σε

Το Πολυτεχνείο μέσα από τα μάτια ενός 7χρονου

Ο Μπάμπης Τσόκας θυμάται

1

ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΗ ΤΣΟΚΑ

Ο μπαμπάς έλεγε πως έχουμε χούντα. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό, αλλά μάλλον δεν ήταν καλό. Έτσι κι αλλιώς για αυτά μιλούσαν μόνο οι μεγάλοι.

Καμιά φορά σε επισκέψεις στη γιαγιά ή σε καμιά θεία, αν δεν ήταν κανένα άλλο παιδί για να παίξουμε, καθόμουν στο τραπέζι με τους μεγάλους. Οι άντρες πότε πότε άρχιζαν να μιλάνε δυνατά. Τότε εμφανιζόταν από την κουζίνα η μαμά ή κάποια θεία και τους μάλωνε, γιατί δεν έπρεπε να τους ακούνε απ’ έξω. Ή άλλες φορές, άρχιζαν να φωνάζουν και σταματούσαν ξαφνικά από μόνοι τους για αρκετή ώρα. Σαν να είχαν πει κάτι που δεν έπρεπε. Μετά, κάποιος έλεγε τι γινόταν παλιά στο χωριό, ή για τις τιμές στη Λαϊκή. Εγώ έπαιζα συνήθως με κανένα στρατιωτάκι ή κανένα άλογο στην άκρη του τραπεζιού.

2 9Εκείνο το φθινόπωρο είχα ξεκινήσει τη δευτέρα τάξη στη Φωκίωνος Νέγρη. Είχα συνηθίσει πια το σχολείο. Είχαμε δασκάλα την κυρία Ρούλα που ήταν πολύ αυστηρή. Στα διαλείμματα συνήθως παλεύαμε με τ’ αγόρια του διπλανού σχολείου. Ωραία ήταν. Σπάνια κάποιο παιδί έλεγε κάτι για χούντα και τους αστυνόμους που ήταν κακοί, αλλά δεν μας ένοιαζε γιατί δεν πείραζαν τα παιδιά.

Είχε περάσει λίγος καιρός όταν όλοι άρχισαν να λένε πως γίνονται φασαρίες σ’ ένα μέρος που λεγόταν Πολυτεχνείο. Δεν ήταν μακριά από το σπίτι και πολλοί από τη γειτονιά είχαν πάει για να δουν. Αρχίσαμε κι εμείς τα παιδιά να μιλάμε για αυτά, αλλά κρυφά. Δεν έπρεπε να μας ακούσουν οι αστυνόμοι.

Ήταν Παρασκευή και είμασταν πρωινοί. Στην προσευχή, στις πίσω γραμμές, ο Βασίλης μας είπε ψιθυριστά ένα σαν τραγουδάκι που είχε μάθει. Αρχίσαμε να το λέμε μαζί του: «Δεν σε θέλει ο λαός, παρ’ τη Δέσποινα και μπρος…». Δεν ήξερα ποιόν δεν ήθελε ο λαός, ούτε ποια ήταν η Δέσποινα, αλλά μου άρεσε πολύ που έπρεπε να το λέμε κρυφά για να μην μας ακούσουν.

Μετά ανεβήκαμε στις τάξεις. Η δασκάλα μας πρώτη φορά αργούσε τόσο να έρθει. Ακούσαμε φασαρία από το προαύλιο και βγήκαμε στις βεράντες. Είχαν έρθει κάτι μεγάλα παιδιά από το Γυμνάσιο και ζήτησαν από τη διευθύντρια να τους δώσει τη σημαία μας, γιατί πήγαιναν στο Πολυτεχνείο και την ήθελαν. Πρώτη φορά την είδα να φωνάζει τόσο πολύ! Τους έδιωξε χωρίς να τους δώσει τη σημαία μας. Ο Βασίλης μου είπε πως ήταν χουντικιά.

Μετά από λίγο εμφανίστηκε η κυρία Ρούλα και είπε ότι δεν θα κάναμε μάθημα. Τι ωραία! Έπρεπε να περιμένουμε ήσυχα μέσα στην τάξη μέχρι να έρθουν οι γονείς μας να μας πάρουν. Ξανάφυγε και πήγε να πάρει τηλέφωνο τους γονείς.

Τα αγόρια χωριστήκαμε σε δύο ομάδες για να παίξουμε «αστυνόμους-φοιτητές». Κι άρχισε ένας τρομερός καρεκλοπόλεμος! Εγώ ήμουν «φοιτητής», γιατί αυτοί ήταν οι καλοί. Όταν είχαμε πετάξει όλες τις καρέκλες από τη μεριά μας, ορμάγαμε και παλεύαμε ή κλωτσιόμαστε με τους «αστυνόμους». Ήταν από τα πιο ωραία παιχνίδια που είχαμε παίξει! Τα κορίτσια καθόντουσαν όρθια γύρω-γύρω στην τάξη για να μην τις πετύχει καμιά καρέκλα.

Ευτυχώς οι γονείς αργούσαν κι έτσι παίζαμε πολύ ώρα. Κάποια στιγμή ήρθε και ο μπαμπάς και με πήρε. Κατεβαίναμε τη Φωκίωνος όπως πάντα, αλλά πρώτη φορά τόσο βιαστικά. Σχεδόν τρέχαμε! Σε μερικές γωνίες είχε αστυνόμους και ο μπαμπάς όταν τους έβλεπε από μακριά πήγαινε από το απέναντι πεζοδρόμιο. Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος.

Κοντά στο σπίτι συναντήσαμε κάνα-δυο γείτονες και μίλησαν με τον μπαμπά ψιθυριστά. Εμένα δεν με χαιρέτησαν καν! Οι μεγάλοι φέρονταν παράξενα.

Περιμέναμε στο σπίτι και ο μπαμπάς ξανάφυγε για να πάει να δει τι γίνεται έξω. Το μαγαζί το είχε κλείσει από νωρίς. Η μαμά του έλεγε να μην πάει, αλλά εκείνος δεν την άκουσε.

Είχε περάσει αρκετή ώρα και από το δρόμο έξω από την πολυκατοικία άρχισαν ν’ ακούγονται φωνές και κάτι θόρυβοι σαν σπασίματα. Ανέβηκα στην είσοδο και είδα κόσμο έξω στον δρόμο. Ήταν φοιτητές που φώναζαν και πετούσαν πράγματα προς τα κάτω. Βγήκα απ’ την εξώπορτα και τους κοιτούσα. Πρώτη φορά έβλεπα φοιτητές από τόσο κοντά. Κρατούσαν διάφορα, σαν πέτρες, τούβλα και τέτοια και τα πετούσαν. Ένας κρατούσε ένα μεγάλο σίδερο, πολύ σκουριασμένο, με εξογκώματα. Είχε μακριά μαλλιά και ήταν ιδρωμένος. Φορούσε ένα ξεκούμπωτο πορτοκαλί πουκάμισο σχεδόν μέχρι τη μέση κι ένα παντελόνι καμπάνα. Κοιταχτήκαμε για λίγο. Χάρηκα πολύ. Πρώτη φορά με κοιτούσε ένας φοιτητής. Αισθάνθηκα σάμπως κι εγώ να ήμουν μαζί τους.

Όλοι μαζί φώναζαν προς τα εκεί που πετούσαν τις πέτρες: ΦΑ-ΣΙ-ΣΤΕΣ… ΦΑ-ΣΙ-ΣΤΕΣ…

Φασίστες; Φασίστες; Πρώτη φορά άκουγα αυτή τη λέξη!

Κατέβηκα από το σκαλάκι της εισόδου στο πεζοδρόμιο για να δω καλύτερα προς τα εκεί που πετούσαν τα πράγματα. Όλη η Αγίου Μελετίου ήταν γεμάτη με αστυνόμους που ανέβαιναν περπατώντας γρήγορα. Ήταν λίγο διαφορετικοί από αυτούς που ήξερα. Είχαν αστυνομικά ρούχα, αλλά φορούσαν άσπρα κράνη. Μάλλον αυτούς με τα κανονικά καπέλα τους λέγανε αστυνόμους κι αυτούς με τα άσπρα κράνη τους λέγανε φασίστες! Χάρηκα πολύ που έμαθα τους φασίστες.

Οι φασίστες άρχισαν να πετάνε κι αυτοί κάποια πράγματα προς εμάς, που έβγαζαν λίγο καπνό.

Τότε ξαφνικά, εξαφανίστηκε ο αέρας! Άνοιξα τελείως το στόμα μου και πάλι δεν υπήρχε αέρας! Οι φοιτητές είχαν τρέξει προς τα πάνω και οι φασίστες είχαν φτάσει σχεδόν στο γκαράζ στην Επτανήσου. Εγώ δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω, αλλά ήμουν πολύ χαρούμενος γιατί πρώτη φορά μάθαινα ότι μπορεί να εξαφανιστεί ο αέρας!

Η πόρτα της εισόδου άνοιξε πίσω μου και το χέρι της μαμάς με τράβηξε απότομα. Και μέσα στην είσοδο είχε εξαφανιστεί ο αέρας. Τρέξαμε γρήγορα πίσω στην αυλή και ο αέρας εμφανίστηκε και πάλι! Καταπληκτικό! Κανείς δεν μου είχε πει ότι ο αέρας μπορεί να εξαφανιστεί και μετά να εμφανιστεί λίγο πιο πέρα!

Η μαμά με μάλωσε που είχα βγει στο δρόμο, αλλά όχι πολύ γιατί ανησυχούσε για τον μπαμπά που έλειπε από ώρα.

Όταν γύρισε ο μπαμπάς μας είπε πως γινόντουσαν πολλές φασαρίες σε όλη τη γειτονιά. Είπε μάλιστα πως κάποιοι αστυνόμοι πυροβολούσαν κιόλας. Αληθινοί πυροβολισμοί από αληθινά όπλα! Τι ωραία! Ποτέ δεν είχα δει αληθινά όπλα να πυροβολάνε. Μόνο τον θείο τον Κώστα στο χωριό που είχε ένα δίκαννο.

Μετά από λίγο κάποιοι χτυπούσαν τα κουδούνια με μανία και ο μπαμπάς ανέβηκε στην είσοδο να δει ποιος είναι. Πήγε κι άνοιξε την πόρτα της εισόδου και έτρεξαν μέσα δύο φοιτητές, ένα μεγάλο αγόρι κι ένα μεγάλο κορίτσι. Κατέβηκαν γρήγορα τα σκαλιά του υπογείου και μπήκαν σπίτι. Ήταν τόσο λαχανιασμένοι που δεν μπορούσαν να μιλήσουν! Η μαμά τους έδωσε λίγο νερό γιατί διψούσαν. Όταν ξελαχάνιασαν, ανέβηκαν πάλι τα σκαλιά και κοιτούσαν κρυφά έξω στο δρόμο. Εγώ στεκόμουν κάτω στη σκάλα και τους κοιτούσα. Το μεγάλο αγόρι ήταν μπροστά και το μεγάλο κορίτσι πίσω του τον κράταγε σφιχτά αγκαλιά. Τα μάτια τους ήταν γουρλωμένα και είδα ότι έτρεμαν. Έτρεμαν, δηλαδή φοβόντουσαν. Καταπληκτικό! Φοβούνται και οι μεγάλοι;

Η αδερφή μου μέσα στο δωμάτιο έκλαιγε και φώναζε στον μπαμπά να τους διώξει γιατί θα μας έπιαναν κι εμάς οι φασίστες και θα μας σκότωναν. Ή θα μας έδερναν.

Δεν ήθελα να μας σκοτώσουν, αλλά δεν φοβόμουν μην μας δείρουν. Έτσι κι αλλιώς εμάς τα παιδιά όλοι μας έδερναν: Οι μπαμπάδες, οι δασκάλες, άλλοι δάσκαλοι στο προαύλιο άμα κάναμε καμιά αταξία. Ακόμα και οι περαστικοί στο δρόμο. Άμα παίζαμε κυνηγητό και πέφταμε κατά λάθος πάνω σε κάνα γέρο, πήγαινε η σφαλιάρα σύννεφο!

Μετά από αρκετή ώρα που ηρέμησαν τα πράγματα έξω, έφυγαν οι φοιτητές. Ο μπαμπάς έμεινε όλη τη μέρα στο σπίτι και άκουγε το τρανζιστοράκι. Αργά το βράδυ άρχισε ένας να φωνάζει «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο…» και άλλα τέτοια. Πρώτη φορά είχε πάει τόσο αργά και δεν μας έλεγαν να πάμε για ύπνο. Μετά νύσταξα και κοιμήθηκα.

Το άλλο πρωί ήταν Σάββατο και ούτε τα μαγαζιά άνοιξαν, ούτε εμείς πήγαμε σχολείο. Ευτυχώς. Ήταν λέει ένας νόμος που δεν άφηνε τους ανθρώπους να περπατάνε στον δρόμο. Μόνο αστυνόμοι και στρατιώτες. Και φασίστες.

Μετά ο μπαμπάς βγήκε πάλι έξω και η μαμά του φώναζε. Θα πήγαινε είπε εδώ κοντά, στη γειτονιά, να δει τι γίνεται. Δεν άργησε και όταν γύρισε μας είπε ότι δυο δρόμους μετά από εμάς, στην οδό Τήνου, είχαν περάσει τανκς και είχαν λιώσει όλα τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα από τη μια μεριά του δρόμου.

Τανκς; Στη γειτονιά μας τανκς; Καταπληκτικό! Μακάρι να περνούσαν και από τον δικό μας δρόμο. Ποτέ δεν είχα δει τανκς από κοντά.

3 8
Αριστερά: Οδός Τήνου & Πατησίων. Δεξιά: Φωκίωνος Νέγρη & Ι. Δροσοπούλου.

Βλέπαμε στην τηλεόραση σπασμένα μαγαζιά, καμένα αυτοκίνητα και άλλα τέτοια που τα είχαν κάνει λέει οι φοιτητές. Ο μπαμπάς είπε ότι είχαν σκοτωθεί πολλοί άνθρωποι, αλλά δεν το έλεγαν. Μετά από λίγες μέρες, είδαμε στην τηλεόραση πολλούς φοιτητές που τους είχαν πιάσει και μιλούσαν σε αυτόν που είχε το Μπίνγκο.

Ξανάρχισαν τα σχολεία και άνοιξαν τα μαγαζιά. Οι μεγάλοι σταμάτησαν να μιλάνε για τη χούντα και τέτοια. Στους δρόμους εκτός από τους αστυνόμους άρχισαν να περπατάνε και εσατζήδες. Αυτούς φοβόντουσαν πιο πολύ οι μεγάλοι.

Εμένα μου άρεσαν. Είχαν ένα γαλάζιο καπέλο και πράσινη στολή. Στο ένα χέρι είχαν γαλάζιο περιβραχιόνιο που έγραφε με άσπρα γράμματα ΕΣΑ. Είχαν μια άσπρη ζώνη με μια άσπρη θήκη με όπλο. Από την άλλη μεριά μια άσπρη θήκη με ένα ξύλο μέσα. Ο μπαμπάς έλεγε πως με αυτό το ξύλο χτυπούσαν τους ανθρώπους, αλλά εγώ δεν τους φοβόμουν. Αυτό το ξύλο ήταν λιγάκι πιο χοντρό από τον χάρακα που μας χτυπούσε η κυρία Ρούλα.

Αγόρασα κι έναν εσατζή σε στρατιωτάκι. Ήταν πολύ ωραίος. Αυτός έδερνε όλα τ’ άλλα τα στρατιωτάκια: τους καουμπόηδες, τους τσολιάδες και τους αρχαίους!

Μάλλον είχαν νικήσει οι αστυνόμοι και οι εσατζήδες. Τους φοιτητές τους είχαν πιάσει και τους είχαν βάλει φυλακή. Γι’ αυτό μάλλον για καιρό μετά κανείς δε μιλούσε για χούντες και φοιτητές και τέτοια.

Ακολουθήστε τα Μικροπράγματα στο Google News, για άρθρα και κουίζ που θα σας φτιάχνουν τη μερα.
0 Comments
παλαιότερα
νεότερα δημοφιλέστερα
Ενσωματωμένα σχόλια
Δείτε όλα τα σχόλια