Σε ένα από τα λίγα, αλλά συγκλονιστικά ωμά επεισόδια της σειράς This Is Going to Hurt μια έγκυος γυναίκα καταρρέει στον προθάλαμο του μαιευτηρίου και ο Adam (o Αdam Kay τον οποίο υποδύεται ο Ben Whishaw) κάνει ό,τι του επιβάλλει το πρωτόκολλο ώστε να σώσει το μωρό της. Όχι την ίδια, αλλά τη νέα ζωή. Τότε ο πατέρας του παιδιού του λέει: «το λάθος άτομο έσωσες» και αφήνει τον θεατή με το στόμα ανοιχτό, να αντιλαμβάνεται ήπια, επιδερμικά, βολικά, πως ακόμα και η ζωή σαν concept, σαν αξία, σαν προτεραιότητα είναι ρευστή. Ρευστότατη. Στην πραγματική ζωή (αν και σε αυτή βασίζεται και το βιβλίο του Adam Kay), από τις αρχές του φετινού καλοκαιριού, η μητρική θνησιμότητα έχει βρει μια θέση στις καθημερινές ειδήσεις. Έγκυες που «δεν τα καταφέρνουν», περιμένοντας το ασθενοφόρο που δεν έρχεται. Γυναίκες που φεύγουν από τη ζωή 24ωρα μετά τον τοκετό. Έγκυες που καταρρέουν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στον ένατο μήνα κύησης, λίγες μέρες πριν γεννήσουν.
Η εγκυμοσύνη ήταν πάντα μια απαιτητική πίστα και μια εννεάμηνη διαδικασία που απαιτεί προσοχή, καθοδήγηση και υπομονή. Αυτό που φαίνεται δυσνόητο το 2023 είναι το πώς, όταν δεν συντρέχει κάποιος ιατρικός λόγος που να έχει εντοπιστεί στον προγεννητικό έλεγχο και στο μπαράζ εξετάσεων που περιλαμβάνει το εννεάμηνο της κύησης, γυναίκες (και συχνά και έμβρυα) χάνουν τη ζωή τους. Γιατί έχει αυξηθεί η συχνότητα με την οποία γίνονται γνωστά τέτοια περιστατικά;
Σύμβαιναν πάντα, μα απλώς τώρα αρχίσαμε να τους δίνουμε την απαραίτητη σημασία; Η Ελλάδα το 2023 είναι σε ένα καλό ή σε ένα άριστο μαιευτικό επίπεδο; Πώς μπορεί μια έγκυος να προλάβει ένα τέτοιο σενάριο; Είναι στο χέρι της; Ποιοι είναι οι τρόποι με τους οποίους μπορούν να μειωθούν τέτοιου είδους περιστατικά;
Ζητήσαμε από τον γυναικολόγο και μαιευτήρα, Χρήστο Μάντζιο, να μάς λύσει τις απορίες.
Πόσο συχνό φαινόμενο είναι η μητρική θνησιμότητα στην Ελλάδα στην πραγματικότητα;
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει τον μητρικό θάνατο σαν «τον θάνατο που συμβαίνει όσο μια ασθενής είναι έγκυος ή μέχρι και 42 μέρες μετά τον τερματισμό της εγκυμοσύνης, ανεξάρτητα από τη θέση ή την ηλικία της εγκυμοσύνης, από οποιαδήποτε αιτία μπορεί να σχετίζεται με ή να επιδεινώνεται από την εγκυμοσύνη ή από την αντιμετώπιση αυτής της αιτίας, εκτός από τις περιστασιακές αιτίες και τα ατυχήματα». Ένα ακόμα χρήσιμο εργαλείο για να καταλάβουμε τη συχνότητά του (και για τα ελληνικά δεδομένα) είναι ο Δείκτης Μητρικής Θνησιμότητας (Maternal Mortality Ratio – MMR).
«Ο MMR αναφέρεται στον αριθμό των μητρικών θανάτων σε μια δεδομένη χρονική περίοδο ανά 100.000 ζώσες γεννήσεις. Αυτό είναι το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο μέτρο της μητρικής θνησιμότητας και χρησιμεύει ως δείκτης του κινδύνου θανάτου από τη στιγμή που μια γυναίκα μείνει έγκυος. Ο παρονομαστής είναι οι ζώσες γεννήσεις και όχι όλες οι εγκυμοσύνες λόγω της δυσκολίας εξακρίβωσης του αριθμού των αποβολών και των αμβλώσεων στον πληθυσμό», μάς εξηγεί ο κος.Μάντζιος, συνεχίζοντας:
«Για την Ελλάδα η πιο πρόσφατη τιμή αυτή του δείκτη, με δεδομένα του 2020 ήταν 8, όταν για τις χώρες υψηλού εισοδήματος παγκοσμίως η αντίστοιχη τιμή ήταν 12. Ενδεικτικά να αναφέρουμε και άλλες τιμές όπως Κύπρος 68, Γαλλία 8, Γερμανία 4, Ιταλία 5, Αλβανία 8, Ινδία 103, Κίνα 23, Ιαπωνία 4, Ρωσία 14, Τουρκία 17, ΗΠΑ 21, Ευρωπαϊκή Ένωση 6», εξηγεί, συνεχίζοντας: «Πάντως να πούμε πως η απουσία υψηλής ποιότητας δεδομένων είναι μία από τις προκλήσεις για τη μέτρηση της μητρικής θνησιμότητας παγκοσμίως. Οι μητρικοί θάνατοι είναι σχετικά σπάνια συμβάντα, ακόμη και σε χώρες όπου τα ποσοστά μητρικής θνησιμότητας είναι υψηλά.»
Ποιες καταστάσεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε μητρική θνησιμότητα;
«Οι περιστάσεις που οδηγούν σε μητρικό θάνατο είναι τόσο περίπλοκες όσο και πολυπαραγοντικές», τονίζει ο μαιευτήρας Χρήστος Μάντζιος, εξηγώντας πως συχνά μπορεί να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικούς παράγοντες, συν πιθανή καθυστέρηση ασθενή/οικογένειας, παρόχου υπηρεσιών και/ή ιατρικών μονάδων. Αυτό το μοντέλο, των «τριών καθυστερήσεων», όπως μου λέει, έχει εφαρμοστεί ευρέως στο παγκόσμιο πλαίσιο για την κατανόηση και τη διερεύνηση πολύπλοκων κοινωνικών, πολιτιστικών και ιατρικών γεγονότων που συμβάλλουν στους μητρικούς θανάτους.
Οι καθυστερήσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν από την καθυστέρηση της ίδιας της εγκύου να αναζητήσει βοήθεια, ενδεχομένως λόγω έλλειψης γνώσεων ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει ένα ανησυχητικό σύμπτωμα ως τέτοιο, την καθυστέρηση άφιξης στην κατάλληλη μονάδα ιατρικής περίθαλψης, την καθυστέρηση λήψης της απαραίτητης περίθαλψης ακόμα και αν η έγκυος αναζήτησε εγκαίρως βοήθεια, έφτασε τη σωστή στιγμή στα επείγοντα ή το μαιευτήριο.
Σε κάθε περίπτωση, το ποσοστό της μητρικής θνησιμότητας αποδίδεται σε διάφορες αιτίες και ποικίλλει παγκοσμίως. Το 2014, σε μια συστηματική ανάλυση που πραγματοποίησε ο ΠΟΥ, ως κύριες αιτίες μητρικού θανάτου αναφέρθηκαν:
- Μαιευτική αιμορραγία (27%)
- Υπερτασικές διαταραχές (14%)
- Σήψη που σχετίζεται με την εγκυμοσύνη (11%)
- Αποβολή (8%)
- Εμβολή (3%)
- Άλλες άμεσες αιτίες (10%, επιπλοκές του τοκετού, δυσκολία/καθυστέρηση τοκετού και όλες οι άλλες άμεσες αιτίες)
- Έμμεσες αιτίες (28%, προϋπάρχουσες ιατρικές διαταραχές, μητρικοί θάνατοι που σχετίζονται με τον HIV και όλες οι άλλες έμμεσες αιτίες)
Ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο είναι πως σύμφωνα με βρετανική μελέτη σχετικά με τον μητρικό θάνατο, για γυναίκες άνω των 35 ετών, κάθε επιπλέον αύξηση ηλικίας κατά έναν χρόνο συσχετίζεται με 12% αύξηση των πιθανοτήτων μητρικού θανάτου. Παράλληλα, η παχυσαρκία φαίνεται να συμβάλλει σε αυξημένο κίνδυνο, που σχετίζεται με φλεβική θρομβοεμβολή και θανάτους που σχετίζονται με καισαρική τομή, προεκλαμψία και καρδιακή νόσο.
Τα συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοούνται κατά τη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης
«Οι έγκυες θα πρέπει να λαμβάνουν συμβουλές σχετικά με σημεία και συμπτώματα που θα πρέπει να αναφέρονται αμέσως στον πάροχο υγειονομικής περίθαλψης λόγω πιθανών σοβαρών επιπτώσεων στη μητέρα ή στο έμβρυο», τονίζει ο κος. Μάντζιος. «Στα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνονται η κολπική αιμορραγία, η διαρροή υγρών από τον κόλπο, η μειωμένη εμβρυϊκή δραστηριότητα, σημεία και συμπτώματα πρόωρου τοκετού, σημεία και συμπτώματα προεκλαμψίας, σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν άλλη παθολογική ή χειρουργική διαταραχή».
Είναι η μαιευτική στην Ελλάδα σε ένα σημείο ώστε να μπορεί να ελαχιστοποιεί τέτοια περιστατικά;
«Η Ελλάδα, με βάση των MMR, είναι σε ένα πολύ καλό επίπεδο αυτή τη στιγμή», αναφέρει ο Χρήστος Μάντζιος, τονίζοντας πως το 40% ως 80% των μητρικών θανάτων θεωρούνται ότι μπορούν να προληφθούν. «Πάντα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν θέματα ελλιπούς ιατρικής περίθαλψης, οι ιατρικές συννοσηρότητες των ασθενών, αλλά και κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες της υγείας οι οποίοι φαίνεται να συμβάλλουν σημαντικά στη μητρική θνησιμότητα. Ως εκ τούτου, η καλύτερη χρήση των πόρων θα πρέπει να αποτελεί μείζονα εστίαση για τη μείωση της μητρικής θνησιμότητας», εξηγεί.
«Οι προσπάθειες για να διατηρηθεί το καλό επίπεδο θα πρέπει να επικεντρώνονται στην ομαδική και ατομική εκπαίδευση του προσωπικού που ασχολείται με την παροχή μαιευτικής φροντίδας, σε προσομοιώσεις και ασκήσεις· ανάπτυξη πρωτοκόλλων, κατευθυντήριων γραμμών και λιστών ελέγχου· χρήση της τεχνολογίας της πληροφορίας· και επιμόρφωση των ασθενών. Στόχος πολλών από αυτές τις δραστηριότητες είναι η έγκαιρη διάγνωση και η κατάλληλη ιατρική φροντίδα των επιπλοκών της εγκυμοσύνης.»
Και κάτι για τον πανικό που μπορεί να δημιουργούν σε κάθε γυναίκα που θέλει να γίνει μαμά τέτοιες ειδήσεις
Σύμφωνα με τον κύριο Μάντζιο, το κλειδί είναι η εξατομικευμένη προσέγγιση ανάλογα με τους προσωπικούς παράγοντες κινδύνου και το ιστορικό της κάθε γυναίκας, ώστε να καταστρωθεί ένα αναπαραγωγικό πλάνο που να ανταποκρίνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια στις επιθυμίες κάθε γυναίκας. «Κάθε γυναίκα που επιθυμεί να μείνει έγκυος θα πρέπει να επισκέπτεται ιδανικά τον γιατρό της πριν την επίτευξη της εγκυμοσύνης. Δεν αντιμετωπίζουν όλες οι γυναίκες τους ίδιους κινδύνους», τονίζει.
Κάνοντας «δεκαρικάκια» όσο γίνεται τις πέντε παρεμβάσεις που μειώνουν τη μητρική θνησιμότητα κατά σειρά σημασίας, η λίστα προκύπτει ως εξής:
- Οικογενειακός προγραμματισμός με απόσταση γεννήσεων και αντισύλληψη (μείωση 30%)
- Ασφαλής έκτρωση (μείωση 13%)
- Πρόληψη και θεραπεία αιμορραγίας (μείωση 8% έως 9%)
- Καισαρική τομή όταν ενδείκνυται (μείωση 7%)
- Πρόληψη εκλαμψίας και θεραπεία προεκλαμψίας


