευτες εικόνες ή στιγμές που εξελίσσονταν μπροστά στα μάτια μου και τελικά να απογοητεύομαι. Τα παιδικά-εφηβικά μου καλοκαίρια στα Κύθηρα για πολλά χρόνια τα θυμόμουν καρέ-καρέ. Θυμόμουν όλα τα καρέ που δεν είχα τραβήξει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Ακόμα συμβαίνει αυτό, να σκέφτομαι εμμονικά εικόνες που τρέλαναν τα μάτια μου και δεν κατάφερα να τραβήξω, αλλά ευτυχώς είναι σε ύφεση το φαινόμενο. Ίσως γιατί πλέον καταφέρνω και τραβάω πολλές από τις φωτογραφίες που θέλω και επιπλέον επειδή έχω σε κάποιο βαθμό αποδεχθεί ότι δεν μπορώ να τα καταγράφω όλα.
Η συστολή πάντως που είχα από μικρή στο να φωτογραφίζω, παραμένει με έναν τρόπο, αλλά περιορίζεται στο να μη μπορώ/θέλω να φωτογραφίζω αγνώστους ανθρώπους, κάτι που κάνω πραγματικά σπάνια. Είναι εντυπωσιακό το ότι αν καμιά φορά παρασυρθώ και αποπειραθώ να το τολμήσω, με συνετίζει η κόρη μου η οποία μου λέει «αυτό δεν είναι ευγενικό».
-Τι δουλειά πίστευες ότι θα κάνεις όταν μεγαλώσεις στα 12 σου;
Να σου πω την αλήθεια δεν πίστευα κάτι ή δε θυμάμαι τι πίστευα. Σίγουρα πάντως όταν ήρθε η ώρα να αποφασίσω τι θα σπουδάσω, δυσκολεύτηκα να το πάρω απόφαση, γιατί κάπως δεν μπορούσα να δω τη φωτογραφία ως επάγγελμα. Ήταν μάλλον πολύ σύνθετο πράγμα μέσα μου για να μπορέσω να το πάρω απόφαση. Η βασική απόφαση που είχα πάρει είναι ότι δεν θέλω να δώσω πανελλήνιες, γιατί ο παραλογισμός τους με ξεπερνούσε. Οι σχολές που σκεφτόμουν, φωτογραφία και ψυχολογία, ήταν σε άλλες δέσμες από αυτή που ήμουν, την τρίτη. Αδιέξοδο. Οι γονείς μου συμφώνησαν (για την ακρίβεια ο μπαμπάς μου χειροκρότησε με ενθουσιασμό) όταν τους ανακοίνωσα ότι δεν θέλω να δώσω πανελλήνιες και μου είπαν ότι τα χρήματα που θα έδιναν για φροντιστήριο ας τα έδιναν για να με ενισχύσουν σε κάποια σχολή.
Όντως πήγα σε μια ιδιωτική σχολή φωτογραφίας στην Ελλάδα, τη Focus, που είχε πολύ εικαστική προσέγγιση και πολύ καλούς καθηγητές και καθηγήτριες. Ταυτόχρονα ξεκίνησα να δουλεύω και σε μπαρ γιατί άρχιζα να ζω μόνη μου την ίδια περίοδο και γιατί τα έξοδα της σχολής, πέρα από τα δίδακτρα, ήταν πολλά (ήταν όλα αναλογικά ακόμα). Τα πρώτα δύο χρόνια δούλευα σε ένα μπαρ στα Εξάρχεια που ακριβώς από κάτω ήταν ένα φωτογραφείο που διανυκτέρευε όλες τις μέρες της εβδομάδας για τους/τις ρεπόρτερ, για τους/τις φωτογράφους των νυχτερινών κέντρων κ.λπ. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι παραπάνω από τα μισά χρήματα που βγάζω από το μπαρ τα δίνω ακριβώς από κάτω για την εμφάνιση των φιλμ μου, που τραβούσα αρειμανίως.
-Νομίζω ότι η δουλειά σου έφτασε σε περισσότερα μάτια μετά τη viral φωτογραφία με τη Νατάσα Εξηνταβελόνη και το εξαιρετικό caption για τη ντροπή γύρω από τη γυναικεία θηλή. Το περίμενες;
Όχι καλέ, τι να περιμένω; Η φωτογραφία αυτή ήταν μια παρορμητική παρέμβαση που έκανα, μέσα σε ένα τέταρτο, ως παρηγοριά σε ένα αγανακτισμένο μήνυμα που έλαβα από τη Νατάσα πολύ αργά τη νύχτα όταν της κατέβασε το Instagram την αρχική φωτογραφία. Στην αρχική φωτογραφία ήταν ξαπλωμένη γυμνή στο νερό — είχαμε σβήσει φυσικά το στήθος, συμμορφωμένες με τους κανονισμούς του Instagram. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια ούτε το μουτζουρωμένο στήθος μείωσε την προκλητικότητα της εικόνας, κατά την πλατφόρμα. Κάλυψα το στήθος της με το γυμνό
στήθος του Θάνου, του συντρόφου μου, που για λόγους που δεν θα αποδεχτούμε ποτέ, δεν κρίνεται προκλητικό. Η νέα εικόνα του εαυτού της, με καλυμμένο το στήθος της από το αγνό στήθος του Θάνου, της άρεσε ως σχόλιο και αποφάσισε να γράψει ένα κείμενο και να την ανεβάσει στο Instatram ως συνέχεια στην προηγούμενη λογοκριμένη εικόνα. Το πρωί όταν ξύπνησα είχε γίνει χαμός. Τρομερή η ταχύτητα και το εφήμερο των social media.
View this post on Instagram
-Πώς μεταφράζεις το παράδοξο του να αποτελεί το Instagram μια εύκολη πλατφόρμα προβολής των δημιουργών αλλά ταυτόχρονα να είναι γεμάτο όρους και πουριτανισμό σε ό,τι αφορά το γυμνό ή ό,τι τελοσπάντων θεωρεί εκείνο γυμνό;
Καλά προφανώς και δεν βρίσκεται στο Instagram το πρόβλημα. Από την στιγμή που στην κοινωνία ευδοκιμεί ο συντηρητισμός, ο πουριτανισμός, η πατριαρχία, οι διακρίσεις, ο φασισμός, ο παραλογισμός. Πώς αλλιώς να λειτουργούσε δηλαδή ένα μαζικό μέσο; Απλά σου χτίζει την ψευδαίσθηση ότι μπορείς να πεις ελεύθερα την γνώμη σου. Δεν περίμενα τίποτα διαφορετικό θέλω να σου πω από το Instagram. Το χρησιμοποιούμε, το εκμεταλλευόμαστε έχοντας επίγνωση αυτού του συντηρητικού πλαισίου. Και βέβαια, η συντηρητικότητά του δεν προκύπτει μόνο από τις εικόνες που απαγορεύει, αλλά και από τις εικόνες (την «αλήθεια», το «πρέπει») που προωθεί και
ενθαρρύνει. Πολύ μεγάλη συζήτηση αυτή…
-Έχεις προλάβει να αποτυπώσεις τις Κυκλάδες των early 00s και η εικόνα τους ενδέχεται να είναι ανοίκεια σε όποιον επισκέφτηκε ας πούμε τη Φολέγανδρο ή τη Δονούσα πέρσι. Πόσο έχουν αλλάξει οι Κυκλάδες από τότε;
Προφανώς έχουν αλλάξει αρκετά, μπορεί και πολύ, αλλά θα ήθελα να πω ότι και τότε που τράβηξα τις περισσότερες φωτογραφίες μου στα μικρά νησιά των Κυκλάδων, κάποια καλοκαίρια και κάποιους χειμώνες μεταξύ 2006-2010, δεν ξέρω κατά πόσο ήταν αντιπροσωπευτικές των νησιών. Άλλωστε με το που φωτογραφηθεί κάτι αποκτά αυτόματα μια νοσταλγική διάσταση. Είχα εστιάσει την προσοχή μου σε ανθρώπους και σε λεπτομέρειες, που κι εμένα τότε με έκαναν να μεταφερθώ στο παρελθόν. Εννοώ ότι και τότε υπήρχε τουρισμός, μπαρ, κοκτέιλ, ξαπλώστρες (δεν είμαι και τόσο αρχαία), αλλά δεν έχω ασχοληθεί με αυτά και είναι σαν να απουσιάζουν. Η εικόνα που προκύπτει λοιπόν είναι αρκετά παραπλανητική ή έστω αποσπασματική. Όπως κατά την άποψη μου γενικά η φωτογραφία. Δεν πιστεύω ότι η φωτογραφία μπορεί να αποτυπώσει την αλήθεια· αν κάτι μπορεί να αποτυπώσει
είναι μια διάθεση, μια αίσθηση, μια οπτική, ένα συναίσθημα. Μπορεί να δείξει τρυφερότητα, συμπάθεια, αντιπάθεια.
Αυτό που σίγουρα έχει έστω εν μέρει καταγραφεί είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια, γιατί ήταν ήδη πολύ μεγάλοι τότε, και αρκετά παλιά σπίτια που επίσης σταδιακά αρχίζουν και χάνονται. Κυρίως όμως αυτό που νομίζω ότι υποσυνείδητα αποπειράθηκα να κάνω ήταν να καταγράψω την αίσθηση που μου προκαλούσαν, ειδικά τον χειμώνα, αυτά τα μικρά νησιά και οι άνθρωποί τους.

-Πώς είναι η εμπειρία του να είσαι set photographer;
Μάλλον μου αρέσει πολύ αυτή η ειδικότητα. Η διαστροφή να κρύβομαι κάτω από τραπέζια, μέσα σε τζάκια και μέσα σε ντουλάπια για να είμαι όσο πιο αθόρυβη και αόρατη γίνεται στο σετ, ώστε να μην ενοχλώ. Θα έλεγα ότι η βασική ιδιότητα σε αυτή την θέση είναι η διακριτικότητα και όχι η καλή φωτογράφιση. Είναι μια ειδικότητα που δεν συμπεριλαμβάνεται στη βασική αλυσίδα των απαραίτητων ειδικοτήτων που απαιτούνται ώστε να γυριστεί μια ταινία, οπότε είναι εύκολο πάνω στην πίεση του γυρίσματος να εκτοπίζεται. Γενικά υπάρχει μια αίσθηση (την οποία έχω αποδεχτεί σε μεγάλο βαθμό) ότι είσαι η/ο ενοχλητική/-ός της υπόθεσης. Από τότε που βγήκαν βέβαια οι αθόρυβες φωτογραφικές μηχανές είναι άλλη η ζωή στο σετ της/του φωτογράφου πλατώ. Σίγουρα δηλαδή δεν ακούγεσαι — το challenge περιορίζεται στο να μη φαίνεσαι.

Χαίρομαι πολύ που βρέθηκα σε αυτόν τον χώρο που ενώ με γοήτευε πάρα πολύ από μικρή δεν είχα κάνει καμία κίνηση μέχρι που εμφανίστηκε η Αθηνά Τσαγγάρη ως γνωριμία στη ζωή μου και μου πρότεινε να τραβήξω φωτογραφίες στην πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, το Άτενμπεργκ. Δεν είχα καμία εμπειρία πάνω σε αυτό το κομμάτι, αλλά κάπως με εμπιστεύτηκε. Εννοείται ζορίστηκα τρομερά να τα καταφέρω (χωρίς αθόρυβη φωτογραφική μηχανή και τραβώντας αναλογικά), αλλά μετά από αυτό δεν υπήρχε επιστροφή. Μου άρεσε πολύ.
-Σκέφτεσαι να εμπλακείς περισσότερο με το σινεμά;
Μπα όχι, δεν σκέφτομαι κάτι τέτοιο. Παρότι μερικές φορές πιάνω τον εαυτό μου να φαντασιώνεται να ειπώνονται ιστορίες με κινούμενη εικόνα, κείμενο και ήχο. Αλλά με το πιο απλό και αφαιρετικό τρόπο (σαν την ταινία της αγαπημένης φίλης Ελένης Βεργέτη «Εγώ, το σπίτι»). Αυτό, ναι, είναι κάτι που θα μου άρεσε πολύ να κάνω. Οτιδήποτε άλλο μου φαίνεται απίστευτα δύσκολο, σύνθετο και απαιτητικό. Δεν θα μπορούσα με τίποτα να σηκώσω τέτοιο βάρος και ευθύνη πάνω μου. Θαυμάζω εκείνους κι εκείνες που μπορούν.
-Βρήκα κάτι πολύ ενδιαφέρον στo bio σου. Ότι συχνά αναρωτιέσαι ποιο είναι το νόημα του να βγάζεις φωτογραφίες. Ταλέντο και αυτό-αμφισβήτηση ή αμφισβήτηση του σκοπού του ίδιου πάνε μαζί; Μπορεί ένας καλλιτέχνης να είναι ταλαντούχος και επιτυχημένος και απόλυτα σίγουρος για ό,τι κάνει;
Ναι, το αναρωτιέμαι πολύ συχνά το ποιο είναι το νόημα, αν και τελευταία νομίζω αρχίζω να με αποκωδικοποιώ. Όλα έχουν να κάνουν με τον χρόνο. Έχω την ψευδαίσθηση ότι η φωτογραφία με κάνει να συμφιλιώνομαι με την ταχύτητα του χρόνου και του εφήμερου. Όπως είπα και παραπάνω για το πώς βίωνα την ανάγκη μου για φωτογράφιση όταν ήμουν μικρή, το ίδιο ισχύει ακόμα. Πρόκειται περί ανάγκης και όχι καλλιτεχνικής διάθεσης. Πολύ πρόσφατα έχω αρχίσει για πρώτη φορά να αισθάνομαι ότι σταδιακά αρχίζω να εκφράζομαι μέσα από αυτή τη διαδικασία. Σαν να χρησιμοποιώ μια δεύτερη γλώσσα για να μιλάω. Κάποιες φορές ενδεχομένως να είναι και η βασική μου.
Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης σου ειλικρινά δεν ξέρω τι να απαντήσω. Θεωρώ πως ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ή σίγουρη για αυτό που κάνεις και για το αν θα βρεις τον τρόπο να επικοινωνήσεις αυτό που θέλεις να πεις, αν ξέρεις τι θέλεις να πεις. Αλλά μπορεί να κάνω και λάθος. Μου είναι δύσκολο να μιλήσω εξ ονόματος άλλων, οπότε προτιμώ να πω ότι δεν ξέρω.
-Ποια εμπειρία που σου έχει χαρίσει η καριέρα σου ως τώρα θα σου μείνει αξέχαστη; Προτιμώ να μου πεις μια που να ένιωσες ότι σε άλλαξε, σε μετακίνησε με έναν τρόπο.
Φανταστική ερώτηση, αλλά δεν ξέρω αν έχω εξίσου φανταστική απάντηση. Ή τουλάχιστον αν μπορώ να θυμηθώ κάποια συγκεκριμένη εμπειρία. Συνολικά όμως μπορώ να πω ότι η φωτογραφική διαδικασία με έχει βοηθήσει να μετακινηθώ σε κάποια πυρηνικά σημεία της ιδιοσυγκρασίας μου: το να θέλω να τρέξω να προλάβω κάτι ή έστω να μην τρέξω αλλά να θέλω να το προλάβω και την επόμενη στιγμή, το επόμενο δευτερόλεπτο, να μην είναι εκεί, να έχει εξαφανιστεί ή να έχει αλλάξει, είναι μια συνειδητοποίηση που έχει επεκταθεί και στη ζωή μου την ίδια. Η αγωνία με τον χρόνο, η μη-αποφασιστικότητα που με χαρακτήριζε για πολλά χρόνια, η ματαίωση όταν δεν προλαβαίνω, όταν διστάζω, όταν έχω μείνει από φιλμ, όταν έχω μείνει από μπαταρία κ.λπ. μοιάζει να καταλαγιάζουν. Είναι σαν να συντελείται μια εμπέδωση του εφήμερου των πραγμάτων και ένας συντονισμός με το γεγονός αυτό. Είναι αυτό που γίνεται ξεκάθαρο όταν παρατηρείς τη φύση, τη θάλασσα, τα σύννεφα, τα πουλιά και τα καλάμια. Ή κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου να το προλάβω, να το ζήσω, ή παίρνω απόφαση ότι δεν μπορώ, και προσπαθώ να το αποδεχτώ. Με κάποιον τρόπο σταμάτησα να είμαι αναβλητική στα σημαντικά της ζωής — και δεν εννοώ τα πρακτικά, εκεί συνεχίζω την αναβλητικότητά μου ακάθεκτη!
Όταν δεν ξέρω τι να κάνω τα έντονα συναισθήματα που νιώθω, σηκώνω τη μηχανή και βγάζω μια φωτογραφία. Κι ας μην είναι καλή, κι ας μη την ξαναδώ ποτέ. Μπορώ πιο εύκολα να αποχωριστώ έναν άνθρωπο, μια στιγμή, έναν τόπο, μια εικόνα, αν το έχω φωτογραφίσει. Είναι πλασματικό, το ξέρω. Αλλά είναι καθησυχαστικό. Επίσης, οφείλω να πω ότι η φωτογραφία μού έχει χαρίσει πολύ ωραίες και σημαντικές εμπειρίες. Πρόσβαση σε άλλους τόπους, σε ζωές άλλων ανθρώπων, σε μοναδικές στιγμές. Κυρίως για αυτό συνεχίζω και την αγαπώ.

-Η βάση σου είναι το Βέλγιο. Θεωρείς πως ο πλανήτης Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα φιλόξενος για έναν καλλιτέχνη; Ποια Ελλάδα νοσταλγείς και ποια Ελλάδα χαίρεσαι που άφησες πίσω σου;
Σίγουρα για τους καλλιτέχνες δεν είναι φιλόξενος ο πλανήτης Ελλάδα. Και σίγουρα είναι πολύ φιλόξενος ο πλανήτης Βέλγιο. Την ίδια ώρα που στην Ελλάδα υποτιμούν τα πτυχία των θεατρικών σπουδών (ασύλληπτο), στο Βέλγιο επενδύουν με τόσους τρόπους στο θέατρο και στην πρόσβαση των ανθρώπων από όλες τις κοινωνικές ομάδες, τάξεις και φυλές σε όλα αυτά, με δωρεάν παραστάσεις, δωρεάν μαθήματα θεάτρου. Άπειρα φεστιβάλ και λοιπά και λοιπά. Το Βέλγιο είναι μια χώρα που αγαπάει τους καλλιτέχνες και τους υποστηρίζει. Προφανώς δεν είναι ο παράδεισος, αλλά στα καλλιτεχνικά ζητήματα συγκριτικά με την Ελλάδα είναι η μέρα με τη νύχτα. Εγώ παρόλα αυτά δεν το έχω βιώσει αυτό προσωπικά ούτε βρέθηκα εκεί για καλλιτεχνικούς σκοπούς. Απλά εφόσον βρέθηκα εκεί προσπαθώ να καταλάβω πώς έχουν τα πράγματα και παρότι με ζορίζει αρκετά η ξενιτιά, εκτιμώ ολοένα και περισσότερα πράγματα σε αυτήν την καινούρια για μένα χώρα.
Νοσταλγώ την ζεστή Ελλάδα, από όλες τις απόψεις. Και η Ελλάδα που χαίρομαι που άφησα πίσω είναι η Ελλάδα της κλειστής ράμπας πεζοδρομίου από τζιπ και της κατειλημμένης παραλίας από king size ξαπλώστρες.










