σε

Οι «Δύο Ξένοι» και τα στερεότυπα για τους Αλβανούς

Ο λογοτέχνης Ελσόν Ζγκούρη είδε τη σειρά 25 χρόνια μετά, και βλέπει τα πράγματα κάπως διαφορετικά

dio-ksenoi

Από τον Ελσόν Ζγκούρη

Στην τηλεοπτική σειρά του MEGA Channel “Οι Δύο Ξένοι”, η αγαπημένη μου ελληνική σειρά ομολογώ, στο τελευταίο επεισόδιο διαδραματίζεται το εξής σκηνικό:

Ο Μένιος Τσαπάρας, αρραβωνιαστικός της Φλώρας, αφού έχει καταδικαστεί για μαστροπεία, στήνει μια απαγωγή στο σπίτι του Κωνσταντίνου Μαρκορά, για να ζητήσει επανεξέταση της υπόθεσής του καθώς υποστηρίζει ότι έπεσε θύμα πλεκτάνης. Ο ίδιος στη σειρά εμφανίζεται ως Έλλην πατριώτης, αντικομμουνιστής, χουντικός, ακροδεξιός και φυσικά μαστροπός.

Στους Δύο Ξένους, οι Ρήγας και Αποστόλου, με την ευφυή γραφή τους, τους ζωντανούς διαλόγους και το καυστικό τους χιούμορ, επιχειρούν να σατιρίσουν τα κακώς κείμενα της εποχής (τέλη 90s). Η σειρά βρίθει από ειρωνικά και εύστοχα σχόλια για την πολιτική, την τηλεόραση και την κοινωνία, πολλά από τα οποία – ειδικά οι ατάκες της Ντένης – εξακολουθούν να ακούγονται μέχρι σήμερα. Δεν πρόκειται απλώς για έξυπνες ατάκες, αλλά και για πολιτικά σχόλια που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έμειναν στη συλλογική μνήμη.

Ωστόσο, μέσα σε αυτό το χιουμοριστικό πλαίσιο, στο στόχαστρο της σάτιρας βρίσκονται και ομάδες που, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αποτελούσαν εύκολο αντικείμενο χλευασμού – οι ομοφυλόφιλοι, οι μετανάστες, και κυρίως οι Αλβανοί, που σχεδόν σε κάθε επεισόδιο γίνονται αντικείμενο αναφοράς ή αστεϊσμού, ενδεχομένως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα, με εξαίρεση τους ομοφυλόφιλους. Αυτό το μοτίβο, αν και ενταγμένο σε ένα σατιρικό πλαίσιο, καταλήγει να ενισχύει τα στερεότυπα αντί να τα αποδομεί.

Screenshot 11

Παραθέτω και μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

1. Στα πρώτα επεισόδια ο Τόλης, ο ρόλος ενός ομοφυλόφιλου, ανθρώπου της τηλεόρασης, βρίσκεται σ’ ένα μπαρ όπου φλερτάρει έναν άντρα. Εκείνος τον ακούει για κάποια ώρα και στο τέλος σηκώνεται και φεύγει εκνευρισμένος λέγοντας “Αει στο διάολο ρε, τι με πέρασες για κάναν Αλβανό;”.

2. Η Μαρίνα Κουντουράτου ούσα έγκυος φεύγει άξαφνα για το χωριό της. Ο Μαρκοράς αποφασίζει να πάει εκεί και χάνεται στα χωριά των Γρεβενών. Βρίσκει ένα ζευγάρι ηλικιωμένων όπου απεικονίζεται ο άντρας καβάλα στο γαϊδούρι και η γυναίκα να το καθοδηγεί (υπηρέτρια του αντρός της), και ακολουθεί ο εξής διάλογος:

– Πατριώτη, ε πατριώτη;

– Εεεε;

– Για Κακοπλεύρι καλά πάω;

– Αλβανός είσαι;

– Όχι όχι, Αθηναίος. Αθηναίος.

– Χειρότερα!

3. Στο επεισόδιο 55 της σειράς ένας απατεώνας που μπαινοβγαίνει στις φυλακές παριστάνει τον Κοσοβάρο Αλβανό κι έχοντας ξελογιάσει τη Μαρούσκα, τη ρωσίδα υπηρέτρια της Ντένης, της συστήνεται στο σπίτι της και ακολουθεί ο εξής διάλογος:

– Και δε μου λέτε αγαπητέ, πώς και το δουλεύετε τόσο καλά το ελληνικό;

– Ε, μπορεί να ‘μαι Αλβανός αλλά τόσα χρόνια στην Ελλάδα κάτι έμαθα!

– Μαρούσκα πόρτα. Κι εσύ χρυσέ μου πήγαινε μέσα να πλυθείς. Με ζεστό νερό!

4. Στο τελευταίο επεισόδιο, η μητέρα της Μαρίνας, η Ζωίτσα, έχει έρθει στην Αθήνα για τον (ανεπιθύμητο) γάμο της κόρης της με τον Αίαντα. Στο σπίτι, όσο ετοιμάζονται, ακολουθεί ο εξής διάλογος με τον Τόλη:

– Δε μου λες κυρα Ζωίτσα, ο κυρ Τάσος γιατί δεν ήρθε;

– Έμεινε να μαζέψει την άλλη την προκομένη απ’ την Πρεμετή!

– Απ’ την Πρεμετή; Στην Αλβανία;

– Ναι, η συφουριασμένη, μέχρι εκεί έφτασε η χάρη της.

– Ναι ε; Πώς κι έτσι;

– Πώς κι έτσι; Δεν θυμάσαι εκείνον τον Αλβανό, τον… Δον Ζουάν της Στυλίδας που τον είχε ερωτευτεί εκείνη η παντρεμένη και τον απελάσανε;

– Ναι, και;

– Ε, και; Τι και; Τον επηγαίνανε με το περιπολικό στα σύνορα τον γόη και σταματήσανε στο χωριό να πιούνε έναν tomato juice να ξεδιψάσουνε οι ανθρώποι. Τον εβλέπει η δικιά μου, τον ερωτεύεται. Την εβλέπει κι εκείνος και μέχρι να τελειώσει τον tomato juice την έχει ερωτευτεί. Και την πήρε μαζί του και φύγανε στην Αλβανία που κακό χρόνο να ‘χει!

– Εντάξει κυρα Ζωίτσα μου τώρα τι φταίει ο άνθρωπος και τον εβρίζετε;

– Τι φταίει ο άνθρωπος; Τι φταίει; Εντάξει ρε παιδί μου μας κλέφτουνε, εντάξει και μας σκοτώνουνε, εντάξει και γεμίσανε την αγορά χαλασμένη φούντα! Ε, όχι και να μας πηδάνε και τις γυναίκες!

– Κυρία Ζωίτσα, συγγνώμη αλλά αυτό είναι ρατσισμός, δεν τα κάνουνε πια όλα οι Αλβανοί!

– Μπα; Τους είδες τους άλλους με το λεωφορείο τις προάλλες που κρατάγανε τους ομήρους; Ποτέ κανένας Έλληνας δε θα έκανε τέτοιο πράγμα, να κρατάει ομήρους!

Αμέσως μετά από αυτόν τον διάλογο στην επόμενη σκηνή εμφανίζεται ο Μένιος που κρατάει ομήρους τον Κωνσταντίνο, τη Φλώρα, τη Μαρούσκα και την Ντένη. 

Μετά από συζητήσεις ο Μένιος τηλεφωνεί σε κάποια δημοσιογράφο για να κάνει γνωστή την υπόθεσή του και υποβάλλει τα αιτήματά του. Γίνεται σαφής αναφορά στον ρόλο της τηλεόρασης (βωμός θεάματος) ακόμα και στις διαπραγματεύσεις που κάνει ο Ευαγγελάτος (τι πιο σύνηθες;) συνήθως, αντί της αστυνομίας. Στις πρώτες συζητήσεις με τον Μένιο η δημοσιογράφος τον ρωτάει αν έχει σκοτώσει κάποιον και απογοητεύεται όταν παίρνει αρνητική απάντηση. Ο Μένιος, ως γνήσιος φιλοβασιλικός, ζητάει ένα αεροπλάνο στο Τατόι για να τον φυγαδεύσει στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Η δημοσιογράφος διασαφηνίζει ότι θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να βγει σωστά το θέμα αρκεί να μην το δώσουν στον Ευαγγελάτο (ήταν σύνηθες αφού). Όχι μόνο στο τελευταίο αλλά και σε πολλά άλλα επεισόδια γίνεται συχνή αναφορά στον Νίκο Ευαγγελάτο για αυτό που ήταν και είναι ως δημοσιογράφος. 30 χρόνια στο επάγγελμα είναι άλλωστε.

Στο δεύτερο τηλεφώνημα μεταξύ της δημοσιογράφου και του Μένιου Τσαπάρα (“απαγωγέας”) εκείνη τον ρωτά από που είναι ενώ εκείνος αρνείται να πει το οτιδήποτε. Αφού κλείνει το τηλέφωνο λέει στον βοηθό της:

– Μουρζόβλαχος μου φάνηκε ο άνθρωπος. Δεν ξέρω δεν μιλούσε καλά ελληνικά, πρέπει να είναι Αλβανός. Ξέρεις από αυτούς από την Τουρκία που κατετάγησαν στον UÇK, τελείωσε ο πόλεμος (στο Κόσοβο) και ξέμεινε. Μάλλον κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Α! Και αδελφή.

– Και αδελφή; Από που το βγάλαμε αυτό (το συμπέρασμα); Από που βγήκε αδελφή τώρα;

– Αφού δεν θέλει να μιλήσει για την προσωπική του ζωή…

– Ααααααα… καλά μιλάμε είσαι αστέρι ε!!

– Βλάση, μη γλείφεις! Λοιπόν, φοράει Lacoste, λεφτά για Lacoste αποκλείεται να έχει, δεν το συζητάω! Άρα, λαθρεμπόριο. Είναι στον UÇK, άρα πληρωμένος δολοφόνος.

– Σίγουρα πράγματα!

– Πάρε γρήγορα χαρτί και μολύβι, θα βγούμε σε λίγο (στον αέρα)!

Μετά από λίγο βγαίνει το έκτακτο δελτίο ειδήσεων:

“Μια σύγχρονη τραγωδία κάτω από την σκιά της Ακρόπολης ζουν εδώ και μία ώρα αγαπητοί τηλεθεατές τέσσερις όμηροι ενός αλβανού μεγαλέμπορα κοκαΐνης και πολύ υψηλά ιστάμενου στην ιεραρχία του UÇK! Ο Αλβανός (καμία αναφορά σε ονοματεπώνυμο) που σύμφωνα με εγκυρότατες πληροφορίες, είναι ομοφυλόφιλος (άλλο ένα αρνητικό πρόσημο) δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας όπως βλέπετε και στη φωτογραφία του. Πρόκειται για έναν επικίνδυνο κακοποιό με τον οποίον οι συντάκτες του σταθμού ήρθαν σε επαφή με πραγματικό κίνδυνο για τη ζωή τους. Η αστυνομία, μάλλον, δε φαίνεται διατεθειμένη να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του κι έτσι το πιθανότερο είναι να μην επιζήσει κανείς από την άτυχη οικογένεια”.

Μετά από αυτό ο Κωνσταντίνος προτρέπει τον Μένιο να το διαλύσει το σκηνικό κι εκείνος ταραγμένος του απαντά:

– Είσαι καλά ρε; Τώρα είναι που δεν τα παρατάω! Τώρα τα πήρα στο κρανίο!

– Γιατί Μένιο μου τα πήρες στο κρανίο καλέ μου; ρωτά ο Μαρκοράς.

– Ρε είσαι τρελός ρε; Δεν άκουσες το τσουλί τι είπε; Α λ β α ν ό ς   ο μ ο φ υ λ ό φ ι λ ο ς !!!

–  Καλά απ’ όλα αυτό σε πείραξε εσένα;

– Όχι χρυσό μου, έχει δίκιο! Εντάξει να σε πούνε νορβηγό γκέι, εγγλέζα λούγκρα, σπανιόλα προϊσταμένη, αλλά “αλβανή αδερφή” πάει πολύ (Ντένη)!

–   Ε δεν το πιστεύω! Ρε ‘σεις εδώ με μικρότερο ποινικό μητρώο ο Τζακ ο αντεροβγάλτης έμεινε στην Ιστορία. Κι εσείς κολλήσατε τώρα επειδή είπανε τον Μένιο “παστρικιά”;

–  Σε παρακαλώ μην την ξαναπείς αυτή τη λέξη, δεν μπορώ να την ακούω, απαντά ο Μένιος.

– Καλά σου λέει ρε φευγάτε, ακούς εκεί αδερφή! Τινάζεται η Φλώρα.

Στη συνέχεια των εξελίξεων εμφανίζεται να κάνει δηλώσεις σε δημοσιογράφο ο επικεφαλής της αστυνομίας λέγοντας χαρακτηριστικά:

“Όλα είναι υπό έλεγχο, βρισκόμαστε ακόμη κάτω από μία προσπάθεια του οργανωμένου εγκλήματος, μία ακόμη προσπάθεια της αλβανικής μαφίας η οποία προσπαθεί να υπονομεύσει τις άριστες σχέσεις μας με τη γείτονα χώρα”.

Στο επόμενο έκτακτο δελτίο ειδήσεων ακούγεται το εξής:

“Νεκρική σιγή αγαπητοί τηλεθεατές από το άντρο της Μητσέων, τι άραγε συμβαίνει; Αναπάντητα ερωτηματικά στα οποία πρώτο το κανάλι μας θα δώσει απαντήσεις. Ενώ εδώ βλέπετε μία φωτογραφία του ενός ομήρου, του σεβαστού καθηγητού αρχαίου δράματος – μέχρι και τον πολιτισμό έβαλε στόχο η αλβανική μαφία – του Κωνσταντίνου Μαρκορά, τον οποίον μάλλον ο ομοφυλόφιλος δράστης χρησιμοποιεί ως διερμηνέα με τις αστυνομικές αρχές που για άλλη μια φορά δείχνουν την αδυναμία τους να δράσουν αποτελεσματικά”.

Μετά από έναν πυροβολισμό (στον αέρα) που ακούγεται μέσα από το σπίτι οι δημοσιογράφοι αρχίζουν το σπασμένο τηλέφωνο βγάζοντας “είδηση-λαβράκι” ο καθένας.

“Δε μετράμε εμείς τους πυροβολισμούς κύριε, οι δημοσιογράφοι μετράνε”, δηλώνει ο επικεφαλής της αστυνομίας. Επίσης “προς το παρόν τον έλεγχο τον έχουν τα κανάλια”.

Ενώ τα έκτακτα δελτία ειδήσεων συνεχίζουν με φράσεις όπωςο αδίστακτος ομοφυλόφιλος αλβανός σκότωσε τουλάχιστον δύο από τους ομήρους σύμφωνα με απόλυτα διασταυρωμένες πληροφορίες”.

Η δημοσιογράφος ζητάει από τον βοηθό της να γράψει επειδή ακούστηκε το “καιγόμαστε” από τη Φλώρα:

“Εεε… ο αλβανός εγκληματίας βασανίζει τα θύματά του με πυρωμένα σίδερα, με γκαζάκια και με βραστό λάδι”.

Άραγε πόσο απείχε το σκηνικό (όπως και όλα τα άλλα στερεοτυπικά σκηνικά που αναπαράγει η σειρά) που περιγράφεται στο τελευταίο επεισόδιο των Δύο Ξένων από την πραγματικότητα; Το να μεγαλώνεις στην Ελλάδα ως αλβανός μετανάστης ήταν μια διαρκής μάχη, μια μάχη με όλους και με όλα αλλά και με τον ίδιο σου τον εαυτό. Μια μάχη πολύ θορυβώδης, με πολλές φωνές και ουρλιαχτά όπως οι τόσες σκηνές των Δύο Ξένων και των άλλων σειρών των Ρήγα και Αποστόλου.

Το περιστατικό από το οποίο “εμπνεύστηκαν” το τέλος των Δύο Ξένων οι δημιουργοί του είναι η τηλεοπτική κάλυψη της ομηρίας μιας οικογένειας από τον Σορίν Ματέι (που δεν ήταν Αλβανός), η οποία ομηρία είχε τραγική κατάληξη. Ο Ευαγγελάτος έκανε τον διαπραγματευτή και είναι η υπόθεση που σόκαρε το πανελλήνιο και γέμισε με ερωτηματικά για τον ρόλο της τηλεόρασης και την ανικανότητα της αστυνομίας. Τότε είχαμε ακούσει ανθρώπους να πεθαίνουν live στην τηλεόραση. Νομίζω, πως μάλλον είχε ενοχληθεί πολύ από αυτό ο Νίκος Ευαγγελάτος και ίσως γι’ αυτό έκανε το 2022 τη γνωστή δήλωση και πάλι live στον ίδιο τηλεοπτικό σταθμό για το “τι πιο σύνηθες;”.

ΔΥΟ ΞΕΝΟΙ

Επειδή, ως ανέφερα, οι Δύο Ξένοι ήταν η αγαπημένη μου σειρά, έχω συζητήσει πολλές φορές ιδιωτικά αλλά δημόσια με γνωστούς και αγνώστους σε μένα ανθρώπους τα ζητήματα των στερεοτύπων που αναπαρήχθησαν, με πολύ έξυπνο τρόπο, όπως οι περισσότεροι συμφωνούν. Οι απόψεις, συμπεριλαμβανομένης της δικής μου, των περισσοτέρων συγκλίνουν προς την κατεύθυνση ότι οι Ρήγας και Αποστόλου δεν είχαν σκοπό να αναπαράγουν ή και να δημιουργήσουν περισσότερα στερεότυπα για τους Αλβανούς (ή τους ομοφυλόφιλους) αλλά να αναδείξουν τις απόψεις της ελληνικής κοινωνίας ως ομοφοβικές και ρατσιστικές. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή με τη Ζωίτσα στο περιστατικό 4. που παραθέτω πιο πάνω (Μπα; Τους είδες τους άλλους με το λεωφορείο τις προάλλες που κρατάγανε τους ομήρους; Ποτέ κανένας Έλληνας δε θα έκανε τέτοιο πράγμα, να κρατάει ομήρους!) ενώ μετά την ατάκα εμφανίζεται ο Μένιος Τσαπάρας να κρατάει ομήρους με απειλή όπλου.

Το ίδιο θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε και για τη σκηνή με τους γέροντες και τον Μαρκορά στο σημείο 2. όπου θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η σκηνή χλευάζει τους γέροντες και την γενικότερη νοοτροπία που επικρατούσε στην ελληνική επαρχία.

Για κάθε σκηνή όπου εμφανίζονται οι λέξεις “Αλβανία” και “Αλβανός”, όπως και στις σκηνές με την Κουντουράτου να τρέχει (δήθεν) στο Κόσοβο για να βοηθήσει τα αλβανάκια που υπέφεραν από τον πόλεμο, θα μπορούσαμε να έχουμε μια τέτοια προσέγγιση.

Ωστόσο, για τη σειρά και κάθε τηλεοπτική σειρά, όπως και κάθε μορφή τέχνης, όταν πια “φεύγει” από τα χέρια των δημιουργών της το κοινό είναι εκείνο που αποφασίζει τι θα πάρει, πώς θα ερμηνεύσει τις ατάκες, τα σκηνικά και τα όσα γενικά διαδραματίζονται. Διότι στη σκηνή π.χ. με τους γέροντες θα μπορούσαμε, από την άλλη πλευρά, να ισχυριστούμε ότι τους αποθεώνει. Εκθειάζει τον αυθορμητισμό τους, την ειλικρινή στάση τους, τις συμπαθείς μορφές τους κτλ.

Εφόσον τη δεκαετία του ’90 η λέξη «Αλβανός» ήταν φορτισμένη σχεδόν αποκλειστικά με αρνητικά συμφραζόμενα στην Ελλάδα, ακόμα και αν κάποιος επιχειρούσε να ασκήσει κριτική στα ΜΜΕ, στους πολιτικούς ή στην κοινή γνώμη για αυτήν την αρνητική φόρτιση, συχνά το μόνο που πετύχαινε ήταν η ακούσια αναπαραγωγή και διαιώνιση των στερεοτύπων. Θυμάμαι χαρακτηριστικά – και όχι τυχαία – τον κ. Ευαγγελάτο στις ειδήσεις: κάθε φορά που μεταδιδόταν μια αρνητική είδηση με άγνωστους δράστες, στην οικογένειά μου κρατούσαμε την ανάσα μας, ελπίζοντας να μην αποδειχθεί ότι εμπλεκόταν κάποιο άτομο αλβανικής καταγωγής.

Η λέξη «Αλβανός» είχε τόσο ισχυρή αρνητική χροιά που, ανεξαρτήτως συμφραζομένων, όσο λιγότερο ακουγόταν, τόσο το καλύτερο για εμάς που καταγόμασταν από την Αλβανία. Ήταν μια αόρατη επιβάρυνση που κουβαλούσαμε καθημερινά. Όσο κι αν αγαπούσα τη σειρά, κάθε φορά που ακουγόταν η λέξη «Αλβανός» στους Δύο Ξένους, ένιωθα έναν κόμπο στο στομάχι. Ήξερα πως την επόμενη μέρα στο σχολείο θα γινόταν αντικείμενο συζήτησης – και όχι με τρόπο που θα αναδείκνυε τη ρατσιστική ή ομοφοβική διάσταση των σκηνών, αλλά μέσα από ατάκες που επαναλαμβάνονταν ως αστεία, ως «πλάκες για να γελάσει η παρέα».

Δεν θυμάμαι ποτέ κανέναν συμμαθητή ή συμμαθήτρια να σχολιάζει ότι οι σκηνές αυτές λειτουργούσαν ως κριτική στη ρατσιστική αντιμετώπιση των Αλβανών ή στην ομοφοβία. Αντιθέτως, η ίδια η αναπαραγωγή τους, χωρίς κριτική ματιά, είχε ως αποτέλεσμα να εδραιώσει ακόμα περισσότερο τις προκαταλήψεις που, θεωρητικά, υποτίθεται πως καυτηρίαζαν.

Σίγουρα, πολλά από όσα λέγονταν, προβάλλονταν ή θεωρούνταν αποδεκτά στην τηλεόραση της δεκαετίας του ’90 σήμερα θα χαρακτηρίζονταν εύκολα ως προβληματικά. Ωστόσο, για εμένα, που βίωσα από πρώτο χέρι τον στιγματισμό, τη στοχοποίηση και τον ρατσισμό απλώς και μόνο επειδή ήμουν από την Αλβανία, τα προβληματικά σημεία δεν ήταν κάτι που αντιλαμβάνεσαι εκ των υστέρων – ήταν ξεκάθαρα ήδη από τότε. Ειδικά όταν τέτοιες αναπαραστάσεις ήταν σχεδόν οι μόνες που υπήρχαν στην ελληνική τηλεόραση.

Πολλές φορές, οι ατάκες στις δημοφιλείς σειρές, ανεξαρτήτως πρόθεσης, δεν διέφεραν πολύ από το είδος χιούμορ που εκπροσωπεί ο Σεφερλής – ένας κωμικός που συνεχίζει μέχρι σήμερα να χρησιμοποιεί τα ίδια στερεότυπα. Βέβαια, αυτό είναι κάτι που έχει ήδη συζητηθεί.

Η συχνή φράση «δεν ήμασταν ρατσιστές απέναντι σε όλους τους Αλβανούς, παρά μόνο σε κάποια κακοποιά στοιχεία», η οποία χρησιμοποιείται συχνά ως υπεράσπιση, καταρρέει όταν αναρωτηθούμε: πού ακριβώς αποτυπώθηκε αυτή η αποδοχή;

Πού βρίσκεται η θετική αναπαράσταση του Αλβανού στην ελληνική τηλεόραση για παραπάνω από μία δεκαετία;

Αν όντως «οι υπόλοιποι Αλβανοί αγκαλιάστηκαν από τον κόσμο», όπως συχνά λέγεται όταν οι Αλβανοί μιλάμε δημόσια για τα όσα ζήσαμε, τότε πού είναι οι χαρακτήρες που αποτυπώνουν αυτή την υποτιθέμενη αποδοχή; Αν εξαιρέσουμε τον φτωχό, δυστυχισμένο, εργατικό και υποτακτικό μετανάστη – που αν δεν προκαλούσε φόβο, προκαλούσε οίκτο – δεν υπήρχε καμία άλλη απεικόνιση του Αλβανού στην ελληνική τηλεόραση της δεκαετίας του ’90. Ή αν υπήρξε ήταν ελάχιστα προβεβλημένη.

Αν αυτή η μονοδιάστατη και σχεδόν πάντα αρνητική αναπαράσταση ήταν η εξαίρεση, τότε θα έπρεπε να υπάρχει και η αντίστοιχη θετική εικόνα. Έλα όμως που δεν υπήρχε.

12 6

Το «απαράδεκτο» στερεότυπο της ανέχειας.

Τυχαία έπεσα σε ένα επεισόδιο των Απαράδεκτων. Ακόμα και σε μια σειρά όπως Οι Απαράδεκτοι, που θεωρείται από πολλούς πρωτοποριακή και καυστική, η αντιμετώπιση των Αλβανών δεν ξεφεύγει από το στερεότυπο. Σε ένα επεισόδιο, όταν η Δήμητρα προτείνει να προσλάβουν έναν Αλβανό ως οικιακό βοηθό, ο Σπύρος απαντά ειρωνικά:
«Πού το είδε ο Αλβανός το φαγητό για να ξέρει να μαγειρέψει κιόλας;»

Η φράση αυτή δεν είναι κάποιο «σχόλιο» πάνω στη ρατσιστική προκατάληψη. Είναι απλά η αναπαραγωγή της. Δεν υπήρχε αντίλογος στη σειρές αυτές, κανένας χαρακτήρας που να αμφισβητεί ή να ανατρέπει το στερεότυπο αυτό. Και αυτό φοβάμαι ότι έγινε εν τέλει και με τους Δύο Ξένους.

Στην ελληνική τηλεόραση θυμάμαι μέχρι και κάτι ανεκδιήγητους «συλλόγους ληστευθέντων», εκπρόσωποι των οποίων καλούνταν κάθε τρεις και λίγο στα τηλεοπτικά παράθυρα της ύστερης δεκαετίας του 1990, αμέσως μετά το πρώτο κύμα νομιμοποίησης των ξένων εργατών με την παροχή «πράσινης κάρτας» από την κυβέρνηση Σημίτη. Και, κυρίως, προσωπικά θυμάμαι την επιχειρηματολογία που ξεδίπλωναν τότε, μέσα από τα φιλόξενα ιδιωτικά κανάλια, συκοφαντώντας εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σαν συλλογικό κοινωνικό κίνδυνο: «Εμείς δεν είμαστε ρατσιστές. Το πρόβλημά μας είναι ειδικά οι Αλβανοί, επειδή είναι ράτσα φύσει εγκληματική. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τους υπόλοιπους, φιλήσυχους κι εργατικούς μετανάστες. Ποιον ενοχλούν λ.χ. οι Πακιστανοί; Αν χρειάζονται εργατικά χέρια, να φέρουμε Πακιστανούς, όχι Αλβανούς».

Όταν μια εθνοτική ομάδα εμφανίζεται αποκλειστικά μέσα από μία αρνητική ή μειωτική αφήγηση, τότε το κοινό που δεν έχει προσωπική διάδραση με αυτόν δεν μπορεί παρά να σχηματίσει αρνητική άποψη. Η τηλεόραση της δεκαετίας του ’90 δεν παρουσίασε τον Αλβανό ως γείτονα, ως φίλο, ως εργατικό άνθρωπο με αξιοπρέπεια. Τον παρουσίασε ως φτωχό, βρώμικο, επικίνδυνο ή, στην καλύτερη περίπτωση, άξιο οίκτου. Και όταν τον εμφάνιζε λίγο καλύτερο απ’ ότι συνήθως ήταν επειδή έμοιαζε περισσότερο με Έλληνα, είχε ένα ελληνορθόδοξο όνομα, δε μιλούσε σπαστά τα ελληνικά, κοινώς δεν ξεχώριζε.

Όταν λοιπόν λέγεται πως «δεν ήμασταν ρατσιστές», το ερώτημα παραμένει: Τότε γιατί η μόνη εικόνα του Αλβανού που κυκλοφορούσε ήταν είτε υποτιμητική είτε απειλητική; Και αν η τηλεόραση είχε τόση δύναμη να αναπαράγει αυτά τα στερεότυπα, δεν είναι αυτονόητο ότι τα ενίσχυσε και στην πραγματική ζωή; Και αυτό λοιπόν είναι που φοβάμαι ότι έγινε εν τέλει και με τους Δύο Ξένους, την αγαπημένη τηλεοπτική σειρά πολλών παιδιών με καταγωγή από την Αλβανία.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
1 Comment
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια
τυχαίος περαστικός
τυχαίος περαστικός
1 χρόνος πριν

Ενδιαφέρον το άρθρο σας. Προσωπικά πιστεύω πως οι σειρές των Ρήγα-Αποστόλου (ειδικά ”δύο ξένοι” , ”τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;” και οι ρηξικέλευθοι παρεξηγημένοι ”στάβλοι της Εριέττας Ζαϊμη” ) ήταν οι μοναδικές σειρές της δεκαετίας του ’90 και των αρχών του 2000 που ξεμπρόστιαζαν με ευφυή τρόπο το σκεπτικό του μέσου Έλληνα. Η σημερινή πολιτική ορθότητα μπορεί να σβήσει οτιδήποτε παλιό, να κάνει cancel σε βιβλία, ταινίες, σειρές, θεατρικά έργα. Έχουν κάθε δικαίωμα όσοι θέλουν να κάνουν cancel σε οτιδήποτε θεωρούν πως τους προσβάλλει. Όμως πρέπει να αναγνωριστεί πρώτα η πρόθεση του δημιουργού. Στο άρθρο σας υπάρχουν κάποια σημεία (όπως… Διαβάστε περισσότερα »